Γνώρισα τον Μάνφρεντ Βέμπερ τον Μάρτιο του 2015 στο Στρασβούργο. Ηταν η χαοτική εποχή της διαπραγμάτευσης Βαρουφάκη, ο Βέμπερ ήταν πρόεδρος της ομάδας του Λαϊκού Κόμματος στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τότε είχα πάρει μια σειρά συνεντεύξεων ευρωπαίων παραγόντων για το Mega.

Οφείλω να πω ότι μου έδωσε την εντύπωση ενός συντηρητικού πολιτικού, συγκρατημένου και συγκροτημένου. Δεν νομίζω ότι θα ήταν μια αυτονόητη παρέα για μπίρες, αλλά ο άνθρωπος ούτε ακροδεξιός ήταν, ούτε ανθέλληνας. Αποκλείω να έγινε έκτοτε. Δύσκολα φυσικά θα τον χαρακτήριζα θαυμαστή του Τσίπρα.

Μου έκανε όμως εντύπωση η κριτική του. Ούτε ιδεολογική, ούτε ακραία, ούτε τίποτα. Μου είπε απλώς: «Αναρωτιέμαι πώς μπορεί κάποιος να υπόσχεται προεκλογικά κάτι που ξέρει ότι δεν μπορεί να κάνει!». Είναι το είδος της κριτικής που θα μπορούσε να διατυπώσει κάθε ευρωπαίος ή γερμανός πολιτικός, συντηρητικός ή μη.

Και άλλωστε ποιος θα μπορούσε να αντιλέξει στην απορία; Στην τρέχουσα παπαρολογία του ΣΥΡΙΖΑ περί Ευρώπης, ο Βέμπερ εμφανίζεται κάπως σαν Νοσφεράτου. Μαθημένα τα βουνά στα χιόνια. Είναι πάγια τακτική του ΣΥΡΙΖΑ να θεωρεί Νοσφεράτου όποιον δεν είναι ΣΥΡΙΖΑ ή δεν έχει καλή γνώμη για τον ΣΥΡΙΖΑ.

Μια θεώρηση που λέει ενδεχομένως πολλά για τον ΣΥΡΙΖΑ αλλά τίποτα για τον Βέμπερ ή τον Νοσφεράτου. Ως γνωστόν όμως ο Βέμπερ είναι και ο υποψήφιος του Λαϊκού Κόμματος για την προεδρία της Κομισιόν, τον οποίο φυσικά υποστηρίζει θερμά ο Κ. Μητσοτάκης.

Δεν ξέρω αν θα επιλεγεί τελικά, αλλά ανήκει σε μια νεότερη γενιά πολιτικών με μεγαλύτερη πολιτική σαφήνεια που θα παίξουν ρόλο στα ευρωπαϊκά πράγματα και οι οποίοι δεν έχουν την κουλτούρα της κωλοφεράντζας που είχαν η Μέρκελ ή ο Γιούνκερ.

Θα είναι προφανώς ευτύχημα για τη χώρα αν ο Μητσοτάκης συνδεθεί μαζί τους με σχέσεις εμπιστοσύνης. Ακριβώς όπως θα ήταν ευτύχημα αν η Φώφη μπορούσε να καλλιεργήσει αντίστοιχες σχέσεις με την κεντροαριστερή πλευρά του ευρωπαϊκού συστημικού τόξου. Ούτως ή άλλως, το ευρωπαϊκό σύστημα ζει ένα καινούργιο ανακάτεμα της τράπουλας, αφού οι παραδοσιακοί συσχετισμοί και οι παλαιές συμμαχίες κλυδωνίζονται.

Την επομένη των εκλογών θα υπάρχει το σοβαρό ερώτημα αν θα οδηγηθούμε στη γνωστή συμμαχία Κεντροδεξιάς, Κεντροαριστεράς και Φιλελευθέρων, αν θα προκύψει μια νέα συμμαχία Κεντροδεξιάς, Φιλελευθέρων και ριζοσπαστικής Δεξιάς ή μήπως κάποιος άλλος συνδυασμός.

Από αριθμητική άποψη όλα τα ενδεχόμενα μοιάζουν ανοιχτά. Αλλά όπως φαίνεται το μόνο ελληνικό κόμμα που θα μπορεί από αριθμητική άποψη να παίξει κάποιον ρόλο στους συσχετισμούς είναι η ΝΔ. Λόγω Λαϊκού Κόμματος αλλά και λόγω σχετικού μεγέθους: 8-10 ευρωβουλευτές μετράνε.

Σε μια κανονική χώρα, τα κόμματα θα προχωρούσαν σε μια στοιχειώδη συνεννόηση ώστε να ορίσουν κάποιες κοινές συντεταγμένες. Στην Ελλάδα του ΣΥΡΙΖΑ κάτι τέτοιο είναι ανέφικτο. Εδώ υπάρχει η υποψία ότι ο ΣΥΡΙΖΑ σχεδιάζει υπογείως να «φυτέψει» ακόμα και δικό του επίτροπο στις Βρυξέλλες λίγο πριν από τη λήξη της συνταγματικής θητείας του.

Κάτι φυσικά που δεν θα γίνει αποδεκτό ούτε από τη ΝΔ, ούτε από το Το πιθανότερο σενάριο είναι πάντως ότι η συγκρότηση της Επιτροπής θα καθυστερήσει κι έτσι δεν θα μπουν στον κόπο να αποκρούσουν κανέναν Τσακαλώτο ή καμία Κατσέλη της τελευταίας στιγμής.

Το βέβαιο είναι ότι η χώρα χρειάζεται επειγόντως τη συντεταγμένη ευρωπαϊκή παρουσία και πολιτική που της λείπει από την εποχή του Σημίτη. Και είναι εξίσου βέβαιο πως μόνο αν οργανώσει πολύπλευρα και ουσιαστικά την παρουσία αυτή, με συμμαχίες και συσχετισμούς, θα μπορέσει να βρεθεί στο επίκεντρο των πραγμάτων. Τώρα που ξαναμοιράζεται η τράπουλα είναι η στιγμή να το επιδιώξει.

Ακόμα περισσότερο φυσικά αν η επόμενη κυβέρνηση κατορθώσει να απαλλαγεί στις εκλογές από τα εσωτερικά βαρίδια που καθιστούν σήμερα κάθε εθνική συνεννόηση αδύνατη.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο