Πώς θα γίνει η ρύθμιση για τις ανέλεγκτες υποθέσεις ΦΠΑ της τριετίας 1999-2001
Τις ανέλεγκτες υποθέσεις ΦΠΑ και εισοδήματος της τριετίας 1999-2001 μπορούν να περαιώσουν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις ακολουθώντας τους κανόνες του τεκμαρτού υπολογισμού του ΦΠΑ, εφόσον υποβάλουν σχετική δήλωση στην εφορία μέχρι το τέλος Απριλίου.
Ακολουθώντας τους κανόνες του τεκμαρτού υπολογισμού του ΦΠΑ μπορούν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις να περαιώσουν τις ανέλεγκτες υποθέσεις ΦΠΑ και εισοδήματος της τριετίας 1999-2001, εφόσον υποβάλουν σχετική δήλωση στην εφορία μέχρι το τέλος Απριλίου.
Στην περίπτωση που από τον τεκμαρτό υπολογισμό προκύπτει επιπλέον φόρος για τις χρήσεις αυτές, με την καταβολή του σε έξι μηνιαίες δόσεις θα μπορούν να κλείνουν χωρίς πρόστιμα και προσαυξήσεις τις υποθέσεις τους για το εισόδημα και το ΦΠΑ. Κάθε δόση δεν θα μπορεί να είναι μικρότερη των 300 ευρώ. Η πρώτη θα καταβάλλεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη μέρα του επόμενου μήνα από την υποβολή της δήλωσης για τα φυσικά πρόσωπα και για τις επιχειρήσεις με την υποβολή της δήλωσης.
Οι όροι και οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή των επιχειρήσεων στη ρύθμιση των υποθέσεων της τριετίας με βάση τη συνάφεια διευκρινίζονται σε εγκύκλιο του υπουργείου Οικονομίας.
Στην εγκύκλιο περιγράφεται η διαδικασία που πρέπει να ακολουθήσουν οι επιχειρήσεις που θα υποβάλλουν δηλώσεις και τονίζεται ότι «υποχρεούνται για κάθε τριετία λειτουργίας τους, με έτος αφετηρίας τη χρήση 1999, να συγκρίνουν τα ακαθάριστα έσοδα που πραγματοποίησαν με τα ακαθάριστα έσοδα που προκύπτουν απο το άθροισμα των τεσσάρων προσδιοριστικών παραγόντων (αγορές που πωλήθηκαν ή αναλώθηκαν, πραγματικές δαπάνες, αποσβέσεις και καθαρά κέρδη επί των παραγόντων αυτών), και εφόσον αυτά είναι μικρότερα, επί της διαφοράς θα προσδιοριστεί καθαρό όφελος και κατά συνέπεια φόρος χωρίς την επιβολή πρόσθετων φόρων και προστίμων».
Στη ρύθμιση της συνάφειας υπάγονται με βάση τη νομική τους μορφή οι ατομικές επιχειρήσεις, ομόρρυθμες και ετερόρρυθμες εταιρείες, αστικές κερδοσκοπικές εταιρείες, αστικές μή κερδοσκοπικές, συμμετοχικές ή αφανείς, δημόσιες, δημοτικές και κοινοτικές επιχειρήσεις καθώς και συνεταιρισμοί.
Με βάση το αντικείμενο των εργασιών τους υπάγονται οι επιχειρήσεις εμπορίας και παραγωγής που αποκτούν εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις, με βιβλία Β κατηγορίας, επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών με βιβλία Β ή προαιρετικά, εφόσον τα ακαθάριστα έσοδά τους από την παροχή υπηρεσιών δεν υπερβαίνουν τα 20 εκατ. δρχ. καθώς και οι μικτές επιχειρήσεις με βιβλία Β κατηγορίας, εφόσον από τον κλάδο παροχής υπηρεσιών τα ακαθάριστα έσοδά τους δεν υπερβαίνουν τα 20 εκατ. δραχμές.
Οι ελεύθεροι επαγγελματίες εξαιρούνται από τη ρύθμιση αυτή. Δεν ισχύει αυτό όμως για ελεύθερους επαγγελματίες οι οποίοι έχουν παράλληλες δραστηριότητες που υπόκεινται στη ρύθμιση του υπουργείου Οικονομίας.