Η Κύπρος που είναι μια χώρα που έχει ιστορικούς δεσμούς αλλά και ιδιαίτερα ενεργές σχέσεις με τη Ρωσία, εδώ και αρκετά χρόνια

Ας μην ξεχνάμε ότι η νεοσύστατη Κυπριακή Δημοκρατία, που ως χώρα που είχε βγει μέσα από αντιαποικιακό αγώνα ανήκε στο «Κίνημα των Αδεσμεύτων», είχε δεχτεί ενεργή και κρίσιμη στήριξη από την ΕΣΣΔ ως χώρα μόνιμο-μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας σε διάφορες στιγμές της ιστορίας της ήδη από το 1964, όταν είχε κάνει σαφές ότι ήταν αντίθετη σε οποιαδήποτε επέμβαση ξένης δύναμης στην Κύπρο.

Για την ακρίβεια από τα μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας η ΕΣΣΔ αρχικά και η Ρωσία αργότερα ήταν αυτές που πάντοτε τάσσονταν υπέρ των πάγιων θέσεων της ελληνοκυπριακής πλευράς.

Για να αναφέρουμε ένα πρόσφατο παράδειγμα, το 2004 ήταν το Ρωσικό βέτο στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ που απέτρεψε ψήφισμα των ΗΠΑ και της Βρετανία που προσπαθούσε να εγκρίνει σε επίπεδο ΟΗΕ το «Σχέδιο Ανάν» παρότι είχε απορριφθεί συντριπτικά από τους ελληνοκυπρίους στο δημοψήφισμα.

 

Έπειτα υπάρχουν οικονομικοί δεσμοί που διαμορφώθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες. Για πολλούς Ρώσους επιχειρηματίες και επιχειρήσεις η Κύπρος ήταν μια ιδιαίτερα βολική χώρα να έχουν δραστηριότητες, αποτελώντας κατά κάποιο τρόπο και ένα από τα σημεία εισόδου στην ευρωπαϊκή αγορά, δεδομένου και του ευνοϊκού θεσμικού πλαισίου για την επιχειρηματική δραστηριότητα.

Παρότι θα υπάρξουν συχνά κατηγορίες ότι η παρουσία αυτή περιλάμβανε και δραστηριότητες «ξεπλύματος μαύρου χρήματος», εντούτοις για την κυπριακή οικονομία η παρουσία των Ρώσων επιχειρηματιών και επενδυτών ήταν ιδιαίτερα σημαντική. Μάλιστα, αρκετοί παρέμειναν και μετά τη μεγάλη τραπεζική κρίση του 2013. Υπολογίζεται ότι σήμερα κατοικούν στην Κύπρο περίπου 40-50.000 Ρώσοι, αποτελώντας ένα σημαντικό τμήμα του τοπικού πληθυσμού. Για την Κυπριακή οικονομία μια πλήρης αποκοπή από τις οικονομικές σχέσεις με τη Ρωσία θα ήταν ένα σημαντικό πλήγμα.

Η φιλοαμερικανική στροφή της κυβέρνησης Αναστασιάδη και το ζήτημα των εξορύξεων

Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια φιλοαμερικανική στροφή της Κυπριακής εξωτερικής πολιτικής. Αυτή η στροφή που κατεξοχήν εκπροσωπήθηκε από την κυβέρνηση Αναστασιάδη και η οποία συμπίπτει με ανάλογες μετατοπίσεις και της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, δεν είναι άσχετη με τις εξελίξεις στα ενεργειακά.

Ο εντοπισμός μεγάλων και αξιοποιήσιμων κοιτασμάτων φυσικού αερίου στην ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου, μέρος των οποίων φαίνεται να είναι μέσα στα όρια της ΑΟΖ της Κύπρου, έδωσε νέα διάσταση και στο ζήτημα του προσανατολισμού της κυπριακής οικονομίας, διαμορφώνοντας ελπίδες για μια σημαντική αναπτυξιακή ώθηση, και στο ζήτημα του γεωπολιτικού προσανατολισμού.

Με δεδομένη την ανάγκη προάσπισης των δικαιωμάτων εξόρυξης απέναντι στις αμφισβητήσεις που εγείρει η Τουρκία ως προς τα κυριαρχικά δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας, συμπεριλαμβανομένου και του δικαιώματος στην αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου, εκτιμήθηκε ότι χρειαζόταν μια προσπάθεια αφενός σύμπραξης με μεγάλες πολυεθνικές της ενέργειας, αφετέρου εξασφάλισης νέων συμμαχιών. Μάλιστα, σε μεγάλο βαθμό η συνεργασία με αμερικανικές, γαλλικές και ιταλικές πολυεθνικές θεωρήθηκε ότι θα εξασφάλιζε και την αντίστοιχη κρατική υποστήριξη. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η εκτίμηση ότι είναι ακριβώς η αμερικανική στήριξη που εξασφαλίζει την εξόρυξη στο «Οικόπεδο 10» που έχει παραχωρηθεί στην κοινοπραξία ExxonMobil – Qatar Petroleum

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται η λογική των νέων αξόνων ασφάλειας με την Αίγυπτο και το Ισραήλ, κατά τρόπο ανάλογο με αυτό της αντίστοιχης ελληνικής πολιτικής. Αυτό έχει προβληθεί μάλιστα και ως μια εκδοχή «τετραμερούς» συνεργασίας που μπορεί να διασφαλίσει τα κυπριακά κυριαρχικά δικαιώματα. Όμως, πίσω από αυτές τις περιφερειακές συνεργασίες υπάρχει πάντα και η σκέψη της ένταξης και στους αμερικανικούς σχεδιασμούς για την περιοχή.

Το ευρύτερο γεωπολιτικό παιχνίδι

Η συνεργασία αυτή δεν αφορά μόνο το ζήτημα των εξορύξεων αλλά και σχετίζεται και με ένα ευρύτερο γεωπολιτικό παιχνίδι στην περιοχή. Η εξέλιξη της συριακής κρίσης και το γεγονός ότι αντικειμενικά η Ρωσία κατάφερε να κατοχυρώσει ένα ρόλο «εγγυητή» για την επόμενη μέρα, έχει οδηγήσει σε αναβάθμιση των προσπαθειών των ΗΠΑ να διαμορφώσουν αντίρροπες δυναμικές στην περιοχή και να αναβαθμίσουν ακόμη περισσότερο την παρουσία της.

Πλευρά αυτής της σύνθετης εξίσωσης και το γεγονός ότι πλέον η Τουρκία δεν μπορεί να θεωρηθεί με τον ίδιο τρόπο το «προκεχωρημένο φυλάκιο της Δύσης» στην ευρύτερη περιοχή αφού επιμένει και να διατηρεί ένα βαθμό έστω και αναγκαστικής σύμπραξης στη Συρία με τη Ρωσία με την ίδια ώρα που έρχεται σε αντιπαράθεση με πλευρές της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, πρώτα και κύρια ως προς τη στήριξη στους Κούρδους της Συρίας.

 

Όμως, αυτό εκ των πραγμάτων σημαίνει ότι η όποια αμερικανική υποστήριξη στις θέσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας θα έρθει σε ένα συνδυασμό με τη μεγαλύτερη άμεση ή έμμεση εμπλοκή της Κύπρου στους σχετικούς σχεδιασμούς και αντιπαραθέσεις. Οι υποστηρικτές αυτής της θέσης υπογραμμίζουν ότι αυτό διαμορφώνει δυνάμει και μια ασπίδα προστασίας απέναντι στην Τουρκία και το παρουσιάζουν ως ένα είδος «νατοϊκών εγγυήσεων» σε σχέση με τα δικαιώματα εξορύξεων. Υποστηρίζουν μάλιστα ότι τώρα που υπάρχουν εντάσεις στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις, ανοίγονται νέες ευκαιρίες και για την Κύπρο και για την Ελλάδα.

Ωστόσο, η Κύπρος δεν είναι μια χώρα του ΝΑΤΟ και με την εξαίρεση των Βρετανικών Βάσεων, που όμως είναι «κληρονομιά» των όρων κατάκτησης της ανεξαρτησίας, δεν έχει τυπική ένταξη στις «δυτικές» αμυντικές δομές.

Η ρωσική προειδοποίηση επομένως αφορά ακριβώς αυτή τη μετατόπιση της Κυπριακής εξωτερικής πολιτικής και το ενδεχόμενο μεγαλύτερης πραγματικής εμπλοκής της Κύπρου στους αμερικανικούς «σχεδιασμούς ασφαλείας», αυτό που η αντιπολίτευση στην Κύπρο και ιδίως το ΑΚΕΛ έχουν χαρακτηρίσει «στρατιωτικοποίηση της Κύπρου. Εδώ εντάσσονται τα όσα κατά καιρούς έχουν ακουστεί (έστω και χωρίς επιβεβαίωση) για «μυστική στρατιωτική βάση των ΗΠΑ» ή για διάφορες άλλες μορφές διευκόλυνσης στις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις. Κάτι τέτοιο θεωρείται από τη Ρωσία ως αλλαγή των «κανόνων του παιχνιδιού» κατά τρόπο ανάλογο με την αύξηση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.

Η δύσκολη ισορροπία

Όλα αυτά σημαίνουν ότι για την κυπριακή κυβέρνηση (αλλά και την ελληνική διπλωματία) διαμορφώνεται μια αρκετά δύσκολη και λεπτή ισορροπία. Από τη μια πρέπει να λάβουν υπόψη την οικονομική σημασία των σχέσεων με τη Ρωσία, όπως και την ανάγκη σταθερών στηριγμάτων στους διεθνείς οργανισμούς, από την άλλη να εξασφαλίσουν την αμερικανική εγγύηση για τις εξορύξεις απέναντι στις διαρκείς τουρκικές αμφισβητήσεις.

Το εάν και κατά πόσο είναι εφικτή μια τέτοια ισορροπία είναι κάτι που θα φανεί το επόμενο διάστημα. Πάντως η Μόσχα κατέστησε σαφές ότι η δική της «κόκκινη γραμμή» είναι η μη εμπλοκή της Κύπρου στις στρατιωτικές πλευρές του γεωπολιτικού παιχνιδιού στην περιοχή.