Στρες μεγαλύτερο και από την πτώση των δίδυμων πύργων της Ν. Υόρκης και ισοδύναμο με τον τυφώνα Κατρίνα, προκαλεί η νόσηση από κοροναϊό. Μοναδική περίπτωση μεγαλύτερου μετατραυματικού στρες αποτελούν οι άλλοι δύο κοροναϊοί – πολύ περισσότερο θανατηφόροι, SARS και MERS.

Συγκεκριμένα, οι ασθενείς που επιβίωσαν από τον πανδημικό κοροναϊό εμφανίζουν μετατραυματικό στρες σε ποσοστό 30%, όπως και αυτοί που επιβίωσαν από τον τυφώνα Κατρίνα, όταν τα ποσοστά αυτών που επιβίωσαν από SARS και MERS είναι ελάχιστα υψηλότερα (περίπου 32%) σε σύγκριση με το 20% αυτών που επιβίωσαν από την πτώση των πύργων της Ν. Υόρκης.

Το μεγαλύτερο άγχος όσων ξεπερνούν την COVID – 19, έρχεται όταν τα συμπτώματα συνεχίζονται και μετά την ανάρρωση, οπότε απαιτείται αποκατάσταση και συνέχιση της παρακολούθησης. Και δυστυχώς, σύμφωνα με διεθνείς μελέτες, ακόμη και ένα χρόνο μετά, μόνο το 23% περίπου των ασθενών δεν εμφανίζει κανένα σύμπτωμα.

Τα παραπάνω τόνισε η λοιμωξιολόγος Ευθυμία Γιαννιτσιώτη, επιστημονική υπεύθυνη των κλινικών COVID του Τζανείου Νοσοκομείου, διευθύντρια ΕΣΥ στην Δ’ Παθολογική Κλινική του «Αττικού» Νοσοκομείου, στην διάρκεια επιστημονικής εκδήλωσης του Ινστιτούτου Επιστημονικών Ερευνών του Πανελληνίου Ιατρικού Συλλόγου.

Για την αντιμετώπιση της μετά – COVID κατάστασης ή της μακράς COVID, απαιτείται η παρακολούθηση των ασθενών από γιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων προκειμένου να επιτευχθεί η μέγιστη δυνατή αποκατάσταση, καθώς ανάλογα με τη βαρύτητα της νόσησης υπάρχουν καταστάσεις που ελάχιστα μπορούν να αναστραφούν, ενώ άλλα συμπτώματα εξαφανίζονται μετά από ένα εξάμηνο ή και περισσότερο.

Στην κατεύθυνση αυτή τα νοσοκομεία έχουν ξεκινήσει να οργανώνουν ιατρεία αντιμετώπισης  της μακράς  COVID. Ήδη λειτουργεί ένα πολυϊατρείο στο Ιπποκράτειο με παθολόγους, πνευμονολόγους, ψυχιάτρους και καρδιολόγους, ενώ στο Τζάνειο νοσοκομείο, το αντίστοιχο ιατρείο παρακολουθεί ασθενείς που έχουν αναρρώσει από τον κοροναϊό με τη συνεργασία του τμήματος επειγόντων περιστατικών και των κλινικών COVID του νοσοκομείου.

Καθοριστικό σημείο είναι η πάροδος 4 εβδομάδων μετά την οξεία φάση της νόσου, επόμενο σημείο επανελέγχου μπορεί να είναι οι 6-8 εβδομάδες, ενώ και στο εξάμηνο δεν αποκλείεται ο ασθενής να χρειάζεται ακόμη παρακολούθηση τόσο για τους πνεύμονες και την καρδιά, όσο και για ολόκληρη την κλινική του εικόνα σωματική ή και ψυχολογική.

Ο καθηγητής Πνευμονολογίας Στυλιανός Λουκίδης, μιλώντας στην εκδήλωση υπογράμμισε πως μετά την οξεία φάση της νόσου, είναι απαραίτητος ο έλεγχος στις πρώτες 4-6 εβδομάδες αν και έχουν διαπιστωθεί αναπνευστικά προβλήματα ακόμη και 12 εβδομάδες μετά την λοίμωξη. Υπογράμμισε ακόμη, την ανάγκη επανεξέτασης, προκειμένου να αποφευχθούν επιπλοκές που μπορούν να προκαλέσουν αναπηρία εξαιτίας πιθανής πνευμονικής ίνωσης ή πνευμονικής αγγειακής νόσου, ενώ για την ολιστική προσέγγιση του ασθενή, υπογράμμισε την ανάγκη να αποφευχθούν αγχώδεις ή γνωσιακές διαταραχές.

Από την πλευρά της η κ. Χριστίνα Χρυσοχόου Υπεύθυνη ιατρείου Καρδιακής Ανεπάρκειας Α’ Καρδιολογικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών στο Ιπποκράτειο νοσοκομείο, υπογράμμισε την ανάγκη  παρακολούθησης με καρδιογραφήματα και υπερήχους για να αποφευχθούν καρδιαγγειακοί κίνδυνοι, αλλά και τη συνεκτίμηση της πνευμονικής λειτουργίας λόγω αλληλεπίδρασης των δύο συστημάτων.

Οι ομιλητές επεσήμαναν ότι δεν έχουν ακόμη καταρτιστεί συγκεκριμένες κατευθυντήριες οδηγίες για το είδος της θεραπευτικής παρέμβασης στους ασθενείς της «μακράς COVID». Ειδικότερα, η κ. Γιαννιτσώτη επεσήμανε τα συνεχώς μεταβαλλόμενα δεδομένα, από σωματικές και ψυχικές παραμέτρους που δυσκολεύουν την κατάταξη των συμπτωμάτων.

Υπογράμμισε όμως, ότι στην εμφάνιση της μακράς COVID, συμβάλλουν οι δευτερογενείς επιδράσεις του ιού στους ιστούς, η παρατεταμένη φλεγμονή που προκαλεί, αλλά και η επιβάρυνση των ασθενών από τη μακρά νοσηλεία στην οξεία φάση. Ταυτόχρονα ο ιός αλλάζει το μικροβίωμα του εντέρου και μεταβάλλει τα Τ και Β λεμφοκύτταρα, ενώ έχει επίδραση και στον εγκέφαλο, προκαλώντας επιπλοκές από το Κεντρικό Νευρικό Σύστημα.

Η παράταση της ασθένειας και μετά την οξεία φάση, έχει εμφανιστεί σε όλες τις ηλικίες, ανεξάρτητα από τη βαρύτητα της νόσησης. Όμως είναι συνηθέστερη σε γυναίκες 50-70 ετών, σε παχύσαρκους. Το σημαντικότερο σύμπτωμα είναι η δύσπνοια, η κόπωση και η κεφαλαλγία. Εμφανίζονται όμως επίσης άγχος, κατάθλιψη, μετατραυματικό στρες, ταχυκαρδίες, αρθρίτιδα και μυαλγίες, διαταραχές σακχάρου θυρεοειδίτιδες και σε ένα 20%, ακόμη και αλωπεκία.

Σύμφωνα με τα στοιχεία από τις νοσηλείες στο Τζάνειο νοσοκομείο, το 20% των ασθενών που είχαν νοσηλευθεί, επέστρεψαν στο νοσοκομείο εντός εξαμήνου και από αυτούς, το 4,4% νοσηλεύθηκε και πάλι, λόγω πυρετού, αρρυθμιών, πόνο στο στήθος ή πνευμονία.

Σύμφωνα με έρευνα που δημοσιεύθηκε στο Lancet, εντός εξαμήνου από την οξεία νόσο, οι ασθενείς εμφάνισαν νευροψυχιατρικές διαταραχές σε ποσοστό 33%, ενώ σε άλλη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Clinical Infectious Diseases 12 μήνες μετά τη νόσηση το 43,6% είχε νευρογνωσιακές διαταραχές και μόλις το 22,9% των ασθενών δεν είχε κανένα σύμπτωμα.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr