Στην προεκλογική Ελλάδα, ο κίνδυνος μιας τιμωρίας από τις αγορές παραμένει εξαιρετικά πιθανός, με αιχμή τόσο την πιθανότατη ανάπτυξη μιας ρητορικής πλειοδοσίας παροχών όσο και μια σχεδόν βέβαιη αναστολή των μεταρρυθμίσεων

Την τελευταία δεκαετία, την εποχή που η Ελλάδα βίωνε Μνημόνια και προγράμματα προσαρμογής, τα χαμηλά επιτόκια έκαναν τον δανεισμό τόσο εύκολο σε άλλες χώρες, που πολλές κυβερνήσεις τόλμησαν να ζήσουν πέρα από τις δυνατότητές τους. Μετά τις αλλεπάλληλες όμως αυξήσεις των επιτοκίων, όσες πρόλαβαν πρόλαβαν. Τώρα, με το υψηλότερο κόστος δανεισμού, οι αγορές έχουν αλλάξει τάση. Ανταμείβουν την πειθαρχία. Τιμωρούν τους λαϊκιστές, από όπου και αν προέρχονται. Είτε της λαϊκής Δεξιάς. Είτε είναι αριστεροί ή… αριστερούληδες. Αν έχετε διαφορετική άποψη δείτε τι έπαθε η συντηρητική πρώην πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου Λιζ Τρας η οποία αναγκάστηκε να παραιτηθεί τον Οκτώβριο, αφού οι αγορές απάντησαν στις μη χρηματοδοτούμενες φορολογικές περικοπές που υποστήριζε, με εκτίναξη του κόστους δανεισμού. Ο διάδοχός της ανέκρουσε πρύμναν, ακυρώνοντας πλήρως τις πολιτικές της.

Στην Κολομβία ο πρώτος αριστερός πρόεδρος της χώρας, Γκουστάβο Πέτρο, ήρθε υποσχόμενος δωρεάν τριτοβάθμια εκπαίδευση, μια δουλειά στο Δημόσιο για κάθε άνεργο και απογαλακτισμό της οικονομίας από το πετρέλαιο. Δύσπιστοι για την ικανότητά του να πληρώσει όλες αυτές τις δαπάνες με χαμηλότερα έσοδα από το πετρέλαιο, οι επενδυτές έριξαν το πέσο, αναγκάζοντας τον υπουργό Οικονομικών του να καθησυχάσει την αγορά ότι «δεν θα έκανε τρελά πράγματα».

Στη Χιλή ο πολυδιαφημισμένος 37χρονος πρόεδρος Γκάμπριελ Μπόριτς, επίσης αριστερός, προώθησε ένα νέο Σύνταγμα γεμάτο με υποσχέσεις που πολλοί θεωρούσαν «ουτοπικές», συμπεριλαμβανομένων της δωρεάν υγειονομικής περίθαλψης, της εκπαίδευσης και της στέγασης. Οι επενδυτές τράπηκαν σε φυγή και το πέσο έπεσε κατά 30% μέσα σε μόλις έξι εβδομάδες, πυροδοτώντας την αντίθεση στο Σύνταγμα, το οποίο οι ψηφοφόροι απέρριψαν συντριπτικά στο δημοψήφισμα του Σεπτεμβρίου. Ακόμα και ο νεοεκλεγείς βραζιλιάνος πρόεδρος Λούλα πέρασε από παρόμοια δοκιμασία όταν παρουσίασε ένα ευρύ σχέδιο δαπανών, με τις αγορές να απαντούν με ξεπούλημα των ομολόγων της χώρας και αναγκάζοντάς τον σε αναδίπλωση.

Στην προεκλογική Ελλάδα, ο κίνδυνος μιας τιμωρίας από τις αγορές παραμένει εξαιρετικά πιθανός, με αιχμή τόσο την πιθανότατη ανάπτυξη μιας ρητορικής πλειοδοσίας παροχών όσο και μια σχεδόν βέβαιη αναστολή των μεταρρυθμίσεων. Ηδη χθες η αμερικανική τράπεζα Citigroup και ο οίκος αξιολόγησης Moody’s επισημαίνουν αυτό ακριβώς το ζήτημα, με τη Citi μάλιστα να δηλώνει αρνητική για την προοπτική των επενδύσεων στην Ελλάδα το 2023, λόγω της αβεβαιότητας που δημιουργούν οι προσεχείς εκλογές και οι δυσκολίες στον σχηματισμό κυβέρνησης.

Η Moody’s γίνεται ακόμα πιο συγκεκριμένη. Οπως λέει, η επιβράδυνση της μεταρρυθμιστικής δυναμικής σε τομείς όπως η δικαιοσύνη, η εκπαίδευση, το επιχειρηματικό περιβάλλον και οι αγορές εργασίας μετά τις επικείμενες εκλογές, θα επιβάρυνε την οικονομία και θα επηρεάσει την εκτίμηση για τη θεσμική δύναμη και τη διακυβέρνηση της Ελλάδας. Μάλιστα κάνει λόγο, αντί αναβάθμισης, για πιθανή υποβάθμιση της αξιολόγησης της χώρας μας στην περίπτωση μιας παρατεταμένης περιόδου αυξημένης πολιτικής αβεβαιότητας που θα οδηγήσει σε αντιστροφή της πορείας, που παρατηρήθηκε τα τελευταία χρόνια, επιβαρύνοντας το επιχειρηματικό κλίμα και τις επενδύσεις.

Κοντολογίς, στην περίοδο των ανοδικών επιτοκίων, η ιστορία έχει δείξει ότι οι «τρέλες» ενίοτε πληρώνονται. Στις περισσότερες περιπτώσεις οδηγούν σε άμεση αναδίπλωση και πολιτική κρίση. Σε άλλες, σαν αυτές που ζήσαμε στην πρόσφατη ελληνική ιστορία, οδηγούν σε πρόσθετο πόνο και καταστροφές.

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr