Αυτές τις μέρες την θυμήθηκα. Θα καταλάβετε αμέσως γιατί.

Η Βαλέρια Λουισέλι γεννήθηκε στο Μεξικό. Σήμερα εργάζεται και ζει με την οικογένειά της στη Νέα Υόρκη. Η 34χρονη συγγραφέας είναι μια μετανάστρια που ακολούθησε τη νόμιμη οδό. Η εξασφάλιση της πράσινης κάρτας δεν ήταν καθόλου εύκολη υπόθεση για εκείνη, όπως και για πολλούς συμπατριώτες της.

Φανταστείτε πόσο πιο δύσκολο μπορεί να έχει γίνει αυτό μετά την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ που, ήδη από την προεκλογική εκστρατεία του 2016, χαρακτήριζε γενικώς τους Μεξικάνους «εγκληματίες, εμπόρους ναρκωτικών και βιαστές», οιστρηλατώντας τα πλήθη των ξενόφοβων ψηφοφόρων του.

Το 2017 η Λουισέλι εξέδωσε ένα μικρό αλλά αποκαλυπτικό βιβλίο με τίτλο «Tell Me How it Ends – An Essay in Forty Questions» (Πες μου πώς τελειώνει η ιστορία – Ένα δοκίμιο σε σαράντα ερωτήσεις). Εκεί καταγράφει μια επίπονη (και για την ίδια) κατάσταση που αναδεικνύει πόσο περίπλοκο είναι το μεταναστευτικό πρόβλημα στην άλλη όχθη του Ατλαντικού.

Επί της ουσίας μετατρέπει μια απρόσωπη γραφειοκρατική διαδικασία σε μια σπαρακτική πολυφωνική μαρτυρία που δοκιμάζει την ανθρωπιά όλων μας.

Η Λουισέλι εργάστηκε εθελοντικά στις αρμόδιες υπηρεσίες (Citizenship and Immigration Services) ως διερμηνέας για δεκάδες ασυνόδευτα παιδιά – «παράνομα», αδήλωτα προφανώς, χωρίς χαρτιά– από τη Κεντρική Αμερική που, βάζοντας σε κίνδυνο τις ζωές τους, διέσχισαν το Μεξικό, πέρασαν τα σύνορα και έφτασαν τελικά στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η Λουισέλι γράφει για τα παιδιά που έκαναν αυτό το μεγάλο και ανατριχιαστικό ταξίδι μόνα τους, όχι για εκείνα που είναι μαζί με τις οικογένειές τους και στη συνέχεια χωρίζονται απ’ αυτές ενώ βρίσκονται πλέον στις ΗΠΑ (διότι έτσι είναι, εκτός απ’ το κακό, υπάρχει και το χειρότερο).

Για παιδιά που, υπακούοντας στο ένστικτο της επιβίωσης, εγκατέλειψαν χώρες όπως η Ονδούρα, το Ελ Σαλβαδόρ και η Γουατεμάλα για να ξεφύγουν από τη βία και την φτώχεια, για παιδιά που είτε συνελήφθησαν από τους συνοριοφύλακες είτε παραδόθηκαν σ’ αυτούς οικειοθελώς για να γλιτώσουν τα χειρότερα, τις διάφορες συμμορίες λ.χ. με τα «διεθνή» παραρτήματα.

Το κάθε παιδί υπό κράτηση, λοιπόν, έπρεπε να απαντήσει στο επίσημο ερωτηματολόγιο, σε σαράντα ερωτήσεις που θα έκριναν την τύχη του, δηλαδή την εξαιρετικά πιθανή απέλασή του. Η Λουισέλι μετέφραζε από τα αγγλικά στα ισπανικά και, ύστερα, από τα ισπανικά στα αγγλικά, τις απαντήσεις τους.

«Το πρόβλημα που αντιμετώπισα στην προσπάθειά μου πω τις ιστορίες τους, είναι ότι δεν είχαν αρχή, μέση και τέλος» υπογραμμίζει η ίδια, εξηγώντας ότι μια δραματική εμπειρία δεν ταυτίζεται απόλυτα με κάποια αφηγηματική συνοχή, με κάτι που θα είναι συμβατό με τα έτοιμα «κουτάκια» που υπάρχουν για τους «aliens», λέξη πολύσημη, που δεν παραπέμπει μόνο στους «λαθρομετανάστες» ή τους «αλλοδαπούς» αλλά και στους «εξωγήινους»…

Φαινομενικώς απλά ή κοινότοπα ερωτήματα όπως «Γιατί ήρθες στις Ηνωμένες Πολιτείες;» ή «Ποιος θα σε φροντίσει τώρα αν χρειαστεί να επιστρέψεις πίσω στη χώρα σου;» μετατρέπονται γι’ αυτά τα ταλαιπωρημένα παιδιά σε δύσκολους και απειλητικούς γρίφους, εξαιτίας της ανασφάλειας και του φόβου που αισθάνονται μπροστά στους εκπροσώπους του νόμου και της πολιτείας.

Μια μικρή κοπέλα που έχει βιαστεί λ.χ. μπορεί να νιώσει ντροπή ή ενοχή και να μην αναφερθεί καθόλου σε ένα τέτοιο τραυματικό περιστατικό, όταν ζητήσουν να μάθουν αν κάτι την τρόμαξε ή την πλήγωσε στο δρόμο. «Όταν πρέπει να κάνω αυτή την ερώτηση, την έβδομη, το μόνο που θέλω να κάνω είναι να κρύψω το πρόσωπό μου, να κλείσω τ’ αυτιά μου και να εξαφανιστώ» γράφει η Λουισέλι.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο