Τετάρτη 03 Ιουνίου 2026
weather-icon 22o
Το πώς θέλει να είναι το κράτος και οι θεσμοί το 2030, ο Κυριάκος Μητσοτάκης το έχει δείξει όλα τα προηγούμενα χρόνια

Το πώς θέλει να είναι το κράτος και οι θεσμοί το 2030, ο Κυριάκος Μητσοτάκης το έχει δείξει όλα τα προηγούμενα χρόνια

Μπορεί να ηγηθεί του θεσμικού εκσυγχρονισμού του κράτους μια κυβέρνηση που έχει οδηγήσει τα πράγματα στη σημερινή κρίση θεσμών;

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του in.gr στην Google

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η Νέα Δημοκρατία δεν ανέβηκαν στην εξουσία χτες. Δεν «παρέλαβαν χάος» και προσπαθούν «να φτιάξουν κράτος». Δεν ηγήθηκαν κάποιου κινήματος για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η Νέα Δημοκρατία ανέλαβαν την εξουσία πριν από επτά χρόνια. Μέσα από μια ομαλή διαδικασία, παρέλαβαν ένα κράτος που είχε αρχίσει να επιστρέφει στην κανονικότητα, ύστερα από την περιπέτεια των Μνημονίων και τη συνθήκη «μειωμένης κυριαρχίας» που είχε επιβληθεί στη χώρα. Οι όποιες κακοδαιμονίες και χρόνια προβλήματα που βρήκε ήταν καταστάσεις που τις γνώριζε από παλιά, καθότι ανάγονταν σε μεγάλο βαθμό στον τρόπο που διαχειρίστηκαν την πολιτική εξουσία στη χώρα η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, καθώς και συγκεκριμένες πολιτικές δυναστείες.

Επτά χρόνια δεν είναι λίγος χρόνος. Είναι αρκετός, ώστε να βελτιωθεί η λειτουργία του κράτους και να γίνει πιο φιλικό στον πολίτη, να εκσυγχρονιστούν οι θεσμοί, να κατοχυρωθεί η δημοκρατική λογοδοσία, να ενισχυθούν ασφαλιστικές δικλείδες εύρυθμης λειτουργίας και η αναγκαία ανεξαρτησία της Δημοκρατίας.

Και όντως ο Κυριάκος Μητσοτάκης αξιοποίησε αυτά τα επτά χρόνια. Μόνο που τα αξιοποίησε για να εξασφαλίσει τον έλεγχο των βασικών αρμών της εξουσίας και όχι για να κάνει το θεσμικό πλαίσιο πιο δημοκρατικό. Ακόμη και τα μικρά βήματα εκσυγχρονισμού που έκανε, όπως για παράδειγμα η θεσμοθετηση του γάμου για τα ομόφυλα ζευγάρια, τα έκανε περισσότερο ως κυνικό υπολογισμό για να εξασφαλίσει την έξωθεν καλή μαρτυρία και να μη βρεθεί ακόμη περισσότερο στο στόχαστρο των ευρωπαϊκών θεσμών, παρά στο πλαίσιο ενός συνολικότερου εκδημοκρατισμού.

Αντιθέτως, ήδη από την αρχή της διακυβέρνησης με τη θεσμοθέτηση του «επιτελικού κράτους» και τη μεταφορά της ΕΥΠ απευθείας στο Μαξίμου (άρα και των αδιαφανών συναλλαγών με τις εταιρείες που προμηθεύουν κατασκοπευτικό λογισμικό) φάνηκε ότι δεν είχε κανέναν σκοπό να σεβαστεί τους κανόνες του «δημοκρατικού πολιτικού παιχνιδιού», αλλά αντιθέτως επιχείρησε να εξασφαλίσει κάθε δυνατότητα χειραγώγησης ή ακόμη και εκβιασμού  – ποιος ο λόγος των παράνομων υποκλοπών, άλλωστε; – υπουργών, δικαστικών, ανώτατων αξιωματικών, πολιτικών και δημοσιογράφων.

Την ίδια στιγμή, ξεκινώντας από τις δαπάνες για τη διαμόρφωση του «ψηφιακού μετασχηματισμού», στις οποίες πρωταγωνίστησε ο πλέον σχεδόν επίσημα χρισμένος δελφίνος Κυριάκος Πιερρακάκης, περνώντας στις αγροτικές επιδοτήσεις και βεβαίως στη διαχείριση των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης, η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη επιδόθηκε στην αξιοποίηση της δημόσιας και ευρωπαϊκής δαπάνης για τη διαμόρφωση ενός ευνοϊκού πολιτικού συσχετισμού. Είτε μέσα από την ψηφοθηρική διασπάθιση, τύπου ΟΠΕΚΕΠΕ, είτε μέσα από την επιλεκτική κατεύθυνση σε εταιρείες (ενίοτε δημιουργώντας τις από το μηδέν) φίλα προσκείμενες και πάνω από όλα διατεθειμένες να χρηματοδοτήσουν τη διαμόρφωση ενός φιλοκυβερνητικού μιντιακού οικοσυστήματος που σήμερα το βλέπουμε σε πλήρη δράση.

Με αφετηρία τη στάση απέναντι στην τραγωδία των Τεμπών και την επίμονη άρνηση της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη να αναλάβει οποιαδήποτε ευθύνη για μια τραγωδία που αποτύπωνε όντως όλα τα προβλήματα ενός συγκεκριμένου προτύπου νεοφιλελεύθερης διακυβέρνησης, η κυβέρνηση αυτή επιχείρησε συστηματικά να χειραγωγήσει και τη δικαιοσύνη επιδιώκοντας την εξασφάλιση ασυλίας. Και εάν στο επίπεδο της Βουλής η κυβέρνηση αντιμετώπισε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία ως διαρκές απαλλακτικό βούλευμα, την ίδια ώρα είναι σαφές ότι επιδίωξε οι επιλογές στην ηγεσία της δικαιοσύνης να συμβάλουν στην ίδια κατεύθυνση, ενδεικτική η στάση της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου που κινήθηκε σε μεγάλο βαθμό ως μηχανισμός συγκάλυψης των κυβερνητικών ευθυνών για το σκάνδαλο των υποκλοπών και που εξακολουθεί να κάνει ότι δεν βλέπει το ελληνικό Watergate.

Αντίστοιχα, μια κυβέρνηση εχθρική απέναντι στον έλεγχο και τη λογοδοσία, δεν θα μπορούσε παρά να αντιμετωπίσει με δυσπιστία κάθε θεσμό που δεν μπορούσε να χειραγωγήσει και ο οποίος θα μπορούσε να ερευνήσει και να αναδείξει τη θεσμική παραβατικότητά της, από τις ανεξάρτητες αρχές έως την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Από τις επιθέσεις στον Χρήστο Ράμμο μέχρι τη συστηματική – και συνεχιζόμενη – συκοφάντηση της Λάουρα Κοβέσι, τα παραδείγματα είναι πολλά.

Ακόμη και ο τρόπος που αντιμετωπίζει ζητήματα, όπως το εκλογικό σύστημα είναι ενδεικτικός. Η πρόταση για τις αυτοδιοικητικές εκλογές, στην πράξη κομμένη και ραμμένη πάνω στο ενδεχόμενο ότι οι φιλοκυβερνητικοί υποψήφιοι θα είναι στην πρώτη θέση, αλλά χωρίς πλειοψηφική δυναμική, αλλά και ο ίδιος ο τρόπος που προβάλλει ακόμη και τώρα μια δημοσκοπική πρωτιά που ως προς τον πραγματικό συσχετισμό είναι πολική ήττα, στην πράξη παραπέμπει στην αντίληψη ότι η «κεντροδεξιά» είναι η μόνη παράταξη που δικαιούται πραγματικά να κυβερνά τη χώρα, οτιδήποτε άλλο είναι επικίνδυνο και ανεύθυνη επιλογή και άρα ακόμη και ο εκλογικός νόμος θα πρέπει να εξυπηρετεί αυτό τον στόχο.

Ακόμη και οι μεταρρυθμίσεις που προώθησε αυτή η κυβέρνηση είναι χαρακτηριστικές. Αποφασισμένη να εξυπηρετήσει συγκεκριμένα (και επώνυμα) οικονομικά συμφέροντα και funds και αδιαφορώντας για ένα καίριο δημόσιο αγαθό όπως η παιδεία, η κυβέρνηση παράκαμψε το Σύνταγμα, θεσμοθέτησε τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, και τώρα έρχεται κατόπιν εορτής να κάνει τη συζήτηση για το πώς θα αποτυπωθεί αυτό στο Σύνταγμα, αναζητώντας ουσιαστικά την αναδρομική συναίνεση που σε κανένα βαθμό δεν επιδίωξε όταν έπρεπε.

Προσθέστε σε όλα αυτά και την επί τη ουσίας άρνηση συναίνεσης σε επίπεδο κοινοβουλευτικό γύρω από όλες τις κρίσιμες αποφάσεις, αφού αυτή η κυβέρνηση όχι μόνο δεν επιθυμεί να κάνει συμβιβασμούς, αλλά αντιμετωπίζει με απαξιωτικό τρόπο κάθε αντίρρηση της αντιπολίτευσης.

Στην πραγματικότητα η Νέα Δημοκρατία έχει δείξει πώς βλέπει τον εκσυγχρονισμό του κράτους: μια αντίληψη του κράτους ως τρόπαιου και εργαλείου για τη διαμόρφωση κομματικών συσχετισμών, με εμπέδωση μια αδιαφάνειας που απλώς θα διευκολύνει ακόμη περισσότερο την εργαλειοποίηση για την εξυπηρέτηση κομματικών αλλά και επιχειρηματικών σχεδιασμών. Πίσω από το προσωπείο ενός υποτιθέμενου ψηφιακού εκσυγχρονισμού – που στην πράξη πόρρω απέχει από το να περιορίζει τη γραφειοκρατία καθώς απλώς τη μεταφέρει από το γκισέ στην οθόνη – η Νέα Δημοκρατία ουσιαστικά έχει προωθήσει απλώς τη δική της εκδοχή ενός σύγχρονου κομματικού κράτους εργαλείου, ιδιαίτερα αυταρχικού σε όψεις του, δομικά αδιαφανούς και τελικά εχθρικού για τον πολίτη.

Αυτή την αντίληψη έρχεται τώρα να «μεταφράσει» και σε πρόταση συνταγματικής αναθεώρησης. Και αυτός είναι ο λόγος που έχει ιδιαίτερη σημασία αυτή η πρόταση να αποδοκιμαστεί και σε επίπεδο τοποθέτησης και σε επίπεδο διαδικασίας. Ακριβώς γιατί τελικά η συζήτηση για τον εκσυγχρονισμό του κράτους και των θεσμών δεν μπορεί να γίνει όσο στην εξουσία παραμένει μια κυβέρνηση που ευθύνεται για την κρίση τους.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
0 /50
0 /2000

Ακολουθήστε το in.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Προσθήκη του in.gr στην Google

in.gr | Ταυτότητα

Διαχειριστής - Διευθυντής: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Διευθύντρια Σύνταξης: Αργυρώ Τσατσούλη

Ιδιοκτησία - Δικαιούχος domain name: ALTER EGO MEDIA A.E.

Νόμιμος Εκπρόσωπος: Ιωάννης Βρέντζος

Έδρα - Γραφεία: Λεωφόρος Συγγρού αρ 340, Καλλιθέα, ΤΚ 17673

ΑΦΜ: 800745939, ΔΟΥ: ΚΕΦΟΔΕ ΑΤΤΙΚΗΣ

Ηλεκτρονική διεύθυνση Επικοινωνίας: in@alteregomedia.org, Τηλ. Επικοινωνίας: 2107547007

ΜΗΤ Αριθμός Πιστοποίησης Μ.Η.Τ.232442

Τετάρτη 03 Ιουνίου 2026
Cookies