Στην ιστορία του «Μακεδονικού Ζητήματος», ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα, το ζήτημα της ύπαρξης ή όχι «εθνικά μακεδόνων» στον ελλαδικό χώρο και κατά συνέπεια του εάν αποτελούν ή όχι «εθνική μειονότητα» και μάλιστα με ιδιαίτερα δικαιώματα, έχει μεγαλύτερο ιστορικό βάθος ακόμη και αυτό του «ονόματος».

Για την ακρίβεια το ζήτημα του «ονόματος» προέκυψε ως πρόβλημα για την ελληνική εξωτερική πολιτική ακριβώς ως συνάρτηση του ζητήματος περί της ύπαρξη ή όχι μειονότητας και κατ’ επέκταση του εάν αυτή νομιμοποιεί αξιώσεις.

Από την αντιπαράθεση με τη Βουλγαρία σε σχέση με τους σλαβόφωνους πληθυσμούς της ελληνικής Μακεδονίας, ήδη από την εποχή του Μακεδονικού Αγώνα, μέχρι τις διαρκείς αντιπαραθέσεις και τις συγκρούσεις πάνω στο ζήτημα εντός και εκτός του ελληνικού χώρου, το ζήτημα αφορούσε πάντοτε το εάν υπάρχουν ή όχι οι «Μακεδόνες του Αιγαίου» και τι σημαίνει αυτό.

Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι σε περιόδους που τα θέματα που αφορούσαν την ύπαρξη ή όχι μειονότητας στον ελλαδικό χώρο υποχωρούσαν και δεν εγείρονταν αξιώσεις, η ελληνική πλευρά αντιμετώπιζε πιο ψύχραιμα και το θέμα του «ονόματος», με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα την ανοχή στο να υπάρχει ομόσπονδη δημοκρατίας της Ενιαίας Γιουγκοσλαβίας με αυτό το όνομα για αρκετές δεκαετίες.

Το ζήτημα προέκυψε όταν ακριβώς όχι μόνο εμφανίστηκε ένα γειτονικό κράτος με το όνομα «Δημοκρατία της Μακεδονίας» αλλά και ξύπνησαν ξανά όλοι οι φόβοι για έγερση αξιώσεων πέραν των συνόρων.

Γιατί ακόμη και εάν κάποιος μπορεί να ξεπεράσει απόψεις που επιμένουν κυρίως σε «συμβολισμούς», το ζήτημα των αλυτρωτισμών στα Βαλκάνια, μια περιοχή όπου με μία έννοια η χάραξη των συνόρων της δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί, δεν είναι κάτι το οποίο μπορεί να αντιμετωπιστεί με ελαφρότητα.

Το «εθνικό αφήγημα» της ΠΓΔΜ

Στο «εθνικό αφήγημα» της ΠΓΔΜ το ζήτημα των «Μακεδόνων του Αιγαίου» είναι κομβικό, εφόσον το αίτημα της ενοποίησης όλων των περιοχών όπου ζει ο «μακεδονικός λαός», εντοπίζεται σε πλείστες διακηρύξεις.

Η φόρτιση αυτή ενισχύεται και από το ότι ένα μέρος του πληθυσμού της ΠΓΔΜ, όπως και της ιδιαίτερα σημαντικής διασποράς που αναφέρεται στην ΠΓΔΜ έχει αρχική καταγωγή από την περιοχή της Ελλάδας και για χρόνια καταγόμενοι από περιοχές της ελληνικής Μακεδονίας πολιτικοί πρόσφυγες στη γειτονική χώρα ήταν και από τους πιο ένθερμους προπαγανδιστές των θέσεων περί «Μακεδονίας του Αιγαίου».

 

Προφανώς η επίγνωση των πραγματικών συσχετισμών στα Βαλκάνια οδήγησε στην παραδοχή από τη μεριά των κυβερνήσεων της ΠΓΔΜ ότι δεν εγείρουν ζητήματα εδαφικών αξιώσεων σε γειτονικές χώρες (δηλαδή την Ελλάδα και τη Βουλγαρία), αυτό όμως δεν σήμαινε την υποχώρηση της θέσης ότι υπάρχουν «μακεδονικές μειονότητες» και έχουν δικαιώματα.

Οι λεπτές ισορροπίες της Συμφωνίας των Πρεσπών

Η Συμφωνία των Πρεσπών όπως και όλες οι απόπειρες επίλυσης του ζητήματος με όρους «σύνθετης ονομασίας», στηρίζεται σε μια λεπτή ισορροπία που αφήνει σημαντικά περιθώρια για παρερμηνείες.

Αυτό προκύπτει από την προσπάθεια αποσύνδεσης του ονόματος από την «εθνική ταυτότητα». Αν πιστέψουμε την ελληνική κυβέρνηση η συμφωνία πατάει πάνω σε μια διάκριση ανάμεσα στην αποδοχή του ονόματος «Βόρεια Μακεδονία» με ταυτόχρονη αποσαφήνιση ότι δεν αναγνωρίζεται «μακεδονική εθνότητα» και δεν εγείρεται ζήτημα «μακεδονικών μειονοτήτων» εκτός συνόρων.

Ωστόσο, το δεύτερο σημείο είναι στα όρια της «δημιουργικής ασάφειας», μέσα από την αναγνώριση «μακεδονικής γλώσσας» και «μακεδονικής ιθαγένειας» χωρίς αναφορά σε εθνότητα.

Στην πραγματικότητα, όμως, ο συμβιβασμός της Συμφωνίας των Πρεσπών, ακόμη και εάν δεν θέλει να το παραδεχτεί η ελληνική κυβέρνηση, είναι ακριβώς η ανταλλαγή της σύνθετης ονομασίας (ως απεμπόληση ρητών εδαφικών αξιώσεων) με την αναγνώριση κάποιου είδους «μακεδονικής ταυτότητας» (ώστε να μη θεωρηθεί «ταπεινωτική» για τους γείτονες). Εξ ου και η δήλωση Ζάεφ ότι «Ούτε εγώ, ούτε εσείς, ούτε τα παιδιά μας θα είναι Βορειομακεδόνες. Θα είμαστε Μακεδόνες, που μιλούν την μακεδονική».

Μόνο που όπως συμβαίνει πάντα με τις εθνικές ταυτότητες, έτσι και η «μακεδονική ταυτότητα» δεν κοιτάζει μόνο προς τα μέσα, δηλαδή προς την εσωτερική κοινωνική συνοχή, αλλά και προς τα έξω. Και εκεί μπορεί να υπάρξουν προβλήματα.

 

Οι κινήσεις Ζάεφ και οι κίνδυνοι στο μέλλον

Οι δηλώσεις Ζάεφ σε πρώτη ανάγνωση μπορούν να θεωρηθούν απλές προσπάθειες να χειριστεί ένα εσωτερικό πολιτικό ακροατήριο με το να αναπαράγει κομβικές πλευρές του «εθνικού αφηγήματος» της ΠΓΔΜ. Αυτό ενισχύεται και από την ευκολία να γίνουν διορθώσεις, να αναθεωρηθούν κ.λπ.

Όμως, σε ένα δεύτερο επίπεδο ανάλυσης οι δηλώσεις αποκαλύπτουν ακριβώς ότι το πρόβλημα με τη διατήρηση ρητορικών στοιχείων που μπορούν να πάρουν και αλυτρωτική μορφή εξακολουθεί να υπάρχει.

Ορισμένα στοιχεία από την ίδια τη διαδικασία συνταγματικής αναθεώρησης που είναι σε εξέλιξη στην ΠΓΔΜ είναι από αυτή την άποψη ενδεικτικά.

Παρά τη ρητή αλλαγή του ονόματος της χώρας, διατηρείται η αναφορά σε «μακεδονικό κράτος» στο άρθρο 36 του Συντάγματος της γειτονικής χώρας που αναφέρεται στα ασφαλιστικά δικαιώματα των βετεράνων «του αντιφασιστικού πολέμου και όλων των μακεδονικών εθνικών απελευθερωτικών πολέμων, σε αναπήρους πολέμου, σε εκείνους που εξορίσθηκαν και φυλακίστηκαν για τα ιδεώδη της ξεχωριστής ταυτότητας του μακεδονικού λαού και του μακεδονικού κράτους», αναφορά που εμμέσως περιλαμβάνει και συγκρούσεις στον ελλαδικό χώρο, συμπεριλαμβανομένου του ελληνικού Εμφυλίου.

Ακόμη, παρότι από το Προοίμιο του Συντάγματος οι αφαιρείται η αναφορά στις αποφάσεις της Αντιφασιστικής Συνέλευσης του Λαϊκού Απελευθερωτικού Μετώπου του 1944, που είχε ρητές αλυτρωτικές αναφορές, εντούτοις διατηρείται η επίκληση της «Διακήρυξης» της ίδιας Συνέλευσης που επίσης αναφέρεται στην ευχή «να σβήσουν τα σύνορα που σηκώθηκαν διαιρώντας αδερφό από αδελφό, Μακεδόνα από Μακεδόνα».

Όλα αυτά θα μπορούσαν να θεωρηθούν απλώς προσπάθειες να ικανοποιηθεί ένα εσωτερικό πολιτικό ακροατήριο και να διαμορφωθούν όροι συναίνεσης για να περάσει η συμφωνία των Πρεσπών.

Όμως, την ίδια στιγμή απειλούν στο μέλλον με σοβαρά προβλήματα, κύρια μέσα από την ενδεχόμενη ανακίνηση ζητήματος «εθνικής μειονότητας» στην Ελλάδα, με όλες τις συνέπειες που θα μπορούσε αυτό να έχει. Και όπως έχει δείξει η ιστορία η απόσταση από την απλή διεκδίκηση δικαιωμάτων μιας μειονότητας μέχρι ευρύτερες αμφισβητήσεις είναι κάποιες φορές μικρή.

 

Είναι προφανές ότι οι λεπτές ισορροπίες που η κυβέρνηση Τσίπρα υποστηρίζει ότι έχει διασφαλίσει ώστε η συμφωνία να είναι ένας έντιμος συμβιβασμό, ούτε δεδομένες είναι ούτε εξασφαλισμένη είναι η εφαρμογή τους χωρίς προβλήματα.

Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι η πλευρά της ΠΓΔΜ δοκιμάζει και αυτή να πιέσει ακόμη περισσότερο, πέραν και των προβλέψεων της Συμφωνίας, όταν π.χ. υποστηρίζουν ότι οι αλλαγές στο Σύνταγμα θα ισχύσουν μετά την επικύρωση από την Ελλάδα και μετά από το πρωτόκολλο ένταξης στο ΝΑΤΟ, παρότι η Συμφωνία των Πρεσπών προβλέπει ότι πρώτα πρέπει να κάνουν όλες τις αλλαγές που προβλέπει η Συμφωνία εν συνόλω και χωρίς να θέσουν όρους.

Πολιτικές αναταράξεις

Οι εξελίξεις αυτές τώρα που πλησιάζουμε στην κρίσιμη ώρα της ολοκλήρωσης της συνταγματικής αναθεώρησης στη γειτονική χώρα και άρα στην ανάγκη να επικυρωθεί η συμφωνία και από την ελληνική πλευρά, επηρεάζουν και τις εσωτερικές πολιτικές διεργασίες. To είδαμε άλλωστε με την παρέμβαση Καμμένου αλλά και με τις δηλώσεις Ξυδάκη που για πρώτη φορά άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο να σπάσει η συμφωνία.

Ενδεικτικές από αυτή την άποψη οι δηλώσεις του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου του Ποταμιού Γιώργου Αμυρά ότι «σίγουρα θα υπάρξουν δεύτερες σκέψεις στο Ποτάμι για τη Συμφωνία των Πρεσπών, θα το θέσω και εγώ μετά τις δηλώσεις Ζάεφ που έθεσε θέμα μακεδονικής μειονότητας στην Ελλάδα».

Σε μια τέτοια περίπτωση θα διακυβευόταν ακόμη και η κοινοβουλευτική πλειοψηφία που δηλώνει η κυβέρνηση ότι έχει εξασφαλίσει για την επικύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών από την ελληνική Βουλή.