Για πολλά χρόνια εάν κάποια ή κάποιος ήθελαν να δείξουν ότι δεν ήταν «κολλημένοι» με την αισθητική και τις ιδέες της Μεταπολίτευσης, ότι αρνούνταν να είναι «κουλτουριάρηδες», ότι αγκάλιαζαν το «νέο πνεύμα» μιας Ελλάδας ήθελε να αφήσει πίσω τα τραύματα του παρελθόντος, ένα από τα πράγματα που υπογράμμιζαν ήταν ότι δεν τους άρεσαν οι ταινίες του Θόδωρου Αγγελόπουλου.

Πόσες φορές δεν σχολιάστηκαν αρνητικά όλα εκείνα τα σημεία που αποτύπωναν την απόσταση του Αγγελόπουλου όχι μόνο από τις συμβάσεις του «Παλαιού Ελληνικού Κινηματογράφου» αλλά και οποιαδήποτε εκδοχή «χολιγουντιανής» αισθητικής. Τα μεγάλα αργόσυρτα πλάνα, ο διάλογος που είναι αραιός και συχνά ποιητικός (σε ορισμένες περιπτώσεις περιλαμβάνοντας αυτούσιους στίχους ποιημάτων), η απουσία παραδοσιακών «δραματικών» τεχνικών, οι εμμονές με την ιστορία.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ο Εμφύλιος, η μοναρχία και ένα πλάνο-σεκάνς του Θόδωρου Αγγελόπουλου

Από μια άποψη, ήταν ταιριαστή αυτή η επικριτική στάση απέναντι στο έργο του, σε μια Ελλάδα που άφηνε πίσω τα ιστορικά δράματα, θεωρούσε ξεπερασμένες τις πολιτικές και ιδεολογικές διαιρέσεις και αναζητήσεις της μεταπολίτευσης και αγκάλιαζε την προοπτική του «εκσυγχρονισμού» και μιας Ευρώπης ταυτισμένης με οράματα μιας ευμάρειας που αποδείχτηκε ότι είχε πήλινα πόδια.

Όμως, αισθάνομαι ότι αυτή η απώθηση για το έργο του Αγγελοπούλου, ήδη από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1980 που κλιμακώθηκε και έγινε μόδα όσο περνούσαν τα χρόνια, έχει και μια άλλη αιτία: το ίδιο το βλέμμα του Αγγελόπουλου πάνω στην ελληνική κοινωνία, βλέμμα αδυσώπητα σκληρό και γι’ αυτό οδυνηρό.

Από την ιστορία στο παρόν

Ο Αγγελόπουλος ξεκινά τη διαδρομή υπογραμμίζοντας στην Αναπαράσταση ότι η μετεμφυλιακή Ελλάδα παραμένει βάναυση, με μια σκληράδα που εσωτερικεύεται ακόμη και από αυτούς που θέλουν να αντιδράσουν σε αυτή. Στις Μέρες του ’36 δείχνει ότι επεξεργάζεται μια κινηματογραφική γλώσσα που μπορεί να κάνει την ιστορία κινηματογραφικό δοκίμιο.

Έπειτα έρχεται ο Θίασος, μια ταινία μοναδική, που φτιάχνει ουσιαστικά μια καινούρια κινηματογραφική γλώσσα, έναν νέο τρόπο να κινηματογραφηθεί η ιστορία ως τραγωδία, κάτι που εξηγεί και την πρωτόγνωρη αναγνώριση που έχει από τους ομοτέχνους του.

Στους Κυνηγούς υπογραμμίζει ότι ο Εμφύλιος παραμένει ανοιχτό τραύμα για την ελληνική κοινωνία, παρά την τυπική αποκατάσταση της Δημοκρατίας.

Στον Μεγαλέξανδρο αφήνει στην άκρη την ιστορία για να στοχαστεί με εικόνες τα ίδια τα μεγάλα ανοιχτά ερωτήματα κάθε επαναστατικής διαδικασίας.

Και μετά έρχεται το Ταξίδι στα Κύθηρα και το βλέμμα του Αγγελόπουλου αρχίζει και στρέφεται περισσότερο προς το σήμερα. Μόνο που είναι ένα βλέμμα αυστηρό για την Ελλάδα της δεκαετίας του 1980, την Ελλάδα της «εθνικής συμφιλίωσης»: ο αντάρτης που γυρνάει από την πολιτική προσφυγιά ανακαλύπτει σταδιακά πόσο δεν είναι ευπρόσδεκτος, πόσο ανέστιος παραμένει στην πατρίδα του με αποκορύφωμα το εύρημα του τέλους της ταινίας και την οριστική επιβεβαίωση ότι δεν έχει θέση στην χώρα.

Στον Μελισσοκόμο η ίδια η αίσθηση ότι ήρωες και ιδανικά παραμένουν έκτοποι σε μια κοινωνία όλο και πιο αλλοτριωμένη αποτυπώνεται και στον Μελισσοκόμο.

Ακόμη πιο έντονη η αίσθηση ότι η ελληνική κοινωνία δεν μπορεί να χωρέσει αναζητήσεις, ευαισθησίες και αγωνίες στο Τοπίο στην Ομίχλη – αυτή τη φορά το βλέμμα δεν είναι του αντάρτη αλλά του παιδιού, αλλά το αποτέλεσμα το ίδιο: μια σκληρή ματιά σε μια κοινωνία χωρίς πυξίδα.

Στο Μετέωρο Βήμα του Πελαργού, με τα Βαλκάνια ήδη να σφραγίζονται από την κλιμάκωση του εθνικισμού, ο Αγγελόπουλος επιμένει ότι η ανθρωπιά είναι στον πρόσφυγα.

Στα Βαλκάνια επιστρέφει και με το βλέμμα του Οδυσσέα, μια αριστουργηματική ελεγεία για τον κινηματογράφο και την οδυνηρή αναμέτρηση με τον πόλεμο.

Στην Αιωνιότητα και μια μέρα είναι το «παιδί των φαναριών», μεταναστευτικής καταγωγής, που ξαναδίνει νόημα στη ζωή του ετοιμοθάνατου Αλέξανδρου.

Η τελευταία τριλογία του Αγγελόπουλου δεν ολοκληρώθηκε. Σκοτώθηκε στις 24 Ιανουαρίου 2012, στα γυρίσματα της ταινίας Η άλλη θάλασσα, όπου θα ολοκλήρωνε το ταξίδι στην ιστορία με το βλέμμα προς τη σύγχρονη Ελλάδα, μια χώρα σε κρίση. Αυτό το βλέμμα το στερηθήκαμε.

Ο πάντα ανατρεπτικός Αγγελόπουλος

Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος ήταν ένας δημιουργός που μπόρεσε να έχει αναγνώριση. Αντιμετωπίστηκε όντως η τμήμα του «πολιτιστικού κεφαλαίου» της χώρας. Όμως, αυτό δεν ακυρώνει ότι το βλέμμα ήταν ουσιωδώς ανατρεπτικό.

Όχι μόνο με την έννοια ότι ποτέ δεν εγκατέλειψε την ουτοπία, ακόμη και όταν αυτή φαινόταν να σκεπάζεται οριστικά από τη σκόνη του χρόνου.

Αλλά και με τον τρόπο που επέμεινε να μην ταυτίζεται με τους συρμούς και να είναι με έναν ιδιάζοντα τρόπο «κόντρα στο ρεύμα».

Η Ελλάδα του Αγγελόπουλου δεν είναι μόνο περισσότερο βροχερή ή ορεινή ή συννεφιασμένη από όσο έχουμε συνηθίσει να τη φανταζόμαστε.

Είναι και μια κοινωνία που όσο εκσυγχρονίζεται τόσο αντιμετωπίζει νέες προκλήσεις και συχνά καταφεύγει σε μια βαθύτερη βαναυσότητα, από την τελική απόφαση για τον θαλάσσιο εκτοπισμό του παλιού αντάρτη στο Ταξίδι στα Κύθηρα, στο βιασμό της μικρής κοπέλας στο Τοπίο στην Ομίχλη, στους κάθε λογής φράχτες στα σύνορα.

Είναι μια χώρα που μετά από τα μεγάλα οράματα και τα μεγάλα κινήματα κινείται σαν μέσα όντως σε ένα τοπίο στην ομίχλη με τους ήρωες να αναζητούν από κάπου να πιαστούν, να βρουν μια χειρονομία που να νοηματοδοτεί ξανά την ύπαρξη, ατομική και συλλογική, να απαλλαγούν από το βάρος της ιστορίας αλλά και να αναμετρηθούν μαζί τους. Αναζητώντας πάντα αυτό που είναι πέρα από τα αδυσώπητα όρια του υπαρκτού.

Το βλέμμα και η σκέψη

Οι ταινίες του Αγγελόπουλου μοιάζουν παράταιρες ίσως σε μια εποχή που ως πρότυπο αισθητικής έχουμε τις σειρές που προσφέρονται για binge watching σε κάποια υπηρεσία streaming.  Απαιτούν μια προσήλωση παραπάνω, μια σκέψη, μια αφοσίωση. Όμως, ταυτόχρονα σε εισάγουν σε ένα διαφορετικό κινηματογραφικό σύμπαν, εκεί όπου συναντιούνται η ιστορία και το παρόν, με έναν τρόπο βαθιά ποιητικό, αλλά όχι γι’ αυτό λιγότερο σπαραχτικό.

Σε μια εποχή που κινδυνεύουμε να ξεχάσουμε τη σημασία που έχει το κινηματογραφικό βλέμμα, αυτή η ικανότητα του σινεμά να μας κάνει να βλέπουμε τον κόσμο αλλιώς, όσο περισσότερο αντικαθίσταται από ένα βλέμμα ουσιωδώς «τηλεοπτικό», που συχνά ακόμη και όταν «εντυπωσιάζει» δεν παύει να αναπαράγει το κοινότοπο, έχουμε ανάγκη να συναντηθούμε ξανά με κινηματογραφικά βλέμματα που μπορούν να μας δείξουν έναν άλλο κόσμο, ακόμη και εάν αυτό σηματοδοτεί απλώς έναν πιο διεισδυτικό τρόπο να κατανοήσουμε το ίδιο μας το παρόν.

Οι ταινίες του Θόδωρου Αγγελόπουλου αποτυπώνουν αυτό ακριβώς το βλέμμα. Αναζητήστε το.

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr