Δεν σας μίλησα για τους αρχαίους. Δεν θέλησα να σας κουράσω. Ίσως πρέπει να προσθέσω μερικές λέξεις. Από τον 15ο αιώνα που έπεσε το Βυζάντιο, γίνονται ολοένα και περισσότερο κτήμα της ανθρωπότητας. Είναι τώρα ζυμωμένοι με ό,τι ονομάζουμε —συντομογραφικά— ευρωπαϊκό πολιτισμό. Χαιρόμαστε που τόσα έθνη συμβάλλουν στο να τους φέρουν πιο κοντά στην ζωή μας. Όσο για μας, μας μένουν, μολαταύτα, μερικά αναφαίρετα πράγματα. Όταν διαβάζω στον Όμηρο τις απλές λέξεις «φάος ηελίοιο» —σήμερα το λέω «φως του ήλιου»— νιώθω μια οικειότητα που συγγενεύει περισσότερο με μια συλλογική ψυχή παρά με μια προσπάθεια γνώσης. Είναι μια νότα, θάλεγα, που οι αρμονικές της απλώνονται πολύ μακριά· είναι μια αίσθηση πολύ αλλιώτικη από εκείνη που μπορεί να δώσει μια μετάφραση. Γιατί, τέλος πάντων, μιλούμε την ίδια γλώσσα — και το αίσθημα μιας γλώσσας ανήκει στα συναισθήματα όσο και στην γνώση. Μια γλώσσα αλλαγμένη, αν θέλετε, από μια εξέλιξη χιλιάδων ετών, μα ωστόσο πάντα πιστή στον εαυτό της. Έχει τα χνάρια από χειρονομίες και στάσεις που επαναλαμβάνονται επί αιώνες, έως τις μέρες μας, και που κάποτε απλουστεύουν με τρόπο εκπληκτικό προβλήματα ερμηνείας που φαίνονται πολύ δύσκολα σε άλλους. Δεν θα πω πως είμαστε από το ίδιο αίμα, γιατί αποστρέφομαι τις φυλετικές θεωρίες — αλλά κατοικούμε πάντα την ίδια χώρα και κοιτάμε τα ίδια βουνά που τελειώνουν στην θάλασσα. Ίσως να μνημόνευσα την λέξη «παράδοση», χωρίς να υπογραμμίσω τούτο το αυτονόητο: ότι παράδοση δεν σημαίνει συνήθεια. Αντίθετα, μας ενδιαφέρει για την ικανότητα που έχει να μπορεί να σπάει την συνήθεια: έτσι αποδείχνει την ζωντάνια της.
Επίσης, δεν σας μίλησα για την γενεά μου — την γενεά στην οποία έλαχε ο βαρύς κλήρος μιας ηθικής αναπροσαρμογής, ύστερα από την έξοδο ενάμισυ εκατομμυρίου ψυχών από την Μικρασία. Την γενεά που στάθηκε μάρτυρας ενός φαινομένου μοναδικού στην ελληνική ιστορία: αυτής της παλίρροιας, αυτής της πόλωσης του πληθυσμού μας που ήταν σκορπισμένος σε πολλά ανθηρά κέντρα της οικουμένης.
Τέλος, δεν σας μίλησα για την γενεά που ήρθε ύστερα από μας, για κείνην που τα παιδικά ή τα εφηβικά της χρόνια τραυματίστηκαν στα χρόνια του τελευταίου πολέμου. Ασφαλώς έχει καινούργια προβλήματα και άλλη προοπτική: η Ελλάδα εκβιομηχανίζεται όλο και περισσότερο. Τα έθνη όλο και πλησιάζουν μεταξύ τους. Ο κόσμος αλλάζει. Οι κινήσεις του όσο πάνε κι’ επιταχύνονται. Θάλεγε κανείς πως το χαρακτηριστικό του είναι να δείχνει αβύσσους είτε μέσα στην ανθρώπινη ψυχή είτε μέσα στο σύμπαν. Η έννοια της διάρκειας έχει αλλάξει. Είναι μια νεότητα πονεμένη και ανήσυχη. Συναισθάνομαι τις δυσκολίες της, που άλλωστε δεν απέχουν πολύ από τις δικές μας. Ένας μεγάλος πρωτοπόρος της ελευθερίας μας, ο Ρήγας, δίδασκε: «Όποιος ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά». Θα ήθελα απλώς να ευχηθώ στους νέους μας να στοχάζονται ταυτόχρονα και το ρητό που είναι χαραγμένο στο ανώφλι του πανεπιστημίου σας της Ουψάλας: «Να σκέφτεσαι ελεύθερα είναι σπουδαίο — να σκέφτεσαι σωστά, ακόμα πιο σπουδαίο».
Τελείωσα. Σας ευχαριστώ για την υπομονή σας. Σας ευχαριστώ επίσης, γιατί «η γενναιοφροσύνη της Σουηδίας» μού επιτρέπει να νιώσω, επιτέλους, πως είμαι κανείς. Θέλω να πω, με την έννοια που έδινε ο Οδυσσέας, όταν αποκρινόταν στον κύκλωπα Πολύφημο: «Ούτις», κανείς — ένα τίποτα στην μυστηριώδη αυτή ροή, την Ελλάδα.
Αυτό ήταν το τελευταίο τμήμα της διάλεξης που είχε δώσει ο Γιώργος Σεφέρης ενώπιον των μελών της Σουηδικής Ακαδημίας (η μετάφραση από τη γαλλική γλώσσα ανήκει στον Γ. Π. Σαββίδη) το Δεκέμβριο του 1963, με θέμα «Λίγα για τη νεώτερη ελληνική παράδοση». Το μεταφρασμένο κείμενο της ομιλίας του νομπελίστα ποιητή (η ανακοίνωση της βράβευσής του είχε γίνει στις 24 Οκτωβρίου 1963, η δε τελετή της απονομής του βραβείου είχε πραγματοποιηθεί στις 10 Δεκεμβρίου 1963) είχε δημοσιευτεί κατ’ αποκλειστικότητα στο τεύχος του «Ταχυδρόμου» της 14ης Δεκεμβρίου 1963.
Σήμερα, προ ολίγων ωρών, η Σουηδική Ακαδημία ανακοίνωσε την απόφασή της να απονείμει το Νομπέλ Λογοτεχνίας 2024 στη νοτιοκορεάτισσα συγγραφέα Χαν Κανγκ (Han Kang).
Το Art Project Space παρουσιάζει την Πέμπτη 7 Μαΐου τη συλλεκτική έκδοση Πειρατές, με πρωτότυπα χαρακτικά του Νίκου Κυριακόπουλου. Εκεί όπου η τέχνη είναι τρόπος ζωής