Τι έδειξε η ετήσια μελέτη για την δημοτικότητα λαϊκιστικών πεποιθήσεων στον πλανήτη

Οι ευρωπαίοι γυρίζουν την πλάτη τους στον λαϊκισμό σύμφωνα με πρόσφατη, εκτεταμένη έρευνα του YouGov, με την απήχηση τέτοιου είδους φωνών να σημειώνει πτώση στη διάρκεια των τριών τελευταίων ετών. Στην τελευταία δημοσκόπηση, αξιοσημείωτα λιγότεροι άνθρωποι συμφώνησαν με δηλώσεις που, σύμφωνα με τους ερευνητές, παραπέμπουν σε λαϊκιστικά συναισθήματα.

Ο ετήσιος δείκτης λαϊκισμού του YouGov και του Cambridge Globalism Project, με τη συμμετοχή του Guardian, διαπίστωσε ότι οι λαϊκιστικές πεποιθήσεις εξακολουθούν να σημειώνουν ύφεση σε 10 ευρωπαϊκές χώρες, κάνοντας τους ερευνητές να θεωρήσουν ότι η εκλογική απήχηση ορισμένων κομμάτων ενδέχεται να έχει φτάσει στην κορύφωσή της.

Πολιτικοί επιστήμονες σχολιάζουν ότι τα τελευταία αποτελέσματα δείχνουν «ένα ξεκάθαρο μοτίβο μείωσης της υποστήριξης προς τον λαϊκισμό», προσθέτοντας όμως ότι δεν αποκλείεται οι λαϊκιστές ψηφοφόροι που μένουν αμετακίνητοι, να έχουν ριζοσπαστικοποιηθεί περαιτέρω, ενώ οι απόψεις των πολιτών ενδέχεται να έχουν επηρεαστεί από την πανδημία.

Στη Γαλλία, το ποσοστό των ενηλίκων που συμφώνησαν με τη φράση «η βούληση των πολιτών θα πρέπει να είναι η υψηλότερη αξία στην πολιτική ζωή της χώρας», μειώθηκαν από 66% το 2019 σε 62% το 2020 και περαιτέρω στο 55% το 2021, σύμφωνα με τη μελέτη.

Άλλες ευρωπαϊκές χώρες παρουσιάζουν αντίστοιχη εξέλιξη, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας (66%, 56%, 50%), της Ισπανίας (75%, 68%, 65%), της Ιταλίας (72%, 71%, 64%) και της Πολωνίας (80%, 71%, 65%). Εκτός της Ένωσης, η Βρετανία σημείωσε αντίστοιχη πορεία με 66%, 60% και 56% αντίστοιχα.

Ο λαϊκισμός περιγράφει την πολιτική ως τη μάχη των απλών ανθρώπων με τις διεφθαρμένες ελίτ και τα τελευταία 20 χρόνια είχε σημειώσει τεράστια αύξηση στην Ευρώπη, με τα λαϊκιστικά κόμματα να βλέπουν τα εκλογικά ποσοστά τους να εκτινάσσονται από το 7% σε περισσότερο από 25%.

Λαϊκιστές ηγέτες, προερχόμενοι κυρίως από την ακροδεξιά, όπως ο Ιταλός Ματέο Σαλβίνι, η Γαλλίδα, Μαρίν Λεπέν, ο Ούγγρος Βίκτορ Ορμπάν και ο Σουηδός Τζίμι Άκεσον, έχουν ανέβει ψηλότερα από ό,τι θα περίμενε κανείς μερικές δεκαετίες πριν, ενώ αρκετά λαϊκιστικά κόμματα είναι ή έχουν υπάρξει στο «τιμόνι» πολλών χωρών της ΕΕ.

Μόλις το 49% των γάλλων συμμετεχόντων δήλωσε φέτος ότι «η χώρα μου χωρίζεται ανάμεσα σε συνηθισμένους ανθρώπους και διεφθαρμένες ελίτ που τους εκμεταλλεύονται» σε σχέση με το προηγούμενο 61%. Αντίστοιχη μείωση παρατηρήθηκε και στη Γερμανία (54% – 46%), τη Σουηδία (42% – 36%), τη Δανία (29% – 15%), την Ισπανία (70% – 65%), την Ιταλία (65% – 54%), την Πολωνία (73% – 63%) και τη Βρετανία (58% – 54%).

Με τη δήλωση ότι «πολλές σημαντικές πληροφορίες αποκρύπτονται εσκεμμένα από το κοινό για λόγους ατομικού συμφέροντος», συμφώνησαν επίσης πολύ λιγότεροι άνθρωποι, με τα ποσοστά κατά μέσο όρο να μειώνονται κατά έξι έως 17 μονάδες στις ίδιες χώρες. Αλλού, όμως, όπως για παράδειγμα στην Ισπανία, το ποσοστό τους παραμένει εξαιρετικά υψηλό (79%).

Ο Μάτις Ρούντουιν, πολιτικός κοινωνιολόγος στο Πανεπιστήμιο του Άμστερνταμ και ειδικός του Εθνικισμού, δήλωσε στο πλαίσιο της μελέτης ότι περισσότεροι από 24.000 ψηφοφόροι σε 22 διαφορετικές χώρες έχουν αποσύρει την υποστήριξή τους προς λαϊκιστικές ιδέες στη διάρκεια των δύο τελευταίων ετών.

Όμως παρά το γεγονός ότι αυτό δείχνει πως οι ψηφοφόροι γενικώς φαίνονται να γίνονται πιο μετριοπαθείς και λιγότερο δεκτικοί σε λαϊκιστικές ιδέες, «η μικρή, αλλά με πολύ έντονη παρουσία ομάδα ανθρώπων που ψηφίζουν λαϊκιστικά κόμματα, για παράδειγμα, μπορεί να έχουν ριζοσπαστικοποιηθεί περισσότερο – δηλαδή, να έχουν γίνει περισσότερο αντί για λιγότερο λαϊκιστές».

Επιπλέον, ο Ρούντουιν υποστηρίζει μιλώντας στον Guardian ότι ορισμένες λαϊκιστικές δηλώσεις αφορούν στάσεις κατά των ειδικών και των ελίτ, οι οποίες μπορεί να έχουν αμβλυνθεί εξαιτίας της πανδημίας, η οποία τη στιγμή που έκανε ακόμη πιο ακραίες ορισμένες μειοψηφίες όπως οι αντιεμβολιαστές, γενικώς ενίσχυσε την εμπιστοσύνη του κόσμου στους επιστήμονες και, σε κάποιο βαθμό, στις κυβερνήσεις. «Αυτό ήδη αλλάζει», συμπλήρωσε.

Παρά την αγωνία για την έντονη παρουσία θεωριών συνωμοσίας στη διάρκεια της πανδημίας, αρκετές χώρες που συμμετείχαν στη μελέτη φάνηκαν να χαρακτηρίζονται από χαμηλότερα ποσοστά ανθρώπων ανοιχτών σε τέτοιες απόψεις σε σχέση με το παρελθόν.

Η άποψη ότι «η εξουσία ορισμένων ειδικών συμφερόντων δεν επιτρέπει στη χώρα μας να προοδεύσει», για παράδειγμα, μειώθηκε από το 72% στο 58% στη Γαλλία και κατά πέντε ποσοστιαίες μονάδες στη Γερμανία, κατά εννιά στη Σουηδία, 15 στη Δανία, 10 στην Ισπανία, 12 στην Ιταλία και 11 στην Πολωνία και το Ηνωμένο Βασίλειο.

Παρά το γεγονός ότι αρκετές χώρες εκτός Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένων της Βραζιλίας και του Μεξικού ακολούθησαν αντίστοιχη πορεία, άλλες, όπως η Ινδία, η Ταϊλάνδη και οι ΗΠΑ, έχουν εμφανιστεί σταθερές στη διάρκεια των τελευταίων τριών ετών.

Οι συγγραφείς της μελέτης, που πραγματοποιήθηκε τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο, υποστήριξαν ότι αυτό θα μπορούσε να σημαίνει ότι «συγκεκριμένες μορφές αντικαθεστωτικής δυσφορίας» ήταν πιο βαθιά εγγεγραμμένες στην πολιτική ζωή των συγκεκριμένων κρατών.

Όμως το γεγονός ότι μεταξύ του 2019 και του 2021 δεν έχουν εμφανιστεί σημαντικές τάσεις με λαϊκιστικό χαρακτήρα «ενδεχομένως δείχνει ότι η υποστήριξη αυτών των απόψεων έχει φτάσει στην κορύφωσή της σε αρκετά σημεία του πλανήτη», σημείωσαν.

Η μελέτη διαπίστωσε επίσης ότι η Δανία παραμένει στην κορυφή του αντι-λαϊκισμού, με εξαιρετικά χαμηλά ποσοστά συμφωνίας με τις περισσότερες δηλώσεις αυτού του χαρακτήρα.

Μόλις το 8% των συμμετεχόντων από τη σκανδιναβική χώρα συμφώνησαν, για παράδειγμα, με τη δήλωση «μπορείς να καταλάβεις αν κάποιος είναι καλός ή κακός άνθρωπος από τις πολιτικές του πεποιθήσεις», το 18% με το ότι συγκεκριμένα συμφέροντα αποτρέπουν την πρόοδο και το 15% με το ότι η χώρα τους μοιράζεται σε συνηθισμένους ανθρώπους και διεφθαρμένες ελίτ.

Η μελέτη έδειξε επίσης ότι πολλοί Ευρωπαίοι έτειναν να τηρούν πιο ουδέτερη στάση σε ζητήματα που αφορούσαν τις πρακτικές συνέπειες του λαϊκισμού, όπως το Brexit.

Όταν ερωτήθηκαν για τον αντίκτυπο της αποχώρησης της Βρετανίας από την ΕΕ για την οικονομία και την ενότητα της Ένωσης, οι συμμετέχοντες από 10 ευρωπαϊκές χώρες (συμπεριλαμβανομένης και της ίδιας της Βρετανίας) δήλωσαν ότι δεν είχε την παραμικρή διαφορά.

Αξιοσημείωτο είναι, ωστόσο, ότι οι περισσότεροι τηρούσαν μάλλον αρνητική παρά θετική στάση. Για παράδειγμα, μόλις το 6% των γερμανών συμμετεχόντων δήλωσε ότι το Brexit αύξησε την ενότητα της Ένωσης σε σχέση με το 20% που υποστήριξε το αντίθετο.

Αντίστοιχα, το 37% των Ισπανών θεωρεί ότι το Brexit επέφερε οικονομικό πλήγμα στην ΕΕ, σε σύγκριση με το 8% που θεωρεί ότι η Ένωση βγήκε ισχυρότερη.

Η μελέτη πραγματοποιήθηκε από τις 4 Αυγούστου έως τις 24 Σεπτεμβρίου σε περισσότερους από 1.000 ανθρώπους σε 10 ευρωπαϊκές χώρες και συγκεκριμένα σε Δανία, Γαλλία, Γερμανία, Ελλάδα, Ιταλία, Ουγγαρία, Πολωνία, Ισπανία, Σουηδία και Βρετανία, καθώς και σε 17 χώρες εκτός Ευρώπης που περιλαμβάνουν την Αυστραλία, τις ΗΠΑ, τη Βραζιλία, το Μεξικό, την Τουρκία, τη Ρωσία, την Κίνα, την Ιαπωνία και τη Νότια Αφρική.

Το σκορ της Ελλάδας

Το 77% των ελλήνων συμμετεχόντων πιστεύει ότι συγκεκριμένα συμφέροντα εμποδίζουν την πρόοδο, ενώ το 73% συμφωνεί ότι πολλές σημαντικές πληροφορίες αποκρύπτονται από το κοινό για να εξυπηρετήσουν συγκεκριμένα συμφέροντα. Το 78% θεωρεί ότι η βούληση των πολιτών θα έπρεπε να είναι ύψιστη αρχή στην πολιτική ζωή της χώρας, όμως μόλις το 22% θεωρεί ότι οι άνθρωποι που διαφωνούν με τις απόψεις τους απλώς δεν έχουν επαρκή πληροφόρηση.

Το 56% πιστεύει ότι η χώρα χωρίζεται μεταξύ συνηθισμένων ανθρώπων και διεφθαρμένων ελίτ και το 24% θεωρεί ότι μπορεί να κρίνει αν κάποιος είναι καλός ή κακός άνθρωπος βάσει των πολιτικών του πεποιθήσεων

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr