Γεννήθηκε το 1985 στην Ισπανία. Αλλά μια μέρα, η μητέρα της παράτησε τον άνδρα της, πήρε την ίδια και τον αδελφό της και πήγαν στη Σεβέν, μια οροσειρά της νοτιοκεντρικής Γαλλίας που ήταν το καταφύγιο των χίπις μετά τον Μάη του ’68. Είχε πρωτοπάει εκεί στις αρχές της δεκαετίας του ’70, είχε κάνει κι ένα άλλο παιδί που κάπου το παράτησε, ήξερε τα κατατόπια. Η μικρή ήταν χαρούμενο παιδί. Αλλά όταν αυτοκτόνησε η καλύτερή της φίλη, ξύρισε το κεφάλι της, ντύθηκε στα μαύρα, άφησε το σχολείο. Και μια μέρα του 2007 έφυγε για να βρει τον πατέρα της. Οταν γύρισε, ήταν φοβισμένη κι είχε ένα μαύρο κάλυπτρο στο ένα της μάτι. «Τι έπαθες;» τη ρώτησαν. «Θέλω να βλέπω πια μόνο τον μισό κόσμο». Την αποκάλεσαν «Το Φάντασμα».

Πότε έφυγε για το βουνό; Κανείς δεν θυμάται ακριβώς. Τον χειμώνα του 2009, λέει ο αδελφός της στη Φλοράνς Ομπενά, που έγραψε στη «Monde» ένα από τα πιο δυνατά ρεπορτάζ που έχω διαβάσει ποτέ. Τον πρώτο καιρό κοιμόταν στους δρόμους, οι οδηγοί φρενάριζαν την τελευταία στιγμή, μια μέρα ειδοποίησαν τον αδελφό της που πήγε και την πήρε με το αυτοκίνητο, αλλά εκείνη άνοιξε την πόρτα κι εξαφανίστηκε. Καθώς δεν ήξερε όμως να κυνηγάει, ούτε να ψαρεύει πέστροφες με γυμνά χέρια, αναζητούσε τροφή σε σπίτια παλιών φίλων την ώρα που έλειπαν. Εκείνοι γρήγορα κατάλαβαν, κάποιοι της άφηναν καλάθια στο βουνό, κάποιοι άλλοι άφηναν πράγματα στο τραπέζι τους με ένα σημείωμα «Είναι για σένα». Εκείνη απαντούσε δύσπιστα: «Ρίξατε τίποτα μέσα;» Μια μέρα τη βρήκε κάποιος στον υπολογιστή, να παρακολουθεί την ταινία «Συνέντευξη με έναν βρυκόλακα». Το έβαλε στα πόδια. Τη βάφτισαν «Η Επισκέπτρια».

Δεν ήταν όλοι οι κάτοικοι φιλόξενοι. Μερικοί φοβόντουσαν, τοποθέτησαν κάγκελα, ένας έβαλε μια κάμερα, που κατέγραψε μια γυναίκα με τζιν και φούτερ, γεροδεμένη, καθαρή. Τα πράγματα άρχισαν να αγριεύουν, στο βουνό εγκαταστάθηκε μια άλλη γενιά, μια άλλη κουλτούρα, η Επισκέπτρια μετατράπηκε σε Διαρρήκτρια, άνοιγε τις ντουλάπες κι έκλεβε ρούχα, σκεπάσματα, φωτογραφίες, παιχνίδια. Παπούτσια ποτέ.

Κάποιοι κατέθεσαν μηνύσεις, κάποιοι άλλοι κατέφυγαν στη μάνα, που μπορεί να περάσουν μήνες χωρίς να τη δει, πριν χρόνια της είχε σκάσει ένα φιλί και της είχε δώσει τους «Τεχνητούς Παράδεισους» του Μπωντλαίρ, τώρα δεν μπορεί πια να την πλησιάσει. Την τελευταία φορά, κόρη μίλησε στη μάνα κρυμμένη πίσω από έναν βράχο, «αν γυρίσω», τη ρώτησε, «θα με αναγκάσουν να αγαπήσω τους ανθρώπους;».

Σε ένα σπίτι στην άκρη του χωριού θυμούνται τις μέρες που άνοιγε ξαφνικά την πόρτα, καθόταν στο τραπέζι της κουζίνας και τους μιλούσε για τα όνειρά της. Ηθελε έναν σύντροφο, ένα σπίτι, παιδιά. «Μια ζωή δηλαδή σαν εμάς;» τη ρωτούσαν παραξενεμένοι.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο