Στις 10 Οκτωβρίου 1930 γεννήθηκε στο Ανατολικό Λονδίνο ο θεατρικός συγγραφέας και σκηνοθέτης Χάρολντ Πίντερ (Harold Pinter), ένας από τους κορυφαίους δραματουργούς του περασμένου αιώνα.
Ο εβραϊκής καταγωγής και παγκόσμιας ακτινοβολίας Πίντερ άρχισε να εργάζεται στο θέατρο ως ηθοποιός. Το πρώτο θεατρικό έργο του, «Το Δωμάτιο», παρουσιάστηκε από φοιτητές το 1957, ενώ η καθιέρωσή του έμελλε να έλθει λίγο αργότερα, το 1959, με τον «Επιστάτη».
Ο Χάρολντ Πίντερ, ο οποίος ανέπτυξε και ακτιβιστική δράση, τιμήθηκε με το Νομπέλ Λογοτεχνίας το 2005, απεβίωσε δε στην αγγλική πρωτεύουσα στις 24 Δεκεμβρίου 2008.
Στο φύλλο του «Βήματος» που είχε κυκλοφορήσει την Κυριακή 29 Ιανουαρίου 1995 είχε συμπεριληφθεί το κείμενο μιας ενδιαφέρουσας συνέντευξης που είχε παραχωρήσει ο Χάρολντ Πίντερ στον Θανάση Λάλα.
Από το εν λόγω δημοσίευμα προέρχονται οι ακόλουθες ερωταποκρίσεις:
— Ποια είναι η πιο ενδιαφέρουσα φράση που έχετε γράψει όλα αυτά τα χρόνια;
(γελάει) Ενδιαφέρουσα αρχή… Ίσως έτσι θα ήταν καλύτερα να τελείωνε αυτή η συνομιλία μας! Η πιο ενδιαφέρουσα φράση για τέλος (γέλια).
— Ένα καλό τέλος είναι πάντα μια ενδιαφέρουσα αρχή;
Δεν μπορώ να σας μιλήσω για το τέλος. Μπορώ μόνο, αφού έχει τελειώσει κάτι, να σας πω αν έχει τελειώσει καλά ή άσχημα. Αυτό που πάντα με ενδιαφέρει και στα γραπτά μου είναι η αρχή.
— Είχα έναν φίλο σπουδαίο συγγραφέα, τον Στρατή Τσίρκα, που μου έλεγε όταν ζούσε: «Για ν’ αρχίσουμε να γράφουμε ένα μυθιστόρημα πρέπει να έχουμε βρει το τέλος».
Εγώ δεν το έχω κάνει ποτέ αυτό. Δεν μπορώ να αρχίσω να γράφω ένα έργο του οποίου ξέρω το τέλος! Αφήνομαι στα πράγματα να με οδηγούν (γέλια).
— Πώς αισθάνεσθε ότι ένα έργο τελείωσε, είναι έτοιμο;
(γεμίζει τα ποτήρια μας με λευκό κρασί) Δεν το έχω αισθανθεί ποτέ. Αυτό είναι ένα αίσθημα που ποτέ δεν αισθάνθηκα. Πιστεύω για όλα τα έργα που έχω γράψει μέχρι τώρα ότι θα μπορούσα αν ήθελα «να τους στρίψω άλλη μια φορά τον λαιμό»! Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνετε.
— Τα έργα σας τα γράφετε μια κι έξω ή τα διορθώνετε μετά;
Έχω γράψει τρεις φορές στη γραφομηχανή ένα έργο. Αλλά αν ένα έργο παιχτεί δεν το ξαναπειράζω.
— Γιατί;
Ίσως ακούγεται τρελό, αλλά πιστεύω ότι, από τη στιγμή που εκδοθεί ή παιχτεί ένα έργο, έχει πια τη δική του ζωή. Νιώθω ότι κάθε επέμβαση πάνω του ίσως το πονέσει. Είναι σαν να το πυροβολώ αν πιάσω να το διορθώσω.
— Υπάρχει ένα έργο σας στο οποίο δεν θα αλλάζατε τίποτα αν σήμερα αποφασίζατε να το ξαναγράψετε από την αρχή;
Δεν πιστεύω ότι σε όλα αυτά που έχω ήδη γράψει έχω κάνει ό,τι καλύτερο μπορούσα.
— Τότε γιατί αφήσατε να εκδοθούν;
(χαμογελάει και πίνει άλλη μια γουλιά κρασί) Γιατί από κάποια στιγμή και μετά έχω το αίσθημα ότι θα καταστρέψω κι αυτό που έχω ως τώρα κάνει αν επέμβω. Με πιάνει μια ανασφάλεια. Ενώ ξέρω ότι δεν είναι τέλειο, χρειάζεται κι άλλη δουλειά, νιώθω αδύναμος να το δουλέψω άλλο. Φοβάμαι ότι θα χαλάσω κι αυτό που έφτιαξα!
— Η τελειότητα κρύβεται στο αδύνατο ή στο δυνατό για να γίνει; Μήπως η τελειότητα είναι το ιδανικό σημείο που θέλουμε να φτάσουμε αλλά ποτέ δεν φτάνουμε;
(παύση) Πιθανόν το τέλειο να μην είναι εφικτό. Δεν ξέρω…
— Ξέρετε κάτι που να είναι τέλειο; Ένα τέλειο έργο;
Εσείς ξέρετε; Έχω δει χίλιες φορές, που λέει ο λόγος, τον «Θάνατο του εμποράκου» του Άρθουρ Μίλερ. Κάθε φορά μου κάνει ιδιαίτερη εντύπωση αυτό το έργο. Αλλά δεν το βρίσκω τέλειο.
— Το «Περιμένοντας τον Γκοντό»;
Το «Περιμένοντας τον Γκοντό» δεν ξέρω… Είναι όμως τέλειο το «Τέλος του παιχνιδιού» του Μπέκετ!
— Ο «Άμλετ»;
Όχι… Πιστεύω ότι ο Σαίξπηρ θα μπορούσε να του «στρίψει άλλη μια φορά τον λαιμό» (γέλια). Ίσως όμως να έκανε καλύτερα που τ’ άφησε στην ησυχία του. Δεν καταλαβαίνω αυτή τη μανία όλων για την τελειότητα. Προτιμώ τα έργα μου να τελειώνουν λίγο προτού γίνουν τέλεια. Πιστεύω ότι η τελειότητα έχει ένα ελάττωμα: αν την αγγίξεις έστω και για μία μόνο στιγμή, σε φυλακίζει. Δύσκολα ξαναδημιουργείς μετά από ένα τέλειο δημιούργημα.
[…]
— Θυμάστε την πρώτη παράσταση;
Απογευματινή Πέμπτης. Είχα αργήσει (γέλια) και πήγα στον εξώστη. Μια ταξιθέτρια μού είπε: «Πού πάτε;», και της είπα: «Επάνω». «Έχετε εισιτήριο;» «Όχι» της λέω. «Μα καλά, ποιος είστε;» μου λέει. «Ο συγγραφέας». «Αχ, καημένε μου!» (γέλια) «Στον εξώστη δεν είναι κανένας» μου λέει. «Κανένας;» «Κανένας» (γέλια). Πήγα σιγά σιγά και από τον εξώστη κοίταξα κάτω. Στην πλατεία υπήρχαν έξι άτομα. Έξι ήρωες. Έχω ακόμη τις αποδείξεις του ταμείου. Τις κράτησα και τις κορνιζάρισα (γέλια). Εκείνο το απόγευμα η είσπραξη του ταμείου, θυμάμαι, ήταν δύο στερλίνες και έξι σελίνια. Σε ένα θέατρο που έπαιρνε 700 ανθρώπους (γέλια).
— Τι είναι αυτό που μπορεί να κάνει ένα έργο ακατανόητο μια εποχή και κατανοητό μιαν άλλη;
Δεν ξέρω… Δεν είμαι κριτικός. Είμαι συγγραφέας. Ίσως αυτό που λένε «μόδα». Ίσως ένα έργο να μην είναι έτοιμοι οι κριτικοί και το κοινό να το δεχθούν. Η απάντηση όμως, όποια κι αν είναι, δεν μπορεί να είναι εύκολη. Πιστεύω πάντως ότι το συγκεκριμένο έργο δεν εξηγούσε. Αυτό είχε αιφνιδιάσει το κοινό, που είχε συνηθίσει ως τότε όλα να του εξηγούνται. Εγώ γενικότερα δεν είμαι της εξήγησης (γεμίζει τα ποτήρια με κρασί). Ένα έργο πρέπει να μιλάει μόνο του. Αν συγκινήσει, έχει καλώς. Δεν μπορεί κανείς να κάνει τίποτε για να συγκινηθεί το κοινό.
— Όταν γράφετε ένα έργο έχετε στο μυαλό σας τον άνθρωπο που θα το δει;
Ποτέ. Δεν με ενδιαφέρει ποιος θα δει αυτό που γράφω. Ποτέ δεν με ενδιέφερε το κοινό! Χαίρομαι πάρα πολύ όταν τα έργα μου πράγματι επικοινωνούν με το κοινό, όταν το κοινό απολαμβάνει τα έργα ή τα βρίσκει αναγνωρίσιμα. Αυτό με ικανοποιεί. Αλλά δεν με τρομάζει αν δεν συμβεί αυτό. «Απλώς δεν συνέβη» λέω και τελείωσε.
[…]
— Γιατί, λέτε, οι άνθρωποι πηγαίνουν στο θέατρο;
(παύση) Αυτό αναρωτιέμαι πολλές φορές. Γιατί στο διάολο πηγαίνουν; Δεν έχω πεισθεί ότι το μεγαλύτερο μέρος του κοινού πάει στο θέατρο επειδή ενδιαφέρεται. Παρ’ όλα αυτά, όταν είμαι ανάμεσά τους, μέρος του κοινού κι εγώ, έχω πιάσει τον εαυτό μου να νιώθει μια συμπάθεια γι’ αυτούς, μια και υποβάλλονται σε τρομερά μαρτύρια βλέποντας αυτά που συμβαίνουν συχνά πυκνά στη σκηνή (γέλια). Μερικές φορές νιώθω απαίσια, γιατί αισθάνομαι την κοινή μας δυστυχία.
— Όταν γράφετε ένα έργο, το παίζετε μόνος σας; Διαβάζετε δυνατά τους διαλόγους και τους διορθώνετε;
Δεν σταματάω να παίζω. Αν ήσασταν στο δωμάτιο από μια μεριά, θα διαπιστώνατε ότι δεν σταματάω να μιλάω ούτε στιγμή. Δεν το δοκιμάζω τη στιγμή που το γράφω, αλλά λίγο μετά.
— Με τα αστεία που γράφετε γελάτε;
Τρομερά (ανοίγει νέο μπουκάλι, είναι το τρίτο).
— Σας αρέσει να μιλάτε και να πίνετε, ε;
Πολύ. Μου αρέσει το ποτό. Είναι ένα από τα δυο-τρία ενδιαφέροντα της ζωής μου.
— Ποια είναι τα υπόλοιπα;
Από παιδί είχα τρία πάθη. Το ένα ήταν οι λέξεις, το άλλο τα σπορ και το τρίτο ο έρωτας (γέλια). Γι’ αυτό έγραφα από παιδί κυρίως ποίηση. Ήθελα να γίνω ο νέος Ντίλαν Τόμας, δεν ξέρω αν τον γνωρίζετε. Με είχε επηρεάσει πολύ. Μου άρεσε που ήταν ατίθασος, υπέροχος ποιητής, αξιολάτρευτος. Είχε μια ελευθερία στη γλώσσα που του επέτρεπε να ζει μέσα σ’ αυτή την προσωπική του ελευθερία.
[…]
— Ποιοι άνθρωποι θα θέλατε να διαβάζουν τα έργα σας πρώτοι και να σας λένε τη γνώμη τους;
Ήμασταν φίλοι. Μου έστελνε κι αυτός τα έργα του, όπως του τα έστελνα κι εγώ. Εγώ βέβαια διάβαζα τα δικά του χωρίς να τολμώ να κάνω παρατηρήσεις.
[…]
— Ήταν δάσκαλος για σας ο Μπέκετ;
Όχι. Ποτέ δεν ένιωσα μαζί του σαν μαθητής με δάσκαλο. Αλλά νομίζω ότι είναι ο πιο αξιοσημείωτος συγγραφέας του αιώνα μας. Αυτό αισθάνομαι.
[…]
— Τι είναι αυτό που κάνει κάποιον μεγάλο συγγραφέα;
Μεγάλος συγγραφέας είσαι, γεννιέσαι, δεν γίνεσαι! Όσο κι αν προσπαθήσεις, μεγάλος συγγραφέας δεν μπορείς να γίνεις, μπορείς να γίνεις καλύτερος.
— Εσείς είστε μεγάλος συγγραφέας;
(γελάει) Όχι βέβαια… Τα γραπτά μου δεν συγκρίνονται με τα γραπτά αυτών των ανθρώπων. Θα ήταν αμαρτία ακόμη και να το σκεφτώ. Καταλαβαίνω καλά τον όρο και ξέρω ότι δεν είμαι το αντιπροσωπευτικό παράδειγμα του όρου.
— Πείτε μου άλλους μεγάλους συγγραφείς.
Είναι τόσο εμφανείς! (γέλια) Ο Ντοστογέφσκι. Αυτός είναι στο δικό μου μυαλό πολύ μεγάλος. Ο Τζόις, ο Προυστ. Αυτοί δεν έκαναν όνομα για το τίποτε. Και βέβαια ο Μπέκετ (σιωπή).
[…]
— Ποιος ο ρόλος της τέχνης σήμερα;
(γελάει) Να απλώσει το χέρι της και να τραβήξει με δύναμη την κουβέρτα, να ξαναμείνουμε ξεσκέπαστοι, δηλαδή ελεύθεροι.