Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2026
weather-icon 21o
in.gr

Music Bank – The Videos – Κριτική

Οι Alice In Chains, εκπρόσωποι της «grunge rock» σκηνής του Σιατλ, σχηματίστηκαν το 1987. Στα πρώτα τους βήματα υπήρξαν ένα μάλλον τυπικό heavy metal κουαρτέτο, με μέλη τους Layne Staley (φωνητικά, κιθάρα), Jerry Cantrell (κιθάρα), Mike Starr (μπάσο) και Sean Kinney (ντραμς). Μια σειρά από ζωντανές εμφανίσεις που πραγματοποίησαν στις βορειοδυτικές Πολιτείες των ΗΠΑ τράβηξε […]

Οι Alice In Chains, εκπρόσωποι της «grunge rock» σκηνής του Σιατλ, σχηματίστηκαν το 1987. Στα πρώτα τους βήματα υπήρξαν ένα μάλλον τυπικό heavy metal κουαρτέτο, με μέλη τους Layne Staley (φωνητικά, κιθάρα), Jerry Cantrell (κιθάρα), Mike Starr (μπάσο) και Sean Kinney (ντραμς). Μια σειρά από ζωντανές εμφανίσεις που πραγματοποίησαν στις βορειοδυτικές Πολιτείες των ΗΠΑ τράβηξε την προσοχή της δισκογραφικής ετικέτας Columbia, με αποτέλεσμα την υπογραφή ενός συμβολαίου συνεργασίας το 1989. Πρώτος καρπός ήταν το EP «We Die Young» (1990) που άφησε καλές εντυπώσεις στους κύκλους του εναλλακτικού metal και προλείανε το έδαφος για την κυκλοφορία του ντεμπούτο άλμπουμ «Facelift» (1990), μιας δουλειάς σκοτεινού heavy rock με αναφορές στους Black Sabbath και τους Led Zeppelin, που απέσπασε τη διάκριση του χρυσού δίσκου, υποστηριγμένη από το έντονο φλερτ του single «Man in the Box» με τα ραδιοκύματα, αλλά και από την πραγματοποίηση μιας σειράς επιτυχημένων περιοδειών δίπλα σε ονόματα όπως οι Van Halen, οι Megadeath και ο Iggy Pop. Το Δεκέμβριο του 1990 η μπάντα γέμισε την αίθουσα Moore Theater του Σιάτλ και πραγματοποίησε ένα κονσέρτο που, μαγνητοσκοπημένο από τον Josh Taft, έγινε λίγο αργότερα το πρώτο Home Video των Alice in Chains, με τίτλο «Live Facelift».
Το EP «Sap» ήδη παρουσίαζε μια μετατόπιση του ενδιαφέροντος προς λιγότερο επιθετικές, ακουστικές διαδρομές, όταν ξαφνικά κάτι άλλαξε στα rock δεδομένα όχι μόνο του Σιάτλ, αλλά και ολόκληρης της rock ‘n’ roll επικράτειας: κυκλοφόρησε το «Nevermind», των Nirvana, που έδωσε στο hard rock σύγχρονη ταυτότητα, υποσχόμενη προοπτική (το κατά πόσο αυτή επαληθεύτηκε είναι μια άλλη, μεγάλη, ιστορία) και ανέλπιστο εμπορικό δυναμικό. Σύντομα, όλες οι δισκογραφικές εταιρείες επιζητούσαν διακαώς να υπογράψουν συμβόλαια συνεργασίας με κάθε «εναλλακτικό» κιθαριστικό σύνολο που έπαιζε σκληρό rock, ψάχνοντας τους «νέους Nirvana», ενώ και τα ίδια τα γκρουπ έσπευσαν να προσαρμόσουν τον ήχο τους στη «μαγική συνταγή» του Curt Cobain και της παρέας του.
Οι Alice in Chains δεν αποτέλεσαν εξαίρεση. Αναθεώρησαν την καλλιτεχνική της προσέγγιση, ώστε να ικανοποιούν τα νέα ζητούμενα, συμμετείχαν στο νεανικό φιλμ «Singles», που ήταν αφιερωμένο στη νέα μουσική μόδα, και τον Οκτώβριο του 1992 κυκλοφόρησαν το άλμπουμ που από πολλούς θεωρείται το καλύτερό τους, το «Dirt». Ο δίσκος έγινε πλατινένιος πριν από το τέλος της χρονιάς, με τη βοήθεια ραδιοφωνικών επιτυχιών, όπως το «Would?» και το «Rooster». Στις αρχές του 1993 ο Mike Inez (πρώην μπασίστας του Ozzy Osbourne) αντικατέστησε στη σύνθεση του γκρουπ τον Mike Starr και συνόδευσε τους Alice in Chains στην εμφάνισή τους στο φεστιβάλ Lollapalooza, το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς. Τον Απρίλιο του 1993 το γκρουπ ηχογράφησε δύο τραγούδια («A Little Bitter», «What the Hell Have I») για το σάουντρακ της ταινίας «Last Action Hero», ενώ το 1994 ήταν η χρονιά του «Jar of Flies», ενός EP με επτά τραγούδια που έγινε πολυπλατινένιο και νούμερο ένα επιτυχία, αναδεικνύοντας ακόμα περισσότερες επιτυχίες, όπως τα «No Excuses» και «I Stay Away».
Λίγο αργότερα εκδηλώθηκαν οι πρώτοι τριγμοί στην ενότητα του γκρουπ. Ο Layne Staley ξεκίνησε μια παράλληλη συμμετοχή στο σύνολο Mad Season, ενώ νέα συνεργασία ξεκίνησε και ο Mike Inez με τους Slash’s Snake Pit. Παρά τις φήμες για διάλυση του γκρουπ, οι Alice in Chains πραγματοποίησαν το 1995 μια δυναμική επιστροφή με το επώνυμο άλμπουμ τους, που επίσης ανέβηκε στο Νο.1 του πίνακα επιτυχιών με επιτυχίες όπως το «Grind».
Το 1996 η ηλεκτρική μπάντα του Σιάτλ αντιμετώπισε με επιτυχία την ακουστική πρόκληση του MTV Unplugged, δίνοντας μια συναυλία, η ηχογράφηση της οποίας κυκλοφόρησε λίγο αργότερα σε άλμπουμ. Ακολούθησε μια αρκετά μακρά περίοδος απραξίας, με μόνη αναλαμπή την ηχογράφηση των τραγουδιών «Died» και «Get Born Again» (Οκτώβριος 1998), ενώ το Μάρτιο του 1997 ο Cantrell κυκλοφόρησε το πρώτο -και μοναδικό μέχρι στιγμής- προσωπικό του άλμπουμ, με τίτλο «Boggy Depot».
Η εύγλωττα τιτλοφορημένη κυκλοφορία «Music Bank -The Videos» συγκεντρώνει 15 βιντεοκλίπ, που καλύπτουν στο σύνολό της την προαναφερθείσα πορεία. Συμπεριλαμβάνονται η σπάνια, πρώτη βερσιόν του «We Die Young», μαγνητοσκοπημένη στο Art Institute του Σιάτλ, και η πλήρους διάρκειας βερσιόν του «Rooster», με ενδιάμεσες σκηνές από Home Video που παρουσιάζει τα μέλη του γκρουπ στο στούντιο, πάνω στη σκηνή, στα παρασκήνια και σε καθημερινές ασχολίες. Επίσης, παρουσιάζονται οι πρώτες μέρες του γκρουπ, πριν από την υπογραφή του συμβολαίου με την Columbia, μέσα από ένα τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ που γυρίστηκε στη γενέθλια πόλη τους για λογαριασμό του καναλιού King-TV. Σε αυτό έχουμε τη δυνατότητα να παρακολουθήσουμε αποσπάσματα από ερμηνείες των ανέκδοτων πριν τραγουδιών «Social Parasite», «I Can’t Have you Blues» και «Queen of the Rodeo».

Ακολουθήστε το in.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

in.gr | Ταυτότητα

Διαχειριστής - Διευθυντής: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Διευθύντρια Σύνταξης: Αργυρώ Τσατσούλη

Ιδιοκτησία - Δικαιούχος domain name: ALTER EGO MEDIA A.E.

Νόμιμος Εκπρόσωπος: Ιωάννης Βρέντζος

Έδρα - Γραφεία: Λεωφόρος Συγγρού αρ 340, Καλλιθέα, ΤΚ 17673

ΑΦΜ: 800745939, ΔΟΥ: ΚΕΦΟΔΕ ΑΤΤΙΚΗΣ

Ηλεκτρονική διεύθυνση Επικοινωνίας: in@alteregomedia.org, Τηλ. Επικοινωνίας: 2107547007

ΜΗΤ Αριθμός Πιστοποίησης Μ.Η.Τ.232442

Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2026
Απόρρητο