Από την πρώτη στιγμή που ξεκίνησε η διαδικασία για το Brexit, ήδη από την περίοδο του δημοψηφίσματος, είχε φανεί ότι είχαμε να κάνουμε με ένα αίτημα που την ώρα που είχε πραγματική απήχηση, εκφραζόταν με τον πιο αντιφατικό τρόπο.

Μίγμα πραγματικών ανησυχιών για τη διάβρωση της παραγωγικής βάσης και των θέσεων εργασίας στη Βρετανία αναμεμειγμένων με νεοσυντηρητικά ή και ακροδεξιά αντανακλαστικά σχετικά με την μετανάστευση και τους πρόσφυγες και παραδοσιακές προκαταλήψεις για την άλλη πλευρά του Αγγλικού Καναλιού, το αίτημα αυτό συσπείρωνε ταυτόχρονα τμήμα των βρετανικών επιχειρήσεων αλλά και λαϊκά στρώματα χωρίς κοινή συνισταμένη.

Όμως, ούτε οι αντίμαχοι του Brexit είχαν συνοχή, καθώς περιλάμβαναν επιχειρήσεις που κυρίως ήθελαν να παραμείνουν διασυνδεδεμένες με την Ενιαία Αγορά και την ΕΕ, αλλά και συνδικαλιστές για τους οποίους ενίοτε τα ισχνά κοινωνικά δικαιώματα που προβλέπει η ΕΕ ήταν καλύτερα από την πλήρη απουσία τους στο βρετανικό θεσμικό πλαίσιο ή οργανώσεις για τα δικαιώματα των προσφύγων και των μεταναστών που φοβόντουσαν ότι το νέο πλαίσιο θα είναι ακόμη χειρότερο και από αυτό της «Ευρώπης – Φρούριο».

Σε όλα αυτά προσθέτονταν και άλλα επιμέρους προβλήματα, από την τύχη των ευρωπαίων πολιτών που ζούσαν μόνιμα στη Βρετανία, ιδίως σε πόλεις που στηρίζονται στον πολυεθνικό χαρακτήρα τους όπως π.χ. το Λονδίνο, μέχρι το ζήτημα των συνόρων της Βορείου Ιρλανδίας, όπου τα ανοιχτά σύνορα και οι αυξημένες διασυνοριακές συναλλαγές που προβλέπει το ευρωπαϊκό πλαίσιο είχαν αξιοποιηθεί για τη διαδικασία ειρήνευσης μέσα από την αυξημένη επικοινωνία ανάμεσα στη Βόρεια Ιρλανδία και τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας.

Οι εσωτερικές διαιρέσεις του Συντηρητικού Κόμματος

Σαν μην έφταναν όλα αυτά υπήρχε πάντα και το πρόβλημα του ίδιου του κυβερνώντος Συντηρητικού Κόμματος.

Η συνύπαρξη ενός φάσματος απόψεων από νεοφιλελεύθερες έως νεοσυντηρητικές, η απουσία ισχυρών ηγετικών φυσιογνωμιών, η αποκοπή από την κοινωνία μέσα από τον εγκλωβισμό σε συγκεκριμένα δίκτυα αναπαραγωγής των ανώτερων τάξεων και η διαίρεση του ίδιου του κόμματος παραμονές του δημοψηφίσματος (άλλωστε ο Ντέιβιντ Κάμερον είχε σκεφτεί το δημοψήφισμα περισσότερο ως προεκλογική κίνηση παρά ως οδικό χάρτη για τη ρήξη) όλα αυτά έκαναν τα πράγματα ακόμη πιο δύσκολα.

Το αποτέλεσμα ήταν μια διαρκής ταλάντευση ανάμεσα στο «μαλακό» και το «σκληρό» Brexit, με το πρώτο να είναι περισσότερο η διατήρηση μιας ειδικής σχέσης, χωρίς ουσιαστική ρήξη, και το δεύτερο να εκπροσωπεί ένα συνολικότερο αναπροσανατολισμό με συνολικότερη στροφή ως προς την εξωτερική πολιτική και τις οικονομικές σχέσεις, εκτιμώντας ότι το κλειδί για την ανάπτυξη δεν είναι η Ενιαία Αγορά.

Μια διαπραγμάτευση με άνισους όρους

Την ίδια ώρα η πλευρά της ΕΕ προσήλθε στη διαπραγμάτευση με δύο βασικούς στόχους.

Αφενός να διεκδικήσει τις μέγιστες δυνατές παραχωρήσεις σε ό,τι αφορά την ελεύθερη μετακίνηση προσώπων σε αντάλλαγμα για την όποια ειδική οικονομική σχέση (δηλαδή την πρόσβαση στην Ενιαία Αγορά).

Αφετέρου να εξασφαλίσει ένα σεβαστό οικονομικό αντάλλαγμα ως συνεισφορά στον προϋπολογισμό της Ένωσης.

Το αποτέλεσμα αυτής της διαπραγμάτευσης ήταν η συγκεκριμένη συμφωνία. Σε πρώτη ανάγνωση πιο κερδισμένη δείχνει να είναι η πλευρά της ΕΕ, που εξασφαλίζουν μακρά μεταβατική περίοδο και οικονομικά ανταλλάγματα, με τους βρετανούς κυρίως να εξασφαλίζουν ακριβώς το ίδιο το γεγονός ότι πάμε για μια συμφωνημένη ρήξη και όχι στα αχαρτογράφητα ύδατα του no deal.

Επιπλέον, η βρετανική κυβέρνηση μπορεί να υποστηρίζει ότι θα υπάρξει μετά την έξοδο η δυνατότητα για μια συμφωνία ελευθέρου εμπορίου που θα εξασφαλίσει τα συμφέροντα των βρετανικών επιχειρήσεων.

Κομβική πλευρά της συμφωνίας αλλά και πεδίο έντονων αντιπαραθέσεων στην ίδια τη Βρετανία το ζήτημα του ιρλανδικού συνόρου.

Ουσιαστικά, επελέγη μια λύση μέχρις ότου υπάρξει μια πιο συνολική λύση ουσιαστικά στη Βόρεια Ιρλανδία θα εξακολουθήσει να ισχύει, δυνητικά στο διηνεκές, σημαντικό μέρος του ρυθμιστικού πλαισίου της ΕΕ ώστε να παραμείνει ανοιχτό το σύνορο.

Η λύση αυτή προκαλεί μεγάλες αντιδράσεις ιδίως στους εκπροσώπους της Προτεσταντικής κοινότητας, που είναι σύμμαχοι της Μέι στη Βουλή των Κοινοτήτων, αλλά και αρκετούς συντηρητικούς βουλευτές, που υποστηρίζουν ότι ουσιαστικά με αυτό τον τρόπο διαμορφώνεται ντε φάκτο διαχωρισμός της Βόρειας Ιρλανδίας από το υπόλοιπο Ηνωμένο Βασίλειο που θα προοπτικά θα μπορούσε ενισχύσει το στόχο των Καθολικών για ενωμένη Ιρλανδία

Οι προδομένοι οπαδοί του Brexit

Η αντιφατικότητα της συμφωνίας εξηγεί και την αντιφατικότητα των αντιδράσεων. Πλάι στις αντιδράσεις των οπαδών της παραμονής στην Ευρωπαϊκή Ένωση (“remainers”), τόσο στο Συντηρητικό όσο και στο Εργατικό Κόμμα, που βρήκαν μια ευκαιρία να υπενθυμίσουν την αντίρρησή τους στην ίδια την ετυμηγορία του δημοψηφίσματος και να επαναφέρουν την πρότασή τους για νέο δημοψήφισμα, η μεγαλύτερη αντίδραση έρχεται από οπαδούς του Brexit που κατηγορούν την Τερέζα Μέι ότι ουσιαστικά «ξεπούλησε» τα βρετανικά συμφέροντα.

Αυτό εξηγεί και γιατί αποτέλεσε ιδιαίτερα σημαντικό πλήγμα για την ίδια την Μέι η παραίτηση του Ντόμινικ Ράαμπ του υπουργού αρμόδιου για το Brexit, καθώς στηριζόταν σε αυτόν για να εξασφαλίζει τη συναίνεση των σκληροπυρηνικών οπαδών της ρήξης μέσα στο ίδιο της το κόμμα. Δεν είναι τυχαίο ότι ήταν αυτή η παραίτηση που πυροδότησε μια σειρά παραιτήσεων κυβερνητικών αξιωματούχων και διαμόρφωσε ένα ιδιαίτερα αρνητικό κλίμα.

Με αυτή την έννοια και με δεδομένη τη θέση των Εργατικών ότι είναι μια «κακή συμφωνία», όπως χαρακτηριστικά δήλωσε ο Τζέρεμι Κόρμπιν, η μεγαλύτερη απειλή για τη συνοχή της κυβέρνησης Μέι (και την πολιτική επιβίωση της ίδιας) αλλά και για την ίδια τη δυνατότητα της συμφωνίας να εγκριθεί από τη Βουλή των Κοινοτήτων, προέρχεται από τους οπαδούς του Brexit εντός της κοινοβουλευτικής ομάδας των Συντηρητικών που θεωρούν ότι αυτή η συμφωνία προδίδει τα βρετανική συμφέροντα.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο