Βγαίνουν διάφοροι από το φιλοκυβερντικό μηντικό οικοσύστημα και παρουσιάζουν την κατάσταση στον δημοκρατικό χώρο και ευρύτερα την αντιπολίτευση ως ένα πρωτάθλημα, με όλες τις ειρωνείες που μπορεί κανείς να φανταστεί, για το ποιος τελικά θα είναι ο αντίπαλος του Κυριάκου Μητσοτάκη, ή ως μια μονομαχία για τη δεύτερη θέση. Και βέβαια δεν παραλείπουν να υπογραμμίζουν ότι ακριβώς αυτό εξηγεί γιατί δεν υπάρχει περίπτωση αυτή η αντιπολίτευση να μπορέσει να κυβερνήσει πραγματικά αποτελεσματικά.
Φαινομενικά αυτή θα μπορούσε να είναι μια περιγραφή της πραγματικότητας. Όλα δείχνουν ότι στις πρώτες εκλογές η ΝΔ θα είναι πρώτη μεν, αλλά στην πραγματικότητα χωρίς την προοπτική να νικήσει. Το άθροισμα των σχηματισμών της δημοκρατικής αντιπολίτευσης θα δείχνει τον πραγματικό νικητή. Και όποια ή όποιος έχει το υψηλότερο ποσοστό εκ των πραγμάτων θα είναι το αντίπαλο δέος στις επόμενες εκλογές και θα πάρει το προβάδισμα.
Εάν υπάρξουν επίσημες συμφωνίες συνεργασιών, θα εμφανιστεί ένας συνασπισμός δυνάμεων της αντιπολίτευσης όπου την ηγεσία προφανώς θα έχει όποιος θα έχει πάρει το προβάδισμα στον «πρώτο γύρο».
Εάν δεν υπάρξουν συνεργασίες, τότε τα πράγματα θα τα κρίνουν οι κάλπες. Μόνο που θα είναι τόσο έντονη η πόλωση και ισχυρή η πίεση να ψηφιστεί ένας σχηματισμός που θα επιτρέψει να υπάρξει απαλλαγή από τη σημερινή διακυβέρνηση, που οι ψηφοφόροι πρωτίστως θα ψηφίσουν με βάση το ποιος είχε το προβάδισμα στις πρώτες εκλογές, καθώς θα έχει τις περισσότερες πιθανότητες να κερδίσει τις δεύτερες εκλογές.
Αυτή είναι η βάση για την υποτιθέμενη μονομαχία για τη δεύτερη θέση στις επερχόμενες εκλογές.
Η κυβέρνηση και τα μέσα που είναι φιλικά σε αυτή εύλογα προσπαθούν να την παρουσιάσουν ως κάτι που απλώς δείχνει πόσο απροετοίμαστη είναι στην πραγματικότητα η αντιπολίτευση για να αναμετρηθεί με τις προκλήσεις της διακυβέρνησης και άρα τον κίνδυνο η χώρα να περάσει επικίνδυνες περιπέτειες κ.λπ.
Αυτό είναι το κυβερνητικό ή φιλοκυβερνητικό αφήγημα. Ωστόσο, το ερώτημα είναι το εξής: γιατί είναι αυτονόητο ότι αυτό το ενδεχόμενο είναι κάτι που θα έπρεπε να στηλιτεύεται;
Σίγουρα, τα πράγματα θα ήταν καλύτερα, εάν είχαν υπάρξει διεργασίες το προηγούμενο διάστημα που θα είχαν οδηγήσει σε ευρύτερη συνεννόηση των δημοκρατικών και προοδευτικών δυνάμεων και ένα ευρύτερο μέτωπο πάνω σε μια κοινή και συμφωνημένη προγραμματική βάση και προφανώς μια συμφωνημένη και κοινή ηγεσία.
Από την άλλη, κάποιος θα μπορούσε εύλογα να υποστηρίξει ότι μια τέτοια συνεννόηση θα μπορούσε να έπαιρνε και τη μορφή παζαριών κορυφής και μιας συμφωνία «από τα πάνω» που μπορεί και να αποξένωνε τους δημοκρατικούς ψηφοφόρους που θα αντιμετώπιζαν με δυσπιστία μια διεργασία που θα συνέβαινε πίσω από τις πλάτες τους και με τρόπο που δεν θα τους καθιστούσε κοινωνούς και συμμέτοχους.
Άλλωστε, εάν προσπαθήσουμε να σκεφτούμε καλύτερα την ίδια την αντιφατικότητα μιας συγκυρίας που συνδυάζει τη βαθιά αποδοκιμασία της κυβέρνησης με τη δυσπιστία των ψηφοφόρων απέναντι στην επίσημη πολιτική, τότε θα καταλάβουμε ότι η επιβεβλημένη «από τα πάνω» ενότητα και οι συνεργασίες ήδη υπαρχόντων σχηματισμών (άρα και το άθροισμα της φθοράς που κουβαλάνε) μπορεί να μην τα κατάφερναν να εμπνεύσουν την κοινωνία.
Και αυτό μας φέρνει στην ουσία του ζητήματος: ο δημοκρατικός προοδευτικός χώρος σήμερα δεν χρειάζεται συγκολλήσεις αλλά μια βαθύτερη ανασύνθεση, νέο δυναμικό, νέες ιδέες, ένα πραγματικό Bing Bang. Αυτό εκ των πραγμάτων σημαίνει ότι υπάρχει μια πραγματική διαφορά ανάμεσα σε μια ενδεχόμενη συγκόλληση των υπαρχόντων σχηματισμών και μια ανασύνθεση του προοδευτικού χώρου με όρους που δεν θα απαξιώνουν ό,τι υπάρχει αλλά θα φέρνουν και νέες δυνάμεις στο προσκήνιο.
Και αυτό δεν είναι απλώς μια επιλογή ή ένα δίλημμα. Αυτή είναι η πραγματική συζήτηση για το μέλλον του δημοκρατικού χώρου, αλλά και το μέλλον της χώρας εάν θέλουμε να ξεφύγουμε από τη σημερινή συνθήκη μιας χώρας μειωμένων προσδοκιών και ενός κράτους περιορισμένης ευθύνης που απέχει πολύ από το να ανταποκρίνεται στις προσδοκίες της κοινωνικής πλειοψηφίας.
Στη βάση όλων αυτών, μήπως τελικά ο καλύτερος τρόπος να γίνει αυτή η συζήτηση να είναι ανοιχτά και μέσα στην κοινωνία και ο τελικός κριτής να είναι οι ψηφοφόροι; Μήπως το να δούμε ποιος και ποια πολιτική πρόταση για τον δημοκρατικό και προοδευτικό χώρο έχει την πιο μεγάλη απήχηση δεν είναι ούτε πρωτάθλημα ούτε τρόπαιο, αλλά ο τρόπος ώστε η ίδια κοινωνία να δείξει ποιος θέλει να φέρει την αναγκαία πολιτική αλλαγή; Σε τελική ανάλυση, θα μπορούσε να είναι και ένα είδος προκριματικών εκλογών, έστω και εάν στη χώρα μας δεν έχουμε τέτοια παράδοση.
Βεβαίως, μια τέτοια αντίληψη εμπιστοσύνης τελικά στη συλλογική σοφία του ίδιου του λαού σημαίνει και μια διαφορετική κουλτούρα σε αυτή την προεκλογική εκστρατεία. Σημαίνει συναγωνισμό στη βάση προγραμματικών τοποθετήσεων, προτάσεων για το μέλλον της χώρας, αξιοπιστίας προσώπων και όχι διαγκωνισμό και «χτυπήματα κάτω από τη ζώνη». Σημαίνει διάλογο και διαύλους πραγματικής επικοινωνίας, ακριβώς γιατί η ολοκλήρωση της πολιτικής αλλαγής θα απαιτήσει ευρύτερη συνεννόηση και συνεργασία. Να το πούμε απλά: για να κυβερνηθεί η χώρα με διαφορετικό τρόπο κανείς δεν περισσεύει…