Όλα τα Όμορφα Άλογα. Ο Τζον Γκρέιντι, γνήσιο τέκνο του Τέξας, ταξιδεύει μαζί με το φίλο του Λέισι προς το Νότο, για να καταλήξει σε μια μεξικανική χασιέντα, όπου δαμάζει άγρια άλογα. Λόγω των περικοπών που υπέστη στο μοντάζ, η ταινία έχει συζητηθεί περισσότερο για όσα δεν έδειξε. Τέξας, Σαν Ανχελο, 1949. Ο νεαρός κτηματίας […]
Όλα τα Όμορφα Άλογα. Ο Τζον Γκρέιντι, γνήσιο τέκνο του Τέξας, ταξιδεύει μαζί με το φίλο του Λέισι προς το Νότο, για να καταλήξει σε μια μεξικανική χασιέντα, όπου δαμάζει άγρια άλογα. Λόγω των περικοπών που υπέστη στο μοντάζ, η ταινία έχει συζητηθεί περισσότερο για όσα δεν έδειξε.
Τέξας, Σαν Ανχελο, 1949. Ο νεαρός κτηματίας Τζον Γκρέιντι Κόουλ (Matt Damon) βρίσκεται μπροστά σε ένα αδιέξοδο: μετά το θάνατο του παππού του, το ράντσο στο οποίο μεγάλωσε περνά στα χέρια της μητέρας του. Εκείνη τον έχει εγκαταλείψει από χρόνια και τώρα αποφασίζει να πουλήσει τη μοναδική του περιουσία σε μια εταιρεία πετρελαιοειδών. Ο Τζον, καθώς δεν έχει τι άλλο να κάνει, πείθει τον επιστήθιο φίλο του Λέισι Ρόουλινς (Henry Thomas) να φύγουν μαζί στο Μεξικό. Στο δρόμο συναντούν ακόμη έναν ντεσπεράντο, τον ατίθασο δεκατριάχρονο Τζίμι Μπλέβινς (Lucas Black). Ο μικρός, με ένα πιστόλι πάνω του και ένα κλεμμένο άλογο στην κατοχή του, τους δημιουργεί προβλήματα, αλλά οι δύο φίλοι καταφέρνουν να φτάσουν στον προορισμό τους και να πιάσουν δουλειά στη χασιέντα του Δον Έκτορ Ρότσα Βιλαρεάλ (Ruben Blades). Το μέλλον αρχίζει να διαγράφεται καλύτερο, αλλά η πανέμορφη κόρη του ιδιοκτήτη, η Αλεχάντρα (Penelope Cruz), θα περιπλέξει τη ζωή του Τζον και την πορεία τους.
Η ταινία Το φιλμ «Όλα τα Όμορφα Αλογα» ανήκει στην κατηγορία των ταινιών που επισκιάζονται από τη βιογραφία τους. Πολυαναμενόμενη διασκευή του ομώνυμου μυθιστορήματος του Cormac McCarthy από το σεναριογράφο της «Σιωπής των Αμνών», χαρακτηρίστηκε εντέλει πιστή έως υστερική μεταφορά του κειμένου στην οθόνη και, ταυτόχρονα, ανεπιτυχής στην προσπάθειά της να αποδώσει την ατμόσφαιρα του βιβλίου. Ακόμη περισσότερο συζητήθηκε η διαμάχη του σκηνοθέτη με την εταιρεία του. Ο Billy Bob Thornton παρουσίασε κατ΄ άλλους μια τετράωρη και κατ΄ άλλους μια τρίωρη εκδοχή. Προφανώς, η άποψή του δεν πέρασε και προκρίθηκε η δίωρη βερσιόν που βλέπουμε, προϊόν αναρίθμητων χειρουργικών επεμβάσεων στο τραπέζι του μοντάζ. Να ομολογήσουμε όμως πως, είτε το υλικό που δεν αξιοποιήθηκε ήταν αριστουργηματικό, όπως το θέλει η μυθολογία των κινηματογραφόφιλων, είτε όχι, το εντυπωσιακό δεν είναι τόσο οι περικοπές. Αξιο θαυμασμού είναι κυρίως το γεγονός ότι η ταινία κατορθώνει να σταθεί -και μάλιστα ευχάριστα- έπειτα από αυτές. Ο ρυθμός της, αλλού περισσότερο και αλλού λιγότερο, διατηρείται, η ιστορία στο εξωτερικό επίπεδο έστω της διαδοχής των γεγονότων εξακολουθεί να προσελκύει και βέβαια υπάρχει μια πολύ όμορφη και λειτουργική μουσική, πιο πιστή στο πνεύμα γουέστερν από ό,τι οι εικόνες που υπηρετεί. Η σκηνοθεσία του Billy Bob Thornton χαρακτηρίζεται από άστοχες και εύστοχες επιλογές. Αναζητώντας τη χαμένη διάρκεια, δείχνει μια εμμονή, όχι ενοχλητική όμως, στα slow motion. Από την άλλη, παραλείποντας ορισμένες φορές το γενικό πλάνο στο πέρασμα από σκηνή σε σκηνή, αποπροσανατολίζει το θεατή χωρίς ευδιάκριτο λόγο και άνευ θεαματικού αποτελέσματος. Πιθανώς, όμως απλώς έπρεπε να κόψει πλάνα, ίσως, πάλι θεωρούσε ότι πετύχαινε έτσι τη διατήρηση της προσοχής. Απέναντι στα εναπομείναντα τοπία της Αγριας Δύσης αρκείται σε μια τουριστικού τύπου φωτογραφία. Ο χώρος δεν συνδιαλέγεται σχεδόν ποτέ με τους ταξιδιώτες, δεν τους απειλεί και δεν τους προστατεύει. Λειτουργεί περισσότερο ως ντεκόρ, μέσα στο οποίο οι άνθρωποι τυχαίνει να υπάρχουν. Τα πράγματα βελτιώνονται στο Μεξικό, όπου κάποτε με την τοποθέτηση κτιρίων και τοίχων στο φόντο περιορίζει την προοπτική και αποδίδει επαρκέστερα το αδιέξοδο των ηρώων. Οι τελευταίοι, με τη σειρά τους, δυσκολεύονται να πείσουν ως κληρονόμοι του Γουέστ. Ο Matt Damon μοιάζει περισσότερο με αστό, που παραείναι γλυκός και φαίνεται από χιλιόμετρα «καλό παιδί», παρά με cowboy. O Henry Thomas δείχνει υποτονικός. Ακολουθώντας μονίμως παθητικά τον Matt Damon, δεν εμπλέκεται ποτέ στη δράση και αναπόφευκτα επιχειρεί να αυτοκτονήσει, πέφτοντας σχεδόν μόνος του πάνω στο μαχαίρι ενός συγκρατούμενού του. Αντίθετα, εκείνος που κερδίζει τις εντυπώσεις είναι ο Lucas Black, ενσαρκώνοντας ταυτόχρονα όλη την παρακμή ενός τρόπου ζωής και ενός κινηματογραφικού είδους. Δεν είναι συμπτωματικό το γεγονός ότι αποτελεί το κεντρικό πρόσωπο σε δύο από τις πιο όμορφες σεκάνς της ταινίας: σε αυτήν με τις αστραπές και σε εκείνη της διαδρομής προς τη φυλακή. Δυστυχώς, η δεύτερη καταλήγει σε ένα αμήχανο φιξ καρέ που θυμίζει την πάλαι ποτέ περιζήτητη αφίσα με το σλόγκαν «Why?». Τα τρία παιδιά βρίσκονται καθ΄ οδόν προς το Μεξικό. Η διαδρομή τους φαίνεται να γίνεται για αναζήτηση εργασίας, αλλά οι αιτίες μάλλον είναι βαθύτερες: ο Τζον ψάχνει ένα υποκατάστατο του αδύναμου πατέρα του, ο Λέις το έχει βρει στο πρόσωπο του Τζον, ενώ ο μικρός Μπλέβινς είναι εξαγριωμένος από την απώλεια του δικού του πατέρα και, γι΄ αυτό, επικίνδυνος. Οι δρόμοι τους ενώνονται και απομακρύνονται σε μια κοινή, αρχικά, και αναπόφευκτα ατομική, στη συνέχεια, πορεία ενηλικίωσης και μύησης στον έρωτα και το θάνατο. Μεγαλεπήβολο θέμα, φιλόδοξες προθέσεις. Εδώ είναι κυρίως που ερχόμαστε αντιμέτωποι με τα αποτελέσματα της χρονικής συρρίκνωσης. Η ταινία αφήνει διαρκώς την αίσθηση πως κάτι λείπει. Οι χαρακτήρες δεν προλαβαίνουν να αναπτυχθούν και, κατά συνέπεια, να προκαλέσουν το ενδιαφέρον μας. Περιοριζόμαστε να τους παρακολουθούμε από επεισόδιο σε επεισόδιο και από περιπέτεια σε περιπέτεια. Ο ίδιος ο τίτλος μένει μετέωρος, καθώς πουθενά δεν επιβεβαιώνεται η υπονοούμενη σχέση των ηρώων με τα άλογα, πέρα από ορισμένα ονειρικά σλόου μόσιον/λάιτ μοτίβ με καλπασμό. Με τα προβλήματα της παραγωγής δεδομένα, θα ήταν πολυτέλεια να αναρωτηθούμε γιατί δεν αναπτύσσεται η κοινωνία της χασιέντας ή για ποιο λόγο μένει ανεκμετάλλευτη η σύγκρουση των δύο διαφορετικών κόσμων: ενός παραδοσιακού με δύσβατα μονοπάτια και καθαρόαιμα άλογα και ενός σύγχρονου με ιδιωτικά αεροπλάνα και σιδηροδρομικούς σταθμούς, που από πεδίο μαχών έχουν εξελιχθεί σε τόπο συνάντησης για εραστές.
Η ταινία «Όλα τα Όμορφα Αλογα» καταφέρνει να υπερβεί, μέχρις ενός σημείου, τις αντιξοότητες που τη συνόδευσαν και να δώσει κατά διαστήματα όμορφες στιγμές, παρά το γεγονός ότι δεν ξέρει κανείς αν γι΄ αυτό πρέπει να απονείμει τα εύσημα στο σκηνοθέτη ή το μοντέρ. Συνολικά, ωστόσο, η εμφανής απουσία υλικού την εμποδίζει να διεκδικήσει χαρακτηρισμούς του τύπου «επική» ή «ελεγειακή» ούτε το ένα είναι ούτε το άλλο. Να προχωρήσουμε λίγο ακόμη: αν οι ήρωες έκαναν το ίδιο ταξίδι με αυτοκίνητα και όχι με άλογα, για να καταλήξουν υπάλληλοι σε φαστφουντάδικο επαρχιακής πόλης και όχι σε ράντσο, δεν θα υπήρχε μεγάλη διαφορά. Η μεγάλη αδυναμία του έργου έγκειται στο ότι αποτυγχάνει να είναι μόνο γουέστερν. Σχοινοβατώντας λογοτεχνικά ανάμεσα στο ιπποτικό και το διαπλαστικό/Bildungsromanes μυθιστόρημα και γέρνοντας προς την πλευρά του δεύτερου, η ιστορία θα μπορούσε να αξιοποιηθεί και από άλλα κινηματογραφικά είδη. Στην πραγματικότητα, ποτέ δεν μας γίνεται αναγκαία ως γουέστερν και για αυτό φοβάμαι πως δεν ευθύνεται αποκλειστικά το μοντάζ…
Μπορεί τα New Year's resolutions να μοιάζουν λίγο αστεία, αλλά αν είναι να μπούμε σε αυτό το «παιχνίδι» ας το κάνουμε σωστά. Τα μυστικά για να πετύχουμε τους στόχους μας.
Σύμφωνα με νέα μελέτη, οι σπόροι chia μπορούν να συμβάλλουν στην μείωση της υπέρτασης (υψηλή αρτηριακή πίεση), της χοληστερόλης και των τριγλυκεριδίων.