Το 1934, μια αδέξια δεκαεξάχρονη τραγουδίστρια έκανε το ντεμπούτο της στη «βραδιά ερασιτεχνών» του Apollo Theatre μαγεύοντας τον Chick Webb, ο οποίος πολύ σύντομα της έδωσε το ρόλο της τραγουδίστριας στην ορχήστρα του, που τον καιρό εκείνο έπαιζε σε ένα από τα δημοφιλέστερα νυχτερινά κλαμπ της εποχής, το Savoy Ballroom του Harlem. Η φωνή της […]
Το 1934, μια αδέξια δεκαεξάχρονη τραγουδίστρια έκανε το ντεμπούτο της στη «βραδιά ερασιτεχνών» του Apollo Theatre μαγεύοντας τον Chick Webb, ο οποίος πολύ σύντομα της έδωσε το ρόλο της τραγουδίστριας στην ορχήστρα του, που τον καιρό εκείνο έπαιζε σε ένα από τα δημοφιλέστερα νυχτερινά κλαμπ της εποχής, το Savoy Ballroom του Harlem. Η φωνή της Fitzgerald (ή απλά της Ella, όπως πολύ γρήγορα θα γινόταν πασίγνωστη) δεν είχε τη μελαγχολία της Billie Holiday, τη λάμψη της Sarah Vaughan ή την οξύτητα της Carmen McRae. Είχε όμως περισσή αισιοδοξία, ευελιξία, ρυθμό, άριστη τονικότητα, διαύγεια, σαφήνεια και κυρίως μια σχεδόν παιδική ευθυμία, που δίχως προσπάθεια αιχμαλώτιζε κάθε ακροατήριο. Περαιτέρω, η ερμηνεία της έδινε μια ψευδαίσθηση αβίαστης έκφρασης και έλλειψης προσπάθειας, που χαρακτηρίζει μόνο τους αληθινά μεγάλους βοκαλίστες. Ιδιαίτερα εντυπωσιακές ήταν οι ικανότητές της στο τραγούδι «scat» (μίμηση με τη φωνή του ήχου κάποιου μουσικού οργάνου, κατά κανόνα πνευστού) με εύρος που πλησίαζε τις τέσσερις οκτάβες. Τα νεανικά χρόνια της Ella σημαδεύτηκαν από πολλές κακουχίες και στερήσεις. Έμεινε ορφανή το 1932. Παντρεύτηκε δύο φορές, μία σε ηλικία 24 ετών και μία στα 30, αλλά και οι δύο γάμοι κατέληξαν σε διαζύγιο. Ως καλλιτέχνις σημείωσε θρυλική επιτυχία. Η καριέρα της απλώθηκε σε έξι δεκαετίες, κυκλοφόρησε πάμπολλα προσωπικά άλμπουμ και συμμετείχε σε αναρίθμητες δουλειές άλλων καλλιτεχνών. Κέρδισε πολλά και σημαντικά βραβεία, ανάμεσα στα οποία δεκατρία Grammy, τιμητικά διδακτορικά διπλώματα από τα Πανεπιστήμια Dartmouth και Yale, καθώς και ένα βραβείο του Κέντρου Kennedy για τη καλλιτεχνική προσφορά της. Από τα ονόματα που συναντάμε στο μακρύ κατάλογο των ηχογραφήσεών της ξεχωρίζει αυτό του Norman Granz, παραγωγού δίσκων και ιδρυτή των δισκογραφικών εταιρειών Verve και Pablo. Ο Granz γνώρισε την Ella το 1949 και οι δυο τους ξεκίνησαν μια συνεργασία που κράτησε σαράντα χρόνια. Υπό τις οδηγίες του Granz, η Ella ηχογράφησε μια σειρά συλλογών με τραγούδια σπουδαίων Αμερικανών συνθετών (Cole Porter, Rodgers & Hart, Duke Ellington, Irving Berlin, George & Ira Gershwin, Harold Arlen, Jerome Kern, Johnny Mercer), αφήνοντας πίσω της μια ενότητα ερμηνειών, η οποία δικαίως θεωρείται το κορυφαίο της επίτευγμα. Με τα άλμπουμ αυτά η φήμη της εξαπλώθηκε σε όλη την Αμερική, κάνοντας το όνομά της γνωστό σε κάθε σπίτι, κάτι για το οποίο πολύ λίγοι τραγουδιστές της jazz θα μπορούσαν να υπερηφανευτούν. Άλλα σημαντικά έργα ήταν οι συνεργασίες της με τον Count Basie («On The Sunny Side Of The Street») και τον Duke Ellington («Ella At Duke’s Palace») αλλά και τα ντουέτα της με τον Joe Pass, που επίσης θεωρούνται κλασικά. Το μουσικό βίντεο «Something To Live For» είναι μια αμερικανική παραγωγή στο πλαίσιο της σειράς ντοκιμαντέρ με τίτλο «American Masters», που προβλήθηκε από την κρατική τηλεόραση. Οι αναφορές του φιλμ είναι ισοβαρώς μοιρασμένες στη ζωή και στη μουσική της Ella, με έμφαση κυρίως στις «λάιβ» μαγνητοσκοπήσεις είτε από κονσέρτα είτε από τηλεοπτικά προγράμματα. Ως αφηγητής εμφανίζεται ο Tony Bennett, ο οποίος αντεπεξέρχεται με ευχέρεια στις απαιτήσεις του ρόλου. Το υλικό αρχείου παρακολουθεί την πορεία της Ella από την οικονομική ύφεση της δεκαετίας του ’30 στη Νέα Υόρκη, στην «ανακάλυψή της» στο Apollo Theater, την ανάδειξή της σε κορυφαία βοκαλίστρια του swing και ακόλουθα σε απαράμιλλη pop και jazz στιλίστρια, μέχρι τις τελευταίες μέρες της ζωής της (πέθανε σε ηλικία 78 ετών στις 15 Ιουνίου 1996 ύστερα από επιπλοκές που προκάλεσε στην υγεία της ο διαβήτης, ασθένεια που την ταλαιπώρησε για πολλά χρόνια). Για επίτευξη συνέχειας και αβίαστης ροής οι ζωντανές εμφανίσεις «συναρμολογούνται» με αφηγηματικά αποσπάσματα από συνεργάτες, φίλους και συγγενείς, που σταχυολογούνται από διάφορες συνεντεύξεις. Παρελαύνουν πολλά από τα κορυφαία ονόματα της jazz που κατά καιρούς τη συνόδευσαν (Norma Miller, Lou Levy, Johnny Mathis, Dizzy Gillespie, Roy Eldridge, Paul Smith) με ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες τις εμφανίσεις της Ella πλάι στην ορχήστρα του Duke Ellington (με το τρίο του Jimmy Jones), στο τρίο του Tommy Flanagan (σε συναυλία στο Λονδίνο) και στην ορχήστρα του Count Basie (στο φεστιβάλ του Montreux, το 1979). Μια από τις πιο ευχάριστες στιγμές του βίντεο είναι η ερμηνεία του «A Tisket A Tasket», της πρώτης της επιτυχίας (1938), που ήταν βασισμένη σε παιδικό τραγουδάκι. Συνολικά, πρόκειται για μια εύστοχη, πολύπλευρη και αρκετά λεπτομερή προσέγγιση, με σεβασμό και επαγγελματισμό στην προσωπική ζωή και την καλλιτεχνική δημιουργία του μουσικού φαινόμενου, που υπήρξε η Ella Fitzgerald.
Υποψήφιο για 8 Όσκαρ είναι το ρομαντικό δράμα της Κλόι Ζάο, με τίτλο Άμνετ που κλέβει τις εντυπώσεις στις σκοτεινές αίθουσες. Αυτές είναι οι νέες ταινίες της εβδομάδας.