Ημουν μαθητής της έκτης και της εβδόμης Γυμνασίου (δεν υπήρχε τότε Λύκειο) που πρωτοδημοσίευσα μεταφράσεις μου. Δεν κάνω εδώ αυτοβιογραφία, αλλά βιογραφία της γενιάς μου και μνεία στους τότε έξοχους δασκάλους μου. Ζούσα στην επαρχία και μεγάλωσα τα δύσκολα χρόνια τα παιδικά και την εφηβεία μέσα στον Εμφύλιο, με επιπτώσεις, όχι μόνο στη γενιά μου, αλλά και στην οικογένειά μου. Αλλά χρωστάω κι εγώ και οι συμμαθητές εκείνης της σκοτεινής εποχής τα θεμέλια και την παιδεία μας σε μια γενναία, πνευματικά και ηθικά, σειρά εκπαιδευτικών που ως φάρος μέσα στο σκοτάδι μας άνοιξαν δρόμο μέσα από τούνελ και αδιέξοδα. Αναφέρομαι σε προσωπικά στοιχεία του εκπαιδευτικού μου βίου, απλώς για να δώσω συνήθη και πολυάριθμα παραδείγματα.

Μην έχοντας άλλη παράδοση οικογενειακή, εκτός από τη μόρφωση, αφού δεν υπήρχε ούτε περιουσία, ούτε καν ιδιόκτητο σπίτι, ζούσαμε στο ενοίκιο, η μόνη έξοδος προς τη ζωή ήταν η σπουδή μιας επιστήμης, και μάλιστα επιστήμης που, τουλάχιστον στην περίπτωσή μου, δεν θα απαιτούσε για την άσκησή της επαγγελματική στέγη και ανάλογο εξοπλισμό. Ούτε μηχανικός, ούτε δικηγόρος, ούτε, βέβαια, γιατρός, κτηνίατρος ή οδοντίατρος μπορούσα να γίνω. Οι περισσότεροι συμμαθητές μου που διέπρεψαν ως γιατροί όλων των ειδικοτήτων ήταν τέκνα επιστημόνων που στην επαρχία μας ασκούσαν τέτοιο επάγγελμα. Μερικοί συνάδελφοι που σπούδασαν νομικά διεκδίκησαν και πέτυχαν να εισαχθούν στη λίστα των κενών θέσεων που δημιουργούσε το λειτούργημα του συμβολαιογράφου που, όπως και του φαρμακοποιού, ήταν κλειστά επαγγέλματα. Είχαν ορισμένο αριθμό θέσεων σε κάθε επαρχία. Κλειστά, επίσης, όπως και σήμερα, επαγγέλματα ήταν του δικαστή, του δασάρχη, του νομοκτηνίατρου κ.ά. Φίλοι και συμμαθητές που σπούδασαν Ιατρική χρειάστηκε να επιστρατευτούν από τον αγρότη ή έμπορο γονιό πόροι από περιουσιακά αποθέματα ετών.

Στη μετεμφυλιακή περίοδο που τελειώναμε τις εγκύκλιες σπουδές, όσοι δεν είχαμε οικογενειακή επαγγελματική προοπτική, έπρεπε να σπουδάσουμε επαγγέλματα που να μας εκφράζουν σίγουρα, αλλά και που να εξασφαλίζουν μια ζωή που να μην εξαρτάται από τους πενιχρούς πόρους της οικογένειας. Είχα πατέρα εκπαιδευτικό, χωρίς κανένα περιουσιακό στοιχείο, μάνα νοικοκυρά και δύο αδέλφια. Ο πατέρας μου υπηρετούσε στην Καλαμπάκα και αργότερα στις Σοφάδες, όπου, βέβαια, ενοικίαζε δωμάτιο και έτρωγε στην ταβέρνα της κωμόπολης. Η μητέρα με τρία παιδιά στο σχολείο και με ενοίκιο στη Λαμία. Δεν υπήρχε για μένα και για πολλούς συμμαθητές μου άλλη διέξοδος από τη σπουδή. Και αυτή την προοπτική τη στηρίζαμε στις γνώσεις που μας παρείχε το Γυμνάσιο. Η πόλη μου δεν είχε τότε φροντιστήρια, δεν είχε ωδείο, δεν είχε δημόσια βιβλιοθήκη, δεν είχε θέατρο, έξω από περιοδεύοντες αθηναϊκούς θιάσους, δύο ή τρεις τον χρόνο, για δυο ημέρες. Είχε, όμως, έξοχους καθηγητές και αναφέρομαι στην πλειοψηφία, τόση που να ακυρώνει δύο ή τρεις αδιάφορες παρουσίες.

Αναφέρω ενδεικτικά ότι, ακόμα και στο μάθημα των Τεχνικών (ζωγραφική, γραμμικό σχέδιο) είχαμε την τιμή να διδασκόμαστε από τον γλύπτη που είχε δημιουργήσει τον ανδριάντα του Αθανασίου Διάκου που, ακόμη και σήμερα, δεσπόζει στην ομώνυμη πλατεία της πόλης. Στα μαθήματα της ζωολογίας, φυτολογίας και βιολογίας διδαχθήκαμε από έναν χαρισματικό δάσκαλο, τον Ελευθέριο Πλατάκη, διάσημο αργότερα σπηλαιολόγο στην πατρίδα του την Κρήτη. Μαθηματικά μυηθήκαμε από τον ιδιοφυή Πανάκη που έγινε γνωστός, αφού, εκτός των άλλων, είχε εκδώσει βιβλίο αποκλειστικά αφιερωμένο στο ισοσκελές τρίγωνο που, πέρα από τα εξαντλητικά θεωρήματα, ανθολογούσε και πάνω από χίλιες ασκήσεις προς λύσιν! Φιλόλογος στα ελληνικά, αλλά κυρίως στα λατινικά, ήταν ο αείμνηστος Αθανάσιος Φλώρος που ευδοκίμησε μετέπειτα ως καθηγητής στο Βαρβάκειο και στο διδασκαλείο μετεκπαίδευσης καθηγητών Μέσης Εκπαίδευσης. Συγγραφέας μιας έξοχης «Ιστορίας της Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας» που, χωρίς να υστερεί, σκιάστηκε από την «Ιστορία» του Κ. Θ. Δημαρά. Ο Φλώρος, σε μένα και σε άλλα παιδιά, που είχαμε προγραμματίσει μια σπουδή σε κλασικά γράμματα, μας μύησε στη λατινική λογοτεχνία, κυρίως στην επική ποίηση («Αινειάδα») και στον λατινικό λυρισμό. Τότε μπορέσαμε να κατανοήσουμε πως η Σαπφώ (που μας είχε μυήσει στην ποίησή της) είχε λυρικό πάρισον στις «Ωδές» του Οράτιου.

Αυτό το διδασκαλικό διαμάντι έμπαινε στην τάξη για να διδάξει λατινικά και, αφού ανέλυε μια «Ωδή» του Οράτιου, παράλληλα διάβαζε Σαπφώ, Βερλαίν, Μαλακάση και Γιάννη Δάλλα!!! Ηταν τέτοια η γοητεία, κυριολεκτικά, αυτής της μύησης, ώστε μας ωθούσε να αποπειραθούμε να μεταφράσουμε ποιητικά, όχι μόνο ως περιεχόμενο, αλλά και ως μορφή και ρυθμούς λατίνους ποιητές. Η αφεντιά μου μετέφρασε Οράτιο και μια «Ωδή» του την έστειλα στη εφημερίδα «Βραδυνή» που, εκείνη την εποχή, είχε κάθε Σάββατο σελίδες λογοτεχνικές με άρθρα, διηγήματα και μεταφράσεις αναγνωστών. Τη διηύθυνε ο Μπάμπης Κλάρας. Στις ίδιες σελίδες αργότερα είχα δημοσιεύσει μετάφραση του ποιήματος του Βερλαίν, αφού δάσκαλο της γαλλικής είχαμε μύστη της ποίησης.

Οφείλω τις σπουδές μου και εγώ και πολλοί συμμαθητές μου που ευδοκιμούν ακόμη στην επιστήμη στους δασκάλους μας.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο