Διαβάζοντας τα βιβλία του Βασιλικού, εδώ και χρόνια, ένα συμπέρασμα αποκόμισα, ως συγγραφέας πλέον. Ότι η αφλογιστία εμπρός στην άδεια σελίδα σημαίνει τεμπελιά και μόνο. Και επίσης ότι ο συγγραφέας, όταν δεν βρίσκει ήρωες, μπορεί να εκκινήσει την αφήγηση από τον εαυτό του και τις περιπέτειές του. Όπως συχνά έπραξε ο Βασιλικός.

Και το έπραξε χωρίς κόμπλεξ ή άλλες αμηχανίες, αποδεικνύοντας ότι η μνήμη δεν σώζεται από τη γραφή, αλλά η γραφή σώζει. Και μεταξύ άλλων και τη μνήμη. «Αφού το έγραψα, σίγουρα το έζησα» είναι το επιμύθιο. Ο Βασιλικός, ως συγγραφέας, ποτέ δεν φοβήθηκε την άδεια σελίδα και με θάρρος ξετύλιξε τη διανοητική του (και όχι μόνο) περιπέτεια, γράφοντας δεκάδες, τόσο ανόμοια στο περιεχόμενό τους, βιβλία, που όμως έχουν ένα κοινό σημείο αναφοράς. Τον συγγραφέα-πολίτη του κόσμου, που ψάχνει κι έχει αμολήσει όλες τις κρυφές και φανερές κεραίες του για να ανακαλύψει τη γύρω του πραγματικότητα και να την καταγράψει. Και τη γύρω του πραγματικότητα την ανακαλύπτει με όλες τις μεθόδους που του προσφέρει η εποχή του. Πολιτικοποιημένος κι ανοιχτός σε ιδέες, ταξιδεμένος και κοσμογυρισμένος, με γνώσεις ψυχανάλυσης και ιστορίας πολιτισμού, κινηματογραφιστής στο βιογραφικό, αλλά και κοινωνιολόγος, έδρεψε κάθε λογής καρπούς και κινήθηκε με ευχέρεια από τον Ζιντ ως τον Στέλιο Καζαντζίδη! Κατά τη διάρκεια αυτής της περιπλάνησής του δεν μυθοποίησε τη γραφή και δεν προσηλώθηκε στην αλχημεία της κάθε λέξης, αν και οι σελίδες του συχνά έχουν δεχθεί τη βάσανο της προσοχής κι έχουν διορθωθεί πολλές φορές. Άνισος; Ναι, μπορεί. Πώς εξάλλου να μην είσαι με χειρόγραφα χιλιάδων σελίδων (κάποιων ακόμη ανέκδοτων, αλήθεια) κι ένα έργο εκδομένο που αριθμεί πάνω από 110 τόμους; Πατινάρει στις λέξεις χωρίς ενοχές, μπορεί και με λαστιχένια πέδιλα και γράφει για όσα θέλει να πει, αδιαφορώντας ενίοτε για συγγραφικούς καθωσπρεπισμούς. «Από όσα μας συμβαίνουν φτιάχνουμε ιστορίες και τις διηγούμαστε» συμπεραίνει απλά, παρακινούμενος από το ένστικτο της ζωής, που τον βγάζει στον κόσμο (κι αν δεν έζησε στην υφήλιο κι αν δεν όργωσε χώρες) για χάρη της συναισθηματικής συνεύρεσης, της πολιτικής και κοινωνικής ένωσης, όπως θα συμπέραινε κι ο Φρόυντ.

Κι όμως, αυτός ο εξωστρεφής συλλέκτης εμπειριών, συχνά, πικρόχολα αμφισβητεί, πριν τους άλλους, τη γραφή του και γίνεται καυστικός με όσα μας παρέδωσε. Αρνητής του εαυτού του, σαν να ανατινάζει στον αέρα όλο το λαμπρό οικοδόμημα της μαμούθ-αφήγησης που μας παρέδωσε, μας δίνει ένα ακόμη μάθημα αποδόμησης της ιερότητας της γραφής, χρήσιμο για νέους, κυρίως όμως για φοβισμένους συγγραφείς, που κάμπτονται από το έργο των άλλων.

Για το λόγο αυτό μέγιστα συγγραφικά μαθήματα θεωρώ τα ημερολογιακά του βιβλία, που αποτυπώνουν εν μέρει αυτοβιογραφικές σελίδες, ίσως με ό,τι χώρεσε, γιατί ο Βασιλικός και η ζωή του δεν χωρούν σε μετρημένες σελίδες, και είναι το Η μνήμη επιστρέφει με λαστιχένια πέδιλα (Λιβάνης, 1999) και Οι γάτες της Rue d’Hauteville (Πατάκης, 2010). Και στα δύο βιβλία αυτά παρελαύνει η Καβάλα και η Θάσος. Και ο Βασιλικός δεν τις ξεχνά, όσο κι αν είναι δυο μέρη που αγαπά, αλλά ποτέ δεν τον διευκόλυναν στο γράψιμο. Δύο πόλεις κατονομάζει ως πόλεις όπου έγραψε μανιωδώς: το Βερολίνο και τη Ρώμη, δύο πόλεις-νεκροταφεία. Στην Καβάλα επιστρέφει συχνά για να επισκεφθεί το εξοχικό του στη Θάσο και την βρίσκει πια πόλη κατεστραμμένη από την αξιοποίηση, να μη συμβαδίζει με την Καβάλα της παιδικής του ηλικίας, την οποία έχει περιγράψει στα βιβλία του Σιλό, Το καλοκαίρι του Ερωτόκριτου, Λωτοφάγοι, ενώ αναφορές περιλαμβάνει και σε άλλα βιβλία του, όπως τον Γλαύκο Θρασάκη και τους Ρεμπέτες. Επειδή ο Βασιλικός αγαπά την Καβάλα και τη Θάσο ασχολήθηκε και με τους συγγραφείς της και μίλησε πρώτος το 1994 για τη λογοτεχνική σχολή της Καβάλας, που μπορεί να αριθμήσει περί τους δεκαοκτώ ή και είκοσι ενεργούς εκπροσώπους και τους οποίους ο συγγραφέας δεν δίστασε να κατονομάσει δημόσια. Κάποιους από αυτούς περιέλαβαν στο πρόσφατο βιβλίο τους (Παλίμψηστο Καβάλας), αρνούμενοι ωστόσο τον όρο «σχολή Καβάλας», οι πανεπιστημιακοί Μαίρη Μικέ και Ευριπίδης Γαραντούδης, καταδεικνύοντας ωστόσο το εύρος των λογοτεχνικών φωνών της ιδιαίτερης πατρίδας του Βασιλικού.

Ίσως αν δεν υπήρχε ο Βασίλης Βασιλικός, που πρωτοστάτησε στην ανάδειξη πολλών από εμάς, το εύρος των καβαλιώτικων φωνών να ήταν αισθητά μικρότερο και σαφώς πιο συρρικνωμένο από αυτό που υπάρχει σήμερα και δημιουργεί εις πείσμα των χαλεπών συνθηκών. Και η συνεισφορά του αυτή ήταν πολλαπλή, αφού μέσα από το συγγραφικό του παράδειγμα αποσυμπίεσε την έμπνευση και επιπλέον ενθάρρυνε, με ευγενείς χειρονομίες, την παρουσία μας στο χώρο.

*Κείμενο του μακεδόνα συγγραφέα (γεννήθηκε στη Δράμα και κατοικεί στην Καβάλα) Κοσμά Χαρπαντίδη για τον Βασίλη Βασιλικό, με τίτλο «Αποσυμπιέζοντας την έμπνευση». Είχε δημοσιευτεί στο τεύχος 517 (Απρίλιος 2011) της μηνιαίας επιθεώρησης βιβλίου «Διαβάζω» (αφιέρωμα στον Βασίλη Βασιλικό).

Ο παγκοσμίου φήμης λογοτέχνης Βασίλης Βασιλικός γεννήθηκε στην Καβάλα στις 18 Νοεμβρίου 1934.

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr