Από την παρουσίαση του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (τώρα που «κολλάει» εδώ η λέξη «ανθεκτικότητα» δεν θα μπορέσω να σας εξηγήσω καθότι κυριολεκτεί μόνο επί… υφάσματος, οργανισμού, που αντέχουν σε επιθέσεις από τον χρόνο ή αρρώστιες!) από τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, τον αναπληρωτή υπουργό Οικονομικών Θεόδωρο Σκυλακάκη και άλλα κυβερνητικά στελέχη, προκύπτει ότι έχει συνειδητοποιηθεί πια η ανάγκη εφαρμογής παράλληλα προγράμματος προγραμματικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για να εξασφαλισθεί, επιτέλους, η επίτευξη των στόχων από την αξιοποίηση εθνικών και κοινοτικών πόρων.

«Με οικονομικούς όρους ο πρωταρχικός στόχος του σχεδίου είναι να καλύψει το μεγάλο κενό σε επενδύσεις, σε εθνικό προϊόν και απασχόληση», τονίσθηκε με αφοπλιστική ειλικρίνεια κατά την παρουσίαση του σχεδίου. Υπενθυμίζω ότι για την υλοποίηση του σχεδίου αυτού, η Ελλάδα ζητά το σύνολο των πόρων που μπορεί να λάβει στο πλαίσιο του Ταμείου Ανάκαμψης, δηλαδή 17,8 δισεκατομμύρια ευρώ επιδοτήσεις και 12,7 δισεκατομμύρια ευρώ δάνεια.

Με την αξιοποίηση των πόρων αυτών και την προώθηση ιδιωτικών επενδύσεων το σχέδιο επιδιώκει να κινητοποιήσει συνολικούς επενδυτικούς πόρους 57 δισεκατομμυρίων ευρώ σε τέσσερις πυλώνες, δηλαδή έναν πράσινο, έναν ψηφιακό, έναν κοινωνικό και αυτόν που αφορά τον οικονομικό και θεσμικό μετασχηματισμό. Τα ίδια περίπου είχαμε δεσμευθεί υλοποιήσουμε και στο πλαίσιο της Στρατηγικής της Λισσαβόνας (Μάρτιος 2000), αμ δε!

Σχέδιο με συνδυασμό πραγματικών μεταρρυθμίσεων ύστερα από 68 χρόνια!

Ελπίζω ότι όλα τα παραπάνω δεν θα είναι σαν τα γνωστά «έπεα πτερόεντα», τα οποία ξέφευγαν από το έρκος των οδόντων όλων των κυβερνητών τα τελευταία 45 χρόνια, όταν άνοιγαν οι κρουνοί εισροής κοινοτικών πόρων με τη μορφή των Μεσογειακών Ολοκληρωμένων Προγραμμάτων (ΜΟΠ), των Κοινοτικών Πλαισίων Στήριξης (ΚΠΣ), γνωστών και ως «πακέτων», και της γνωστής σειράς που είναι και σήμερα σε εξέλιξη ως «Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο Αναφοράς» (ΕΣΠΑ) μέσω των οποίων η χώρα μας έχει εξασφαλίσει από το 1981 έως σήμερα πάνω 200 δισ. ευρώ, αλλά με επιδόσεις σε όλους τους παραπάνω κι άλλους «πυλώνες» χαμηλότερες από τις αντίστοιχες σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Γιατί; Διότι ακριβώς η αξιοποίησή τους δεν συνοδευόταν από την προώθηση τολμηρών αναγκαίων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, όπως θα αναφέρω σε επόμενο σχόλιο. Αντιθέτως, όλοι σχεδόν οι πόροι των πακέτων αυτών δημιουργούσαν άλλες… «επιδόσεις» για «καλά παλικάρια», όπως εκείνη, για παράδειγμα, που το κόστος κατασκευής δρόμου ενός τετραγωνικού μέτρου ήταν… επταπλάσιο από το αντίστοιχο στην Ισπανία! Η αδυναμία αυτή καταδείχθηκε, όπως αναφέρθηκε, και από τις επιδόσεις της χώρας μας στην επίτευξη των στόχων της Στρατηγικής της Λισσαβόνας. Από την εξέταση όλων των σχετικών στοιχείων προκύπτει ότι η χώρα κατατάσσεται στην τελευταία θέση μεταξύ των κρατών που υπέγραψαν τη Στρατηγική αυτή και έπαιρναν και τα χρήματα για σύγκλιση (τάχα) και ανταγωνιστικότητα (τάχα), τόσο συνολικά όσο και αναφορικά με τους επιμέρους στόχους.

Η αισιοδοξία μου, καθώς κι η ανάλογη του συναδέλφου μου Κώστα Τσαούση, που εκφράστηκε σε πρόσφατο άρθρο του στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο», για τη διαφορετική αξιοποίηση του Ταμείου Ανάκαμψης εδράζεται στη διαβεβαίωση της κυβέρνησης ότι το Σχέδιο είναι διαφορετικό, σε σχέση με οποιαδήποτε ευρωπαϊκή πρωτοβουλία του παρελθόντος για τον επιπρόσθετο λόγο, όπως τονίζει, ότι για πρώτη φορά συνδυάζονται επενδύσεις, που δίνουν στο σχέδιο μακροοικονομική και οικονομική ισχύ, και μεταρρυθμίσεις με αποτελεσματικότητα και προοπτική. Έτσι, ελπίζεται ότι το μοναδικό έως τώρα προηγούμενο της επιτυχίας της (νομισματικής και όχι μόνο) μεταρρύθμισης Μαρκεζίνη του 1953 θα έχει, επιτέλους, συνέχεια ύστερα από… 68 χρόνια. Διότι, ο Μαρκεζίνης ενέταξε τη νομισματική υποτίμηση σε ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο οικονομικής πολιτικής, το οποίο περιλάμβανε συνδυασμό μέτρων που αφορούσαν στη δημοσιονομική και τη βιομηχανική πολιτική.

Υπενθυμίζω ότι μεταξύ των μεταρρυθμίσεων του 1953 περιλαμβάνονταν η απελευθέρωση των αγορών από πλήθος διοικητικούς και αγορανομικούς περιορισμούς, η άρση των περιορισμών στην εισαγωγή προϊόντων και πρώτων υλών, η διαμόρφωση ενός θεσμικού περιβάλλοντος ευνοϊκού για την προσέλκυση ξένων επενδύσεων (Ν. 2687/1953) που οδήγησε σε υπογραφή πληθώρας συμβάσεων (μια ακόμα υπενθύμιση: είχαν καταγγελθεί από την τότε αντιπολίτευση ως «αποικιακές»!), η εφαρμογή ενός φιλόδοξου προγράμματος δημοσίων επενδύσεων στις υποδομές και τις μεταφορές που άλλαξαν τη μορφή της χώρας (φράγματα Αλιάκμονα και Αχελώου, κ.ά.), η μείωση της απασχόλησης στο Δημόσιο κατά 23% και «πάγωμα» των προσλήψεων, κατάθεση πραγματικών πλεονασματικών προϋπολογισμών.

Πάμπολλες παλιές ευκαιρίες που πήγαν χαμένες

Μακάρι, διότι στην περίπτωση αυτή οι στόχοι του Σχεδίου παραπέμπουν σε αναπτυξιακό “θαύμα”, μια και οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης υπολείπονται σαφώς των άλλων που εισέρευσαν και εισρέουν αενάως στα δημόσια ταμεία, αλλά χωρίς κανένα σχεδόν συντελεστή απόδοσης. Υπενθυμίζω ότι:

  • Τα 30 περίπου δισ. ευρώ του Ταμείου ανάκαμψης είναι… «σταγόνα» στον «ωκεανό» των δύο περίπου τρισ. ευρώ που εισέρευσαν στα ελληνικά δημόσια ταμεία με τη μορφή φορολογικών εσόδων, κοινοτικών πόρων και δυσβάσταχτων δανείων για τα οποία πληρώνει η σημερινή και οι επόμενες γενεές ετησίως 6-7 δισ. ευρώ έως το 2071, αλλά οι κρίσεις «πάνε σύννεφο», το κατά κεφαλήν εισόδημα υπολείπεται παρασάγγας από τον μέσο κοινοτικό όρο και η φτώχεια «τσακίζει κόκαλα» (για το ποσό των δύο περίπου τρισ, ευρώ υπάρχει πίνακας με αναλυτικά στοιχεία από το 1981 έως σήμερα!!!
  • Τα 30 δισ. ευρώ του Ταμείου Ανάκαμψης ωχριά μπροστά στα 50 δισ. ευρώ που χάνει το κράτος από την παραοικονομία (το 75% από τη «μαύρη» και αδήλωτη εργασία!), η οποία εκτιμάται ότι αντιπροσωπεύει το 25% του ΑΕΠ στη χώρα μας, έναντι 17% στην Ευρωπαϊκή Ένωση!
  • Τα 30 δισ. ευρώ του Ταμείου Ανάκαμψης είναι το ένα τέταρτο των εσόδων που εξασφάλισε το κράτος από το άγριο «κούρεμα» της ιδιωτικής περιουσίας (137,9 δισ. ευρώ) το 2012, τάχα για τη μείωση του δημόσιου χρέους, αλλά περίπου 90 δισ. ευρώ πήγε σε… αλλότριες σκοπιμότητες!
  • Τα 30 δισ. ευρώ του Ταμείου Ανάκαμψης είναι ακριβώς όσα μεταβιβάζει το κράτος κάθε χρόνο με τη μορφή επιχορηγήσεων, αναλήψεων χρεών δημόσιων οργανισμών, που απορροφούν σαν βδέλλες και τη θετική συμβολή στη μείωση του χρέους που εξασφάλιζαν τα «ματωμένα» πρωτογενή… «πλεονάσματα», το χαμηλό κόστος δανεισμού και οι αποκρατικοποιήσεις!
  • Τα 30 δισ. ευρώ του Ταμείου Ανάκαμψης είναι ακριβώς όσα χάνει το Δημόσιο από τη φοροδιαφυγή κυρίως φυσικών προσώπων (16 δισ. ευρώ), η οποία εκτιμάται ότι ανέρχεται στο 9% του ΑΕΠ στη χώρα μας, από την ανικανότητα είσπραξης ΦΠΑ (10 δισ. ευρώ), όπως επισημαίνει ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), αφού η αποδοτικότητα στην είσπραξή του στη χώρας μας είναι σημαντικά χαμηλότερη από το μέσο όρο του διεθνούς οργανισμού (0,51 έναντι 0,71!) και από τη «μαύρη» αποφυγή ΦΠΑ (έξι δισ. ευρώ), όπως εκτιμούν και στελέχη του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ).

Κι όλη αυτή η αισιοδοξία θα διατηρείται, υπό την προϋπόθεση ότι, παρά τον χρονικό περιορισμό (έως το 2026) στην αξιοποίηση των πόρων του ταμείου, δεν θα παρατηρηθούν οι καθυστερήσεις στην εκτέλεση των προγραμμάτων του ΕΣΠΑ 2014-2020, και κοινοτικά κονδύλια ύψους 13,2 δισ. ευρώ από 23,8 δισ. ευρώ δεν θα παραμένουν αναξιοποίητα, όπως με απογοήτευση επισημαίνει μελέτη της ΔιαΝΕΟσις…

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο