Πότε αισθάνθηκα ότι ενηλικιώθηκα; Οταν απογαλακτίστηκα από τα οικογενειακά Χριστούγεννα

Κόλλες. Από χαρτί γυαλιστερό, αυτό που λέγαμε γλασέ. Και χάρτινες κορδέλες που τις τραβούσες με ένα μαχαίρι και μετά τις άφηνες και γίνονταν «μπουκλάκια». Για στολισμό των πακέτων που τα βάζαμε κάτω από το δέντρο. Ακόμη και άδεια, για να κάνουν μπούγιο στο ντεκόρ. Δέντρο όχι τεράστιο σαν τα σημερινά. Και όχι φυσικό. Ψεύτικο που το ανεβοκατεβάζαμε από το πατάρι και σουρομαδιόταν.

Με υαλοβάμβακα στα κλαδιά σε ρόλο χιονιού. «Φανή, πρόσεξε μην πιάσει η μικρή τον υαλοβάμβακα» φώναζε ο μπαμπάς μου στη μαμά μου. Πάνω από μισό αιώνα μετά και δεν έχω ακόμη μάθει τι θα πάθαινα αν έπιανα τον υαλοβάμβακα (ούτε καν τι ακριβώς είναι). Πάντως ο χριστουγεννιάτικος υαλοβάμβακας και ο υδράργυρος που, αν έσπαγε το θερμόμετρο, επίσης δεν έπρεπε να πιάσω ήταν οι εφιάλτες της παιδικής μου ηλικίας. Η αδελφή μου πάλι, πάθαινε αναφυλαξία από τη χρυσόσκονη που είχαν οι μπάλες. Μπάλες με σχέδια – οι καλές μπροστά, οι ξεβαμμένες πίσω. Οταν έσπαζε μία, ένιωθα σαν να έσπαζε μια ζωή.

Και οικογενειακά τραπέζια που βαριόμουν αφόρητα. Και η αγωνία να μην αποκαλύψω ότι ξέρω πως δεν υπάρχει Αγιος Βασίλης, μήπως και χάσω το δώρο. Και εκείνη τη χρονιά (στα δώδεκα θα ήμουν) που ο πατέρας μου μού έλεγε για ένα πολύ ειδικό δώρο και εγώ φανταζόμουν διάφορα και, τελικά, ήταν τα άπαντα του Παπαδιαμάντη, δερματόδετα και το όνομα μου με «χρυσά» γράμματα στη ράχη λες και ήμουν ο συγγραφέας.

Μεγάλη απογοήτευση, τραύμα. Μετά τα τριάντα μου άρχισα να διαβάζω Παπαδιαμάντη. Από εκείνα τα βιβλία. Που τα έχω ακόμη. Στο Μινιόν πάλι, εμένα δεν με πήγαιναν. Δεν ξέρω γιατί, μάλλον δεν ήθελα εγώ, αγχωνόμουν με τον πολύ κόσμο.

Πότε αισθάνθηκα ότι ενηλικιώθηκα; Οταν απογαλακτίστηκα από τα οικογενειακά Χριστούγεννα. Οταν άρχισα να κάνω ρεβεγιόν «όπου γης και πατρίς». Από μπουζουξίδικα μέχρι το «Αντάρτικο λημέρι» του Τζαβέλα. Ούτε υαλοβάμβακες, ούτε μπάλες, ούτε αγωνία για το αν θα κάτσει το ειδικό, μυτερό στολίδι στην κορυφή. Τα θεωρούσαμε μικροαστικά όλα αυτά. Πλέον μόνο έρωτες και κραιπάλες και φουστάνια με «όλη την πλάτη έξω».

Τα Χριστούγεννα ήταν η αφορμή. Για ξενύχτια και μεθύσια που κατέληγαν σε εμετούς. «Εργοστάσιο», Privilege και πρωινά στο Χίλτον. Σε μια εποχή που στους δρόμους της Αθήνας, έσπρωχνες και σπρωχνόσουν για να περπατήσεις τις μέρες των γιορτών. Και τις νύχτες είχε περισσότερη κίνηση στους δρόμους απ’ όση τις μέρες. Ε, μετά γίναμε new age. Και θέλαμε Χριστούγεννα εναλλακτικά, μακριά από το αγριεμένο πλήθος, σε χώρες της Ασίας. Τρομάρα μας!

Και ύστερα μεγαλώσαμε. Οχι όπως νομίζουμε ότι μεγαλώσαμε στα 30 μας αλλά όταν συνειδητοποιούμε πως οι γονείς μας, σαν ήμασταν παιδιά, ήταν πολύ νεότεροι από εμάς τώρα. Και θέλουμε πάλι οικογενειακά Χριστούγεννα ακόμη και αν η «οικογένειά» μας είναι οι φίλοι μας. Οχι επειδή κουραστήκαμε. Ακριβώς το αντίθετο. Για να μην κουραστούμε, μήπως και χρειαστεί κάποια στιγμή να το πάρουμε πάλι από την αρχή. Διότι τα Χριστούγεννα πάντα έρχονται. Αντε βρε, Merry Christmas.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr