Αισιοδοξία Γκαργκάνα για την ανάπτυξη – Προειδοποίηση για πληθωρισμό και έλλειμμα
Την αισιοδοξία του για τις προοπτικές ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, παράλληλα με την ανησυχία του για την πορεία του πληθωρισμού και του δημοσιονομικού ελλείμματος, εξέφρασε την Πέμπτη ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Νίκος Γκαργκάνας.
Την ενδιάμεση έκθεση για την νομισματική πολιτική του 2003 παρέδωσε την Πέμπτη στον πρόεδρο της Βουλής Απόστολο Κακλαμάνη ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Νίκος Γκαργκάνας.
Ο κ. Κακλαμάνης χαρακτήρισε ενδιαφέρουσα την ενημέρωση που του έγινε σε ότι αφορά την πορεία της ελληνικής οικονομίας εν όψει και της συζήτησης που θα γίνει για τον κρατικό προϋπολογισμό του 2004. «Ο κ. Γκαργκάνας με ενημέρωσε για τις προσπάθειες που καταβάλει η ΤτΕ ώστε να βοηθήσει στη σταθερότητα και την ανάπτυξη της οικονομίας αλλά και στην μείωση του πληθωρισμού» ανέφερε ο κ. Κακλαμάνης.
Από την πλευρά του ο κ. Γκαργκάνας επισήμανε ότι «ο χρόνος που διανύουμε είναι ικανοποιητικός για την ελληνική οικονομία» και προσέθεσε ότι «παρά τη βραδεία ανάκαμψη που παρουσιάζεται σε παγκόσμια κλίμακα εμείς είμαστε αισιόδοξοι γιατί είχαμε για τέταρτη συνεχή χρονιά ρυθμό ανάπτυξης 4%».
Ο διοικητής της ΤτΕ, απαντώντας σε σχετική ερώτηση, εμφανίστηκε αισιόδοξος ότι η ελληνική οικονομία δεν θα επηρεαστεί δυσμενώς λόγω της προεκλογικής περιόδου, λέγοντας χαρακτηριστικά:
«Από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, ο πολιτικός ή εκλογικός κύκλος, έχει πάψει να επηρεάζει την ελληνική οικονομία. Αυτό είναι μία θετική εξέλιξη και εκφράζουμε την παραίνεση και την ευχή να συνεχίσουν όλοι έτσι και στο μέλλον. Αλλωστε, υπάρχουν τρόποι, τόσο με την δημοσιονομική πολιτική όσο και τη συνδρομή των κοινωνικών εταίρων να πετύχουμε τη σύγκλιση και να διασφαλίσουμε την σταθερότητα των τιμών».
Τέλος, ο κ. Γκαργκάνας εξέφρασε προβληματισμό για τον πληθωρισμό που μειώνεται, όπως είπε, αλλά παραμένει υψηλός, καθώς και για το δημόσιο έλλειμμα το οποίο, όμως σημείωσε, «είναι ενθαρρυντικό το γεγονός ότι υπήρξε κάποια πρόοδος και είμαστε αισιόδοξοι αφού καταφέραμε να πέσει από το 1,4% στο 1,2% του ΑΕΠ».