Ο σκηνοθέτης της ταινίας Zulu/Το Ακρωτήρι της Βίας, Ζερόμ Σαλ, συζητά για την ταινία
Η ταινία Το Ακρωτήρι της Βίας του Ζερόμ Σαλ προβάλλεται στις αίθουσες από τις 3/4/2014 και αποτέλεσε την επίσημη ταινία λήξης του Φεστιβάλ Καννών. Οι Ορλάντο Μπλουμ και Φόρεστ Ουίτακερ είναι οι πρωταγωνιστές του αστυνομικού θρίλερ που αποκλύπτει το παραβατικό ιστορικό μιας άλλοτε φυλετικά διασπασμένης χώρας. – Ας ξεκινήσουμε από το Φεστιβάλ των Καννών. Πως […]
Η ταινία Το Ακρωτήρι της Βίας του Ζερόμ Σαλ προβάλλεται στις αίθουσες από τις 3/4/2014 και αποτέλεσε την επίσημη ταινία λήξης του Φεστιβάλ Καννών. Οι Ορλάντο Μπλουμ και Φόρεστ Ουίτακερ είναι οι πρωταγωνιστές του αστυνομικού θρίλερ που αποκλύπτει το παραβατικό ιστορικό μιας άλλοτε φυλετικά διασπασμένης χώρας.
– Ας ξεκινήσουμε από το Φεστιβάλ των Καννών. Πως νιώθει ένας νέος σκηνοθέτης όταν η ταινία του έχει επιλεγεί για την τελετή λήξης στη μεγαλύτερη κινηματογραφική μάζωξη του πλανήτη;
Δεν θα σου πω ψέματα, αυτό με άγχωσε αρκετά! Έχεις την αίσθηση ότι αυτή η μια προβολή θα κρίνει τα πάντα! Σαν μια άμεση και επιτακτική ετυμηγορία που θα επηρεάσει οτιδήποτε υπάρχει στο σύμπαν σου. Όμως από την άλλη υπάρχει μια τεράστια υπερηφάνεια, μια αίσθηση υπεροχής που σε κάνει πραγματικά να ξεχνάς τα πάντα, υπερκαλύπτοντας το στρες με χαρακτηριστική ευκολία.
– Υπάρχει κάποια σύνδεση της ταινίας «Το Ακρωτήρι της Βίας» με την «Διεθνής Συνομωσία» (Largo Winch II) η οποία ήταν επίσης διεθνής παραγωγή;
Ναι και όχι. Οι δυο αυτές ταινίες είναι τόσο διαφορετικές… Έχοντας μόλις ολοκληρώσει τη διαδικασία της «Συνομωσίας» ένιωσα ότι έχω προοδεύσει και ότι έχω αποκομίσει πλέον μια πολύ σημαντική εμπειρία. Όμως την ίδια στιγμή αισθανόμουν μια σχετική απογοήτευση, καθώς το φιλμ δεν αντανακλούσε τον πραγματικό μου χαρακτήρα και συν τις άλλοις παρατηρούσα ότι ο κόσμος δεν είχε την ευκαιρία να αναγνωρίσει τις ικανότητές μου. Συνειδητοποίησα λοιπόν ότι θα έπρεπε να κάνω κάτι πολύ πιο προσωπικό. Με άλλα λόγια, έπρεπε να βρω ένα πρότζεκτ που θα με συγκινούσε και που θα μπορούσα να το διηγηθώ με τον δικό μου τρόπο – όπως ακριβώς ήθελα.
– Κι αυτό το πρότζεκτ γεννήθηκε μέσα από το μυθιστόρημα του Κάριλ Φέρεϊ;
Καθώς τελείωνα τα γυρίσματα της ταινίας «Διεθνής Συνομωσία», ο μοντέρ μου, Σταν Κολέτ μου μίλησε για το βιβλίο του Κάριλ, αναφέροντας ότι ο παραγωγός Ρίτσαρντ Γκρανπιέρ έχει αγοράσει τα δικαιώματα και αναζητά σκηνοθέτη. Μου είπε επίσης ότι θεωρούσε ιδανική αυτή την ιστορία για μένα. Κι έτσι βάλθηκα να διαβάσω το βιβλίο του Κάριλ, το οποίο φυσικά και λάτρεψα! Το επόμενο βήμα που έκανα είναι να ζητήσω από τον ατζέντη μου να έρθει σε επαφή με τον κο Γκρανπιέρ και από εκεί και πέρα όλα έγιναν απίστευτα γρήγορα – αλλά και με μεγάλη προσοχή.
Η ιστορία εκτυλίσσεται στη Νότια Αφρική, με χαρακτήρες ντόπιους. Πέρα από τον Μαντέλα και τον Ντέσμοντ Τούτου, τους οποίους λίγο πολύ γνωρίζουν όλοι, οι γνώσεις μου σχετικά με τη Νότια Αφρική ήταν πολύ περιορισμένες. Οπότε δεν ήμουν κι απόλυτα σίγουρος σχετικά με το αν είμαι σε θέση να κάνω αυτή την ταινία – η αν θα την κάνω καλά τέλος πάντων. Έτσι ο Ρίτσαρντ έριξε την ιδέα να επισκεφτώ το μέρος, προκειμένου να δω αν μου ταιριάζει και να προσπαθήσω κιόλας να συμφιλιωθώ με έναν νέο πολιτισμό. Τώρα που το βλέπω, αποστασιοποιημένος από τα γεγονότα, συνειδητοποιώ πως η ιδέα του Ρίτσαρντ ήταν πραγματικά υπέροχη, καθώς από την πρώτη στιγμή που πάτησα το πόδι μου εκεί, λάτρεψα τα πάντα και ειδικά το Κέιπ Τάουν, όπου και τοποθετείται και η ιστορία μας. Επιπλέον, έχοντας ζήσει εκεί για έναν χρόνο περίπου, νιώθω πλέον το μέρος τόσο οικείο που το θεωρώ σπίτι μου.
Κατά την πρώτη μου επίσκεψη εκεί πείστηκα ότι η κινηματογραφική μου προσέγγιση θα πρέπει να είναι κατά το δυνατόν πιστή στην απόδοση του βιβλίου, καθώς ο χαρακτήρας και η κουλτούρα της Νότιας Αφρικής υπάρχουν πολύ έντονα μέσα σε αυτό. Και φυσικά έπρεπε να είμαι πολύ προσεκτικός ώστε να αποφύγω τη «Γαλλοποίηση» του όλου πρότζεκτ, ειδικά σε σημεία που προτάθηκαν κάποια συμπληρωματικά σεναριακά τεχνάσματα. Θέλαμε να κάνουμε ένα αμιγώς Νοτιοαφρικάνικο φιλμ. Το γεγονός βέβαια ότι η ταινία θα γυριζόταν στα αγγλικά και με διεθνές καστ, έκανε τα πράγματα πολύ πιο μπερδεμένα και φυσικά πιο δύσκολα. Ευτυχώς για όλους μας, ο Ρίτσαρντ είχε τη δύναμη, την επιθυμία και το κουράγιο να συνεχίσει αυτή την προσπάθεια μέχρι το τέλος, οπότε και αποζημιωθήκαμε όλοι μας από το αποτέλεσμα!
– Δεδομένου του γεγονότος ότι η ταινία βασίζεται σε μυθιστόρημα, ποιες ήταν οι προκλήσεις ή τα θέματα που σε ενέπνευσαν να ξεκινήσεις τη διαδικασία υλοποίησης;
Εκείνο που σκόπευα από την αρχή ήταν να αναδείξω και να χτίσω την έννοια της συγχώρεσης, η οποία διατρέχει ολόκληρη την ταινία. Γιατί όπως είχε πει και ο Ντέσμοντ Τούτου: «Δε νοείται μέλλον, δίχως συγχώρεση». Η ταινία ασχολείται με τη δυσκολία και την ανάγκη για συγχώρεση, προκειμένου να μπορέσει κανείς να προχωρήσει και να μη μένει στάσιμος. Και έχω την εντύπωση ότι η Νότια Αφρική είναι ένα κατάλληλο μέρος για να μιλήσει κανείς για συγχώρεση…
– Φόρεστ Ουίτακερ και Ορλάντο Μπλούμ ήταν από την αρχή στο πλάνο;
Ο Φόρεστ δεν ήταν από την αρχή. Υπήρχε ένας άλλος ηθοποιός στη θέση του, πριν καν εγώ αναλάβω το πρότζεκτ, ο οποίος όμως τρεις μήνες πριν τα γυρίσματα ανακάλυψε ότι είχε πρόβλημα με το πρόγραμμα των υποχρεώσεών του. Στην πραγματικότητα όλα άλλαξαν εν μια νυκτί! Σε μια νύχτα που ξεκίνησε τραγικά και εξελίχθηκε υπέροχα.
Λίγες μόλις ώρες αφότου ενημερώθηκα ότι ο αρχικός ηθοποιός δεν θα μπορεί να είναι μαζί μας, έλαβα ένα μέιλ από τον ατζέντη του Φόρεστ, ο οποίος έλεγε ότι είναι ενήμερος για την ταινία που γυρίζουμε και ότι είναι διαθέσιμος και ενθουσιασμένος να συμμετάσχει. Ήταν τρεις το πρωί και εγώ έκανα κύκλους σαν δαιμονισμένος μέσα στο δωμάτιο του ξενοδοχείου μου στο Κέιπ Τάουν. Κατά τη γνώμη μου ο Φόρεστ είναι ένας από τους πιο ταλαντούχους και εντυπωσιακούς ηθοποιούς της γενιάς του. Οπότε όπως καταλαβαίνεις του στείλαμε κατευθείαν το σενάριο και δυο ημέρες αργότερα μας απάντησε θετικά.
Όσο για τον Ορλάντο, χρειαζόμασταν έναν λευκό Άγγλο-Σάξωνα και οι επιλογές μας ήταν τρεις. Εγώ ήμουν αυτός που επέμεινε στην επιλογή του, αν και γνώριζα ότι δεν θα ήταν και η πιο προφανής επιλογή για το συγκεκριμένο ρόλο. Υπήρχαν τρεις αντικειμενικοί λόγοι για τους οποίους τον επέλεξα. Αρχικά, γιατί ο χαρακτήρας του Μπράιαν θα μπορούσε εύκολα να ξεφύγει και να γίνει καρικατούρα: Ο ξοφλημένος, βουτηγμένος στις καταχρήσεις, μπάτσος που έχει προβλήματα με την πρώην γυναίκα του και δε μιλάει καν με τον γιο του… Καταλαβαίνεις ότι αυτό μπορεί να εξελιχθεί εύκολα σε κλισέ. Οπότε πίστευα ακράδαντα ότι ο Ορλάντο, ο οποίος στην αληθινή ζωή βγάζει ένα πολύ θετικό συναίσθημα στους ανθρώπους γύρω του, θα μπορούσε να μας ξαφνιάσει όλους και να προσφέρει μια εντελώς απρόσμενη οπτική στον χαρακτήρα του Μπράιαν, αποφεύγοντας αυτό το κλισέ.
Έπειτα, μελετώντας λίγο πιο προσεκτικά το υπόβαθρο του Ορλάντο ανακάλυψα ότι έχει και κάποιους οικογενειακούς δεσμούς με τη Νότια Αφρική. Συγκεκριμένα, ο μπαμπάς του, ο Χάρι Μπλούμ, ο οποίος δεν ήταν στην πραγματικότητα ο βιολογικός του πατέρας, ήταν ένας πολύ διάσημος Νοτιοαφρικανός συγγραφέας και δημοσιογράφος, πολέμιος του Απαρτχάιντ. Ο κος Μπλούμ αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα και να μεταναστεύσει στην Αγγλία, όπου και γνώρισε τη μητέρα του Ορλάντο. Θεώρησα ότι αυτή θα ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα πτυχή που ενδεχομένως να έπρεπε να προσεγγίσω.
Τέλος, από το πρώτο μας κιόλας ραντεβού, ένιωσα το κίνητρό του και τη διάθεσή του να συμμετάσχει στη συγκεκριμένη ιστορία. Ένιωσα το πάθος του και την ικανότητα να διαβάζει το σενάριο και να αντιλαμβάνεται το βάθος της ιστορίας αλλά και το ύφος της ταινίας που ακριβώς ήθελα να δημιουργήσω. Ένιωσα ότι ήμασταν στο ίδιο, ακριβώς, μήκος κύματος και ήξερα φυσικά ότι είναι ένας πολύ έξυπνος ηθοποιός, οπότε το μόνο που μας έμεινε ήταν να δουλέψουμε στενά ώστε να καταφέρουμε να χτίσουμε μαζί τον τελικό χαρακτήρα του Μπράιαν. Ο συγκεκριμένος ρόλος ήταν ένα μεγάλο ρίσκο γι’ αυτόν, όμως κατάφερε πραγματικά να με εκπλήξει.
Η Δευτέρα 9 Μαρτίου είναι αφιερωμένη στον Αντώνη Καλογιάννη, καθώς το έργο του θα «ζωντανέψει» στη σκηνή του θεάτρου Παλλάς, μέσα από τη μουσική παράσταση «Η φωνή της ψυχής μας».