Αργά, κοφτά, ξεκίνησε η μουσική και κατόπιν όλο να ταχύνεται ο ρυθμός, να ξαναπέφτει, και πάλι ογλήγορος. Ταίριαζαν οι βηματισμοί τους με το άγριο των βουνών, το άγριο της ζωής τους και με τα πολεμικά τεχνάσματα που παρίστανε ο πυρρίχιος, ο αρχαίος χορός, κι ας μη βαστούσαν ασπίδες και δόρατα. Επίθεση, άμυνα, παραφύλαξη, απειλή, οπισθοχώρηση, ελιγμό, κάλυψη, όλα τα περιέκλειε ο χορός τους. Όμως δεν ήταν μόνο τούτα. Έσφιγγαν τα χέρια τους, καθώς δένουν τα κλωνάρια στον κορμό, σ’ ένα αντάμωμα συντρόφων, ζωντανών και αποθαμένων. Κι έσκαβαν με τις μπότες τη γης, θαρρείς κράζοντάς της ότι την πατούν και συγχρόνως σάμπως ν’ αφουγκράζονται όσους τους φώναζαν από κάτω, γενιές και γενιές πρωτύτερες.

Χόρευαν κι έδειχναν να υπερίπτανται του κόσμου. Να κάθεται ο Θεός μέσα στον άνθρωπο κι ο άνθρωπος ν’ αρπάζεται απ’ τον Θεό. Το φέγγος και η σκοτεινιά να εναλλάσσονται στα πρόσωπά τους, φωτοσκότεινοι, ίδιο το στάλαμα της ζωής. Να ζυμώνεται το κορμί, να τσακίζει, να λύνεται και να ξαναδένεται. Ν’ αναπαύεται η ψυχή κάπου στα σύγνεφα, να λυτρώνεται κι ευθύς να τρομάζει. Τη μια να τους τραβά το χώμα, την άλλη να υψώνονται όπως ο Ανταίος. Να πυρακτώνεται ο νους και να βογκά ο τόπος απ’ τους γδούπους, να τρέμει απ’ την παλικαριά και την αποκοτιά τους. Να φορτώνονται την ιστορία, να την κουβαλούν και να τους σέρνει, να χτυπούν τα γόνατα καταγής και πάλι να στυλώνονται ορθοί. Να κατέχουν ότι παρέκει καρτερά ο θάνατος και να τον περιγελούν.

Αντάρα και καταχνιά να θολώνει το βλέμμα τους, μα και να σκιρτά στα λοξοκοιτάγματά τους γλυκάδα αντρίκεια. Ν’ αποζητούν στων γυναικών τα μάτια το λίγωμα, το παίνεμα, της σάρκας και της καρδιάς το φούντωμα. Αφού δίχως την αγκάλη τους χέρσος ουρανός θ’ απόμεναν, και τούτοι λαχταρούσαν να καρπίσουν, ν’ αφήσουν το σημάδι τους στης πλάσης την περαταριά μέσ’ απ’ τη σπορά τους.

Σιωπή και κρότος εκεί. Ραγισματιές, μπόρες, τραντάγματα, γκρεμίσματα και αγναντέματα κατά τον ξάστερο ουρανό κάποια ξέγνοιαστη βραδιά. Εκεί η μάνα, ο κύρης, ο πάππος κι η λυκομάνα, συγγενείς, αδέλφια και φίλοι, το στασίδι και το λιβάνι της εκκλησιάς. Εκεί το φίλιωμα, η έχθρα, το σκιάξιμο και η περηφάνια, πάθια, κρίματα, βάσανα, πόθοι κι αγάπες μυστικές, αμολόγητες. Το πάλεμα των κορμιών στο στρώμα, ένα χαμόγελο στης αυγής το ξεπροβόδισμα, μια κουβέντα π’ απόμεινε αναίτια μισή, ένα δάκρυ κρυφό, ούλη η ζωή που έτρεξε στα πόδια τους κι έμελλε να τρέξει. Εκεί κι όλα τ’ ανακατώματα του πόνου και της θλίψης. Γιατί έτσι ορθώνεται και λευτερώνεται η ψυχή, αντάμα με το φτεροκόπημα και τον καημό.

Δαιμονική δύναμη, αφιονισμένη, φαινόταν να ρίχνεται καταπάνω τους ή να εφορμά από μέσα τους. Να κατρακυλούν στον Άδη και ν’ αναγεννιούνται. Έβγαζαν και κραυγές άναρθρες απ’ τα στόματά τους και πότε πότε φώναζαν «Όι!» «Όι!», σαν να νογούσαν ότι δεν τους βοηθά η γλώσσα να τα παραστήσουν όλα τούτα με λόγια κι επιστράτευαν το κορμί να τα συλλαβίσει.

Ξεσήκωσαν τον κόσμο με τον λεβέντικο χορό τους, όμως κανείς δε δέθηκε μαζί τους. Έτσι απαιτούσε το έθιμο αλλά κι από σεβασμό, μην ταράξουν το ξεπέταγμα και το βύθισμα, την αναλαμπή και το νύχτωμά τους. Πήραν μονάχα οι θεατές να κροταλίζουν λιθάρια, ξύλινα και τσίγκινα πιάτα και κουτάλια, θαρρείς και γνώριζαν τις συνήθειες των αρχαίων Ελλήνων.

Πήγαινε ο χορός τους κοντά δέκα λεπτά και κυλούσαν τα δρώματά τους. Σηκώθηκε τότε και μπήκε ανάμεσά τους ο γερο-Φάνης, που αν έρεε αλλιώς το αίμα της Ιστορίας μπορεί και να ονομαζόταν ακόμη Φαντίλ. Από μέσα του, ωστόσο, δε θα έλειπε ο χορός της φωτιάς, ο πυρρίχιος. Πλέον, τους οδηγούσε. Μπόλιαζε η ψυχή το σώμα και φάνταζε αντάξιός τους σε νιότη και παλικαροσύνη. Ο γερο-πλάτανος και αρμαθιά τα βλαστάρια του.

Ξεθηκάρωσαν ύστερα ο Νικηφόρος και ο Φώκος τα μαχαίρια τους κι αναμέρισαν απ’ τους άλλους. Τα πρόσωπα αγρίεψαν. Μάχονταν με τον άνεμο, με τις μνήμες, μ’ ό,τι δεν πιάνεται κι όμως δίπλα μας στέκει και μας ακολουθά κι εχθρός και φίλος αναδείχνεται.

Οι μουζικάντηδες ούτε για σκέψη να διακόψουν. Ζύγωσαν πιότερο, τρεμόπαιζε, χανόταν και γιγαντωνόταν η ζωή στου κεμεντζέ και του νταουλιού τ’ ακούσματα, κι ανάσαινε ή πέθαινε στο φύσημα του ζουρνά, και θαρρείς βάλθηκαν να νικήσουν τους χορευτές ή να νικηθούν.

Έσμιξαν στο τέλος πάλι οι τέσσερις αντάρτες κι ο γερο-Φάνης και συνέχισαν να χορεύουν. Ώσπου σταμάτησαν απότομα και ύψωσαν τα χέρια. Συγχρόνως έπαψαν κι οι μουζικάντηδες, μα νόμιζες ότι αντιλαλούσε ακόμη στα φαράγγια η μουσική. Ύψωσαν τα χέρια ωσάν νικητές, ποιος ξεύρει σε τι στον λογισμό του καθενός.

*Απόσπασμα από το ιστορικό μυθιστόρημα του Γιάννη Καλπούζου «Σέρρα, η ψυχή του Πόντου» (εκδόσεις Ψυχογιός).

Στο ανωτέρω κείμενο, που παρατίθεται ως ένας ελάχιστος φόρος τιμής στη μνήμη των Ελλήνων του Πόντου, περιγράφεται η σέρρα, ο ποντιακός χορός της φωτιάς, ευρέως γνωστός ως πυρρίχιος.

Ο λεβέντης Γιάννης Καλπούζος (είχα τη χαρά να τον φιλοξενήσω προ ετών σε ραδιοφωνική εκπομπή και να συνομιλήσω μαζί του για την Ήπειρο, απ’ όπου κατάγεται, αλλά και για τον Πόντο, όπου εξικνούνται οι γενεαλογικές καταβολές του) μας μεταφέρει στα υψώματα της Κρώμνης, σε ύψος δύο χιλιάδων μέτρων, όπου χορεύουν τέσσερις αντάρτες.

Στο χορό τους, χορό με αρχαιότατη ελληνική προέλευση, συμπυκνώνεται με τρόπο μοναδικό η ψυχή του ποντιακού ελληνισμού, των Ποντίων που κατάφεραν να κρατήσουν το κεφάλι ψηλά παρά τους αλλεπάλληλους κατατρεγμούς, τις τρομερές δοκιμασίες κατά τη διάρκεια της γενοκτονίας, τα εγκλήματα που διέπραξαν αρχικά οι Νεότουρκοι και ακολούθως οι κεμαλιστές.

Η σέρρα, χορός με πολεμικό χαρακτήρα, αναδεικνύει την ιστορία και τον πολιτισμικό πλούτο του ποντιακού λαού, αποτελεί συστατικό στοιχείο της ποντιακής κουλτούρας.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο