Εντείνονται οι πιέσεις για τη μεταρρύθμιση του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης
Εντείνονται οι πιέσεις στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αλλαγή των κανόνων που διέπουν τη δημοσιονομική διαχείριση, έπειτα και από την πρόσφατη «άκομψη» παρέμβαση του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ρομάνο Πρόντι.
Εντείνονται οι πιέσεις στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αλλαγή των κανόνων που διέπουν τη δημοσιονομική διαχείριση, έπειτα και από την «άκομψη» παρέμβαση του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ρομάνο Πρόντι κατά του Συμφώνου Σταθερότητας.
Η λέξη «ανόητο» που χρησιμοποίησε χθες ο κ. Πρόντι για να χαρακτηρίσει το Σύμφωνο ενδέχεται να ωθήσει την ενεργοποίηση των Ευρωπαίων πολιτών σε μία συζήτηση, που συνήθως αποτελεί προνόμιο για τους πολιτικούς και τους οικονομολόγους. Με την απειλή των απολύσεων να κρέμεται ως δαμόκλειος σπάθη πάνω από τα κεφάλια τους, οι πολίτες ίσως απαιτήσουν από τις κυβερνήσεις μεγαλύτερες δαπάνες, προκειμένου να τονωθεί η οικονομική ανάπτυξη.
Η Κομισιόν που πάλευε, πριν τουλάχιστον την παρέμβαση Πρόντι, ενάντια στη αύξηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, θα έχει πια δυσκολότερο έργο στο να «πείσει» τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να μειώσουν τα ελλείμματα τους κάτω από το όριο του 3%.
«Το Σύμφωνο Σταθερότητας ήταν ένα πολύ αποτελεσματικό εργαλείο, με το οποίο πείθαμε την κοινή γνώμη ότι είναι απαραίτητο να γίνουν κάποια δύσκολα πράγματα» δηλώνει στο Reuters Ευρωπαίος υπουργός Οικονομικών. «Αλλά οι κυβερνήσεις θα έχουν τώρα δυσκολίες για να πείσουν ότι η δημοσιονομική πειθαρχία είναι απαραίτητη» προσθέτει.
Ευελιξία
Οι περισσότεροι Ευρωπαίοι πολιτικοί, ανάμεσα τους και ο κ. Πρόντι, συμφωνούν ότι οι κανόνες είναι αναγκαίοι για να κρατήσουν τα δημόσια οικονομικά σε τάξη, αλλά υπάρχουν μεγάλες διαφορές στο το τι πρέπει να λένε αυτοί οι κανόνες. Μερικές χώρες, όπως η Γαλλία και η Γερμανία, υποστηρίζουν ότι το Σύμφωνο θα πρέπει να εφαρμοστεί με μεγαλύτερη ευελιξία. Για παράδειγμα το Παρίσι ζητά να εξαιρεθούν από τον υπολογισμό του ελλείμματος οι δαπάνες στην άμυνα και τις δημόσιες υπηρεσίες και οι κρατικές δαπάνες.
Στον αντίποδα, οι «μικρότερες» χώρες της ΕΕ, οι προϋπολογισμοί των οποίων είναι συνήθως πλεονασματικοί, αντιδρούν, καθώς βρίσκονται πλέον εκτεθειμένες στα μάτια της κοινής γνώμης των χωρών τους, οι οποίες «υπέφεραν» αρκετά στη διαδικασία δημοσιονομικής προσαρμογής.
Μπροστά στο -υποτιθέμενο- αδιέξοδο οι οικονομολόγοι προτείνουν τον προσαρμοσμένο στις αλλαγές του οικονομικού κύκλου υπολογισμό των δημόσιων ελλειμμάτων. Η Κομισιόν κινείται ήδη σε μία τέτοια κατεύθυνση, λέγοντας ότι θα υπολογίζει περισσότερο τις επιπτώσεις της οικονομικής επιβράδυνσης στα δημόσια έσοδα και τις δαπάνες.
Η «άτυπη» συμμαχία που δημιουργείται στο εσωτερικό της ΕΕ για την -έστω προσωρινή- χαλάρωση του Συμφώνου ίσως ανοίξει το δρόμο για την εκ νέου εξέταση της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής σε μία περισσότερο «φιλοαναπτυξιακή» κατεύθυνση. Αλλωστε η δυσμενής διεθνής συγκυρία και η απειλή της «διπλής ύφεσης» αποτελούν αν μη τι άλλο ισχυρά επιχειρήματα για την υιοθέτηση πολιτικών που θα ανταποκρίνονται στις εκάστοτε ανάγκες και δεν θα υπακούουν «τυφλά» σε ορισμένους -εκτός κριτικής- στόχους.
Η ελευθερία (αίσθημα αυτονομίας) ενισχύει την ευτυχία σε όλο τον κόσμο, αλλά μια εκτεταμένη διεθνής μελέτη δείχνει ότι προσφέρει ακόμη μεγαλύτερη χαρά σε πλουσιότερες χώρες,