Η νέα οπισθοχώρηση της κυβέρνησης σε ένα λογικότερο πλαίσιο για την προστασία της πρώτης κατοικίας των δανειοληπτών που έχουν κόκκινα δάνεια, παρά τις φραστικές απειλές ότι θα προχωρήσει σε μονομερή ενέργεια καταθέτοντας το δικό της αρχικό, προεκλογικό σχέδιο, δεν εξέπληξε. Η Ελλάδα μπορεί να βγήκε τυπικά από το τρίτο Μνημόνιο, δεν απελευθερώθηκε όμως από τις δεσμεύσεις που ανέλαβε με αυτό και – καλώς ή κακώς – πρέπει να δίνει αναφορά στους δανειστές για όλες τις κρίσιμες αποφάσεις που λαμβάνει τα επόμενα χρόνια.

Και επιπλέον, με την υπόθεση των κόκκινων δανείων, όπως αυτή έχει εξελιχθεί ώς σήμερα, αποδεικνύεται ότι αυτή η αδήριτη ανάγκη επιστροφής στην κανονικότητα, την επίκληση της οποίας έχει κάνει σύνθημα ο ΣΥΡΙΖΑ, εκδικείται όσους την αντιλαμβάνονται με λάθος τρόπο. Επιστροφή στην κανονικότητα για την ελληνική οικονομία, όπως λένε αξιόπιστοι οικονομικοί παράγοντες, δεν είναι μόνο η δυνατότητα λήψης αποφάσεων από μία κυρίαρχη κυβέρνηση, χωρίς επιτροπεία, κάτι που άλλωστε σήμερα δεν υπάρχει, αλλά η λήψη αποφάσεων προς όφελος της οικονομίας και όχι προς χάριν του στενού κομματικού συμφέροντος.

Για παράδειγμα, την ώρα που οι τράπεζες γονατίζουν από τα κόκκινα δάνεια δεν μπορεί να έρχεται η υπεύθυνη κυβέρνηση της χώρας και να νομοθετηθεί ευνοώντας τους στρατηγικούς κακοπληρωτές, όπως επιχείρησε να κάνει με το αρχικό σχέδιο που ανακοίνωσε, πριν αναδιπλωθεί ύστερα από τις πιέσεις και τις απειλές των δανειστών.

Αυτή, η σωστή αντίληψη της κανονικότητας, λοιπόν, όπως έδειξε η υπόθεση των κόκκινων δανείων λείπει από τη σημερινή κυβερνητική παράταξη. Και όταν εκδηλώνεται στο παραπέντε της καταστροφής, είτε επιβάλλεται από έξω είτε έχει χαρακτηριστικά «αναλαμπής». Δεν χρειάζεται να θυμηθεί κανείς την περήφανη διαπραγμάτευση του 2015 και ό,τι ακολούθησε από τότε, για να το διαπιστώσει αυτό. Ούτε το νέο πλαίσιο για την προστασία της πρώτης κατοικίας είναι το μόνο παράδειγμα όπου Δραγασάκης και Τσακαλώτος χρειάστηκε να διαπραγματευτούν πιο σκληρά με τον ΣΥΡΙΖΑ παρά με τους δανειστές – και με το αποτέλεσμα να παραμένει ακόμη αμφίβολο. Είναι όλα αυτά τα σημάδια που μαρτυρούν ότι σχεδιάζεται ένα εκτεταμένο όργιο παροχών έως τις εκλογές.

Ο υφυπουργός Εργασίας Τ. Πετρόπουλος εν αγνοία του υπουργού Τσακαλώτου δύο φορές μέσα στην προηγούμενη εβδομάδα με δηλώσεις του μοίρασε ελπίδες στους συνταξιούχους και στους δημοσίους υπαλλήλους για εφάπαξ καταβολή δώρου Πάσχα, λέγοντας ότι τα λεφτά υπάρχουν και ότι σε κάθε περίπτωση οι αποφάσεις για το ενδεχόμενο αυτό εναπόκεινται στον Πρωθυπουργό.

Εσπευσε να το μαζέψει ο Τσακαλώτος δείχνοντας αιφνιδιασμένος από τις δηλώσεις του υφυπουργού και διαβεβαιώνοντας ότι πρώτη φορά ακούει κάτι τέτοιο. Την επομένη, ωστόσο, το θέμα επανήλθε δια του κυβερνητικού εκπροσώπου, ο οποίος είπε ότι αυτή τη στιγμή δεν βρίσκεται στις προθέσεις της κυβέρνησης. Δηλαδή, τι να υποθέσουμε, ότι μέχρι το Πάσχα βλέπουμε;…  Φυσικά και δεν είναι η πρώτη φορά που ο αρμόδιος υφυπουργός Εργασίας μοιράζει ελπίδες για αναδρομικά, δώρα και ρυθμίσεις, την ίδια ώρα που το σύνολο σχεδόν των αρμοδίων υπουργών τάζει από προσλήψεις μέχρι επιδόματα.

Κάπως έτσι έχουμε ακόμη πολύ δρόμο ακόμη για την επιστροφή στην κανονικότητα. Μέχρι τις εκλογές σίγουρα δεν πρόκειται να γίνει κάτι τέτοιο. Η συνέχεια, θα κριθεί όχι μόνο από την νέα κυβέρνηση που θα βρίσκεται στην εξουσία αλλά σε μεγάλο βαθμό και απο τη στάση της αντιπολίτευσης η οποία θα πρέπει να δώσει σαφή δείγματα μιας «κανονικής»  αντίληψης των πραγμάτων. Ιδωμεν, αλλά οι ελπίδες δεν είναι πολλές.

Γράψτε το σχόλιο σας