Σε αύξηση των επιτοκίων στα καταναλωτικά δάνεια οδηγούνται οι τράπεζες
Σε άνοδο των επιτοκίων καταναλωτικής πίστης οδηγούν η αύξηση των καθυστερήσεων στην αποπληρωμή των δανείων και η αβεβαιότητα για τη διατήρηση των υψηλών ρυθμών ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, μετά και τις αυστηρότερες οδηγίες της ΤτΕ.
Σε άνοδο των επιτοκίων καταναλωτικής πίστης οδηγούν η αύξηση των καθυστερήσεων στην αποπληρωμή των δανείων και η αβεβαιότητα για τη διατήρηση των υψηλών ρυθμών ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.
Όπως αναφέρει Το Βήμα, η δυσκολία περιορισμού του λειτουργικού κόστους των τραπεζών και οι αβεβαιότητες που γεννά η αδυναμία της κυβερνητικής πολιτικής να δώσει την απαιτούμενη ώθηση στην οικονομία δεν αφήνουν περιθώρια για περαιτέρω επιτοκικές μειώσεις.
Επιπλέον, οι τράπεζες αναζητούν τρόπους να αυξήσουν τα έσοδά τους και αναμένεται να αναθεωρήσουν προς τα πάνω τα τιμολόγια των υπηρεσιών που προσφέρουν ή να τιμολογήσουν υπηρεσίες που σήμερα προσφέρονται χωρίς χρέωση. Η ζήτηση για δάνεια από τα νοικοκυριά εξακολουθεί να παραμένει ισχυρή και εκτιμάται ότι δύσκολα θα ανακοπεί την προσεχή διετία, κάτι άλλωστε που θα είχε αρνητικές επιπτώσεις στην οικονομική δραστηριότητα καθώς τα δανεικά αποτελούν σήμερα την κινητήρια δύναμη της αγοράς.
Προς την κατεύθυνση της αύξησης των επιτοκίων λειτουργεί και η εφαρμογή των νέων κανόνων τους οποίους ανακοίνωσε πρόσφατα ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Ν.Γκαργκάνας για τον υπολογισμό των προβλέψεων που πρέπει να κάνουν οι τράπεζες ώστε να προστατευθούν από τα «κακά» δάνεια.
Αν και οι τραπεζίτες επισημαίνουν ότι η αύξηση των συντελεστών για τον υπολογισμό των προβλέψεων στην καταναλωτική πίστη ισοσταθμίζεται από την ταυτόχρονη μείωση των συντελεστών στα ενυπόθηκα στεγαστικά, διατηρώντας στην ουσία αμετάβλητα τα κεφάλαια που δεσμεύουν, δεν αποκλείεται ορισμένες τράπεζες με μεγάλα χαρτοφυλάκια καταναλωτικής πίστης να προχωρήσουν σε αυξήσεις επιτοκίων σε ορισμένα δάνεια καταναλωτικής πίστης.
Η ΤτΕ ανησυχεί καθώς δεν είναι σε θέση να γνωρίζει το ακριβές ύψος των δανείων σε καθυστέρηση, αφού οι τράπεζες έχουν χορηγήσει έναν μεγάλο αριθμό ανακυκλούμενων δανείων και δανείων που αποπληρώνονται καταβάλλοντας μόνο τους τόκους. Στα δάνεια αυτά θεωρείται εξαιρετικά δύσκολο να υπολογιστούν οι καθυστερήσεις καθώς θεωρούνται ενήμερα από τη στιγμή που καταβάλλονται οι τόκοι. Ως εκ τούτου παραμένει άγνωστο το κεφάλαιο που θα ανακτηθεί τελικώς από τις τράπεζες.
Από τη διεθνή εμπειρία προκύπτει ότι όπου η καταναλωτική πίστη αναπτύχθηκε ταχύτατα, στη συνέχεια ακολούθησε πρόβλημα επισφαλειών. Για παράδειγμα, η ανάκτηση κεφαλαίων και οι επισφάλειες είναι σήμερα βασικά στοιχεία στις ανακοινώσεις των πορτογαλικών τραπεζών, οι οποίες προηγήθηκαν στην ανάπτυξη της λιανικής τραπεζικής.
Στην ελληνική αγορά υπολογίζεται ότι περίπου το 18% – 20% των δανείων καταναλωτικής πίστης βρίσκεται σε κάποια καθυστέρηση, έστω και μιας ημέρας, 9% – 10% πάνω από 3 μήνες και περίπου 4% – 5% πάνω από ένα έτος. Το 2004 η αύξηση της καταναλωτικής πίστης εκτιμάται ότι διαμορφώθηκε περί το 40%, με επί μέρους κατηγορίες να αναπτύσσονται με ταχύτερους ρυθμούς.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΤτΕ, τονΝοέμβριο του 2004 ο ετήσιος ρυθμός αύξησης της καταναλωτικής πίστης ήταν 37,4%. Ιδιαίτερα υψηλή ήταν η αύξηση των προσωπικών δανείων, που ήταν ύψους 62%. Τα δάνεια της κατηγορίας αυτής διαμορφώνονται σε περίπου 6,5 δισ. ευρώ. Τα χρέη προς πιστωτικές κάρτες «τρέχουν» με 23,1% και ξεπερνούν τα 7,5 δισ. ευρώ, ενώ τα καταναλωτικά δάνεια με δικαιολογητικά αυξάνονται με ετήσιο ρυθμό 33% και είναι ύψους 2,8 δισ. ευρώ.
Για το 2005 εκτιμάται ότι η καταναλωτική πίστη, που ως ποσοστό του ΑΕΠ υπολείπεται του ευρωπαϊκού μέσου όρου, θα αναπτυχθεί με περίπου 35%.
Όσον αφορά τα στεγαστικά, η αύξησή τους το 2004 υπολογίζεται σε 26%, υψηλότερα από ό,τι αρχικά υπολογιζόταν και στα ίδια επίπεδα με το 2003. Για το 2005 εκτιμάται ότι η αγορά θα αναπτυχθεί με ρυθμό της τάξεως του 25% και από 35 δισ. ευρώ το 2004 θα φθάσει σε 44 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 30% του ΑΕΠ.