Οι αναρχικοί δεν φημίζονται για το ενδιαφέρον τους για τις λεπτομέρειες της πολιτικής συγκυρίας. Ούτως ή άλλως, η καθολική τους αντίθεση σε αυτό που αποκαλούν συλλήβδην ως «καθεστώς», σημαίνει ότι οι επιμέρους αντιπαραθέσεις ανάμεσα στις διαφορετικές κοινοβουλευτικές πολιτικές πτέρυγες ή τα ζητήματα της επικαιρότητας δεν είναι ακριβώς αυτό που τους απασχολεί. Αυτό που προκρίνουν, με την εξαίρεση των συγκεκριμένων περιπτώσεων έκφρασης αλληλεγγύης, είναι η γενικευμένη αντίθεση σε «κράτος και κεφάλαιο».

Από αυτή την άποψη ο «Ρουβίκωνας» αποτελεί την εξαίρεση σε αυτό τον κανόνα ως προς την παρακολούθηση της πολιτικής επικαιρότητας. Και αυτό γιατί η συγκεκριμένη αναρχική συλλογικότητα κατά βάση παρακολουθεί την επικαιρότητα και επιδιώκει να παρέμβει σε αυτή.

Υπάρχει θέμα με τα «κόκκινα δάνεια»; Παρέμβαση σε ένα συμβολαιογραφείο. Υπάρχει θέμα με την υπερφορολόγηση; Παρεμβάσεις σε ΔΟY. Υπάρχει θέμα με τα «φακελάκια» στα δημόσια νοσοκομεία; Παρέμβαση και απειλές εναντίον ενός γιατρού. Ανοίγει θέμα με την εξωτερική πολιτική; Παρέμβαση στο υπουργείο Εξωτερικών.

Το μοτίβο των περισσότερων παρεμβάσεων είναι συγκεκριμένο. Σύντομες «καταδρομικές» επιθέσεις, με έμφαση στο συμβολισμό, χωρίς βία κατά προσώπων και με τις «δολιοφθορές» να μην ξεπερνούν ποτέ ένα ορισμένο όριο.

Θα μπορούσε κανείς να πει ότι θέλουν να κινηθούν στη λεπτή διαχωριστική γραμμή που επιτρέπει στους μεν περισσότερο συντηρητικούς να φωνάζουν ότι πρόκειται περί «ανομίας», χωρίς ταυτόχρονα να μπορεί κανείς να εξαπολύσει την κατηγορία ότι πρόκειται περί «τρομοκρατών».

Έτσι, λοιπόν, κατορθώνουν τις περισσότερες φορές να προκαλούν σωρεία ανακοινώσεων της αντιπολίτευσης ή σχόλια στον αντιπολιτευόμενο Τύπο για το πώς μπορούν να «συνεχίζουν ανενόχλητοι» το έργο του και την ίδια στιγμή η κυβέρνηση να βγαίνει και να λέει ότι δεν μπορεί να καταστείλει «ακτιβισμούς» και «διαμαρτυρίες».

Όταν ο ΣΥΡΙΖΑ κάνει διάλογο με τον Ρουβίκωνα

Άλλωστε, συνολικά η στάση της κυβέρνησης απέναντι στη συγκεκριμένη οργάνωση δείχνει αρκετά αμφίσημα.

Από τη μια υπάρχουν, υπάρχουν όλες οι γνωστές διαβεβαιώσεις περί της τήρησης της τάξης κ.λπ. Όπως, έχει πει ο αναπληρωτής υπουργός Προστασίας του Πολίτη Νίκος Τόσκας. «η ομάδα αυτή παίζει στα όρια της νομιμότητας και όταν τα υπερβαίνει θα αντιμετωπίζει τις συνέπειες».

Από την άλλη, υπάρχει η αίσθηση ότι ενίοτε η κυβέρνηση κάνει έναν ιδιότυπο πολιτικό διάλογο με τη συγκεκριμένη οργάνωση. Σχολιάζοντας για παράδειγμα τις τελευταίες επιθέσεις της στη Δ.Ο.Υ. Ψυχικού και το υπουργείο Εξωτερικών, ο υπουργός Μεταναστευτικής Πολιτικής Δημήτρης Βίτσας υποστήριξε ότι «πολλές από τις πράξεις της μας βάζουν σε πολλά ερωτήματα για τους στόχους που έχει αυτή η ομάδα […] εγώ δεν τους εντάσσω στους ακτιβιστές. Η μαζική κοινωνική δραστηριότητα έχει αποτέλεσμα, όλα τα άλλα μπορεί να οδηγήσουν σε δύσκολες καταστάσεις […]ο Ρουβίκωνας είναι μια πολύ περίεργη πολιτική ομάδα, η οποία παρουσιάζει μια αφήγηση, αλλά οι πράξεις της δεν συντείνουν προς την ομαλή κατεύθυνση της κοινωνικής ζωής».

Η ασυλία και οι πολιτικοί υπολογισμοί

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι ο Ρουβίκωνας έχει μια ιδιότυπη ασυλία από τη μεριά της κυβέρνησης. Την άποψη αυτή συμμερίζεται και ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, που έχει βρεθεί και αυτός στο στόχαστρο της συγκεκριμένης οργάνωσης, και ο οποίος πρόσφατα υπογράμμισε ότι  «ο Ρουβίκωνας είναι  αρεστός, στην κυβέρνηση γιατί προέρχεται από την ίδια ιδεολογική μήτρα. Στην Τήνο ένας δήμαρχος σε συνεργασία με την  αστυνομία και τον λιμενάρχη συνέλαβε μέλη του Ρουβίκωνα. Στην Αθήνα  που είναι γεμάτη διμοιρίες ΜΑΤ, ο Ρουβίκωνας παρελαύνει με προκλητική ανοχή της υγείας του υπουργείου” τόνισε ο κ. Μητσοτάκης.»

Ακόμη και εάν κανείς δεν ενστερνιστεί την άποψη περί ιδεολογικού και πολιτικού «συνεχούς» ανάμεσα στον ΣΥΡΙΖΑ και μια αναρχική συλλογικότητα, εύλογα μπορεί να υποθέσει ότι για την κυβέρνηση, μια οργάνωση της οποία η παραβατικότητα περιορίζεται σε «ακτιβισμούς» είναι προτιμότερη από το να βρεθεί αντιμέτωπη με μια «νέα γενιά» τρομοκρατών, πολύ πιο βίαιων και αποφασισμένων. Αυτό θα μπορούσε να δικαιολογήσει έναν ορισμένο βαθμό «ανοχής».

Άλλωστε, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει δείξει ότι δεν έχει πρόβλημα να συνεχίζει να καλλιεργείται ένα αρνητικό κλίμα «αγανάκτησης» κατά της «διαπλοκής», της «διαφθοράς», των «μνημονίων». Πρόβλημα έχει, βέβαια όταν στρέφεται η διαμαρτυρία, συμπεριλαμβανομένων των «ακτιβισμών» του Ρουβίκωνα εναντίον του ή εναντίον στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ.

Για να το πούμε διαφορετικά ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει ιδιαίτερο πρόβλημα να υπάρχουν «ακτιβισμοί», στο βαθμό που θέλει η αγανάκτηση του εκλογικού σώματος να μένει στο «καλά τους έκαναν» και όχι σε μια πιο συνολική μεταστροφή, ελπίζοντας ότι στην ώρα της κάλπης να επαναλαμβάνει το χειρισμό του 2015 και να πείσει ότι και το κυβερνών κόμμα «κατά βάθος» είναι με αυτούς που διαμαρτύρονται και αγανακτούν.

Βέβαια αυτό που δεν μετράει η κυβέρνηση ότι η εικόνα ενός κράτους που ανέχεται κάθε είδους «ακτιβισμούς» κάθε άλλο παρά είναι η καλύτερη για τη χώρα. Το στερεότυπο ότι στην Ελλάδα γενικά μπορούν «συλλογικότητες» να «τα σπάνε», μπορεί να ενισχύει τον… επαναστατικό τουρισμό στα Εξάρχεια (όπως και το όχι ιδιαίτερα επαναστατικό airbnb στην ίδια γειτονιά), αλλά προφανώς και δεν διευκολύνει μεσοπρόθεσμα την έξοδο από μια επιτήρηση που εκτός άλλων θεωρεί ότι δεν λειτουργούν πλήρως οι κρατικοί μηχανισμοί.

Ανάμεσα στην υπερποινικοποίηση και την γενικευμένη καταστολή και την ατιμωρησία, υπάρχει αρκετός χώρος για επιλογές, τις οποίες η κυβέρνηση απλώς αποφεύγει να κάνει.

Τα όρια της «αγανάκτησης»

Ίσως  βέβαια, πίσω από όλα αυτά να κρύβεται και ένας άλλος υπολογισμός. Οι «συμβολικές» ενέργειες που στην πραγματικότητα δεν έχουν κάποιο αποτέλεσμα, δεν ανατρέπουν δηλαδή πολιτικές, καθώς δεν συγκροτούν μαζικό κοινωνικό κίνημα, όντως είναι μια μορφή «εκτόνωσης της δυσαρέσκειας».

Είναι, δηλαδή, παρεμβάσεις που στην πραγματικότητα εξαντλούνται απλώς στο να γίνουν. Δεν συγκροτούν κάτι ευρύτερο, δεν ενεργοποιούν μηχανισμούς (θεσμικούς ή εξωθεσμικούς) για βαθύτερες αλλαγές, δεν τροποποιούν συνειδήσεις πέραν της απλής ενίσχυσης μιας «οργής».

Η παρέμβαση γίνεται από μια μικρή ομάδα, χωρίς την ενεργοποίηση μιας ευρύτερης μάζας ανθρώπων, το αποτέλεσμα είναι κυρίως επικοινωνιακό, το «μοιράζονται» στα social media διάφοροι επίσης «αγανακτισμένοι», που όμως δεν μπορούν (ή δε θέλουν) να κάνουν κάτι παραπάνω και η ζωή –όπως και η λιτότητα, τα μνημόνια, η επιτροπεία– συνεχίζεται.

Κατά κάποιο τρόπο, το όριο του Ρουβίκωνα είναι το ίδιο με αυτό που αποδείχτηκε ότι αντιμετώπισε και ο ΣΥΡΙΖΑ. Το να «εκφράσεις την αγανάκτηση» είναι πάντοτε δυσκολότερο από το να μπορέσεις να διορθώσεις την αιτία που τη γεννά.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr