Τη θυμάμαι αυτήν τη μέρα και θα είναι από αυτές που θα θυμάμαι για πάντα. Ετσι όπως καταγράφηκε όχι μόνο από το δραματικό γεγονός που τη σημάδεψε αλλά και από τις λεπτομέρειες της δικής μου καθημερινότητας. Αυτό δεν είναι άλλωστε η ζωή; Κάνει από μόνη της ένα ξεσκαρτάρισμα και, για να περισώσει στη μνήμη μας τα σημαντικά, τα «περικυκλώνει» με ασήμαντα.

Τετάρτη ήταν. Πριν από λίγες μέρες ο Γιώργος Παπανδρέου είχε αναγγείλει από το Καστελλόριζο (ποτέ δεν θα καταλάβω γιατί είχε διαλέξει για εκείνη την περίσταση μια γραβάτα στο φούξια της Μπάρμπι) το πρώτο Μνημόνιο. Είχε ήδη αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση για το ξεκίνημα του αντιμνημονιακού αγώνα που πλήγωσε τη χώρα με τη μεγαλύτερη τοξικότητα και τον πιο δηλητηριώδη διχασμό από τα χρόνια του Εμφυλίου. Και επέβαλε το μίσος στον δημόσιο λόγο.

Ηταν μέρα γενικής απεργίας που περιλάμβανε και τον δικό μας κλάδο. Είχα πάει στο σουπερμάρκετ και πλήρωνα στο ταμείο όταν άκουσα – από την ταμία, από κάποιον πελάτη; – ότι υπάρχουν νεκροί. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν είχαν αναπτυχθεί ακόμη τόσο ώστε με ένα σκρολάρισμα στο κινητό να έχουμε γενική εικόνα του θέματος. Πριν φτάσω στο σπίτι, με πήραν τηλέφωνο από το γραφείο. Η απεργία είχε ανασταλεί, έπρεπε να γυρίσουμε.

Η Αγγελική, ο Νώντας και η Παρασκευή

Τα υπόλοιπα ανήκουν στην Ιστορία. Τρεις νέοι άνθρωποι (και ένα αγέννητο μωρό) θύματα στον βωμό του μίσους. Τρεις άνθρωποι που το «έγκλημά» τους ήταν ότι πήγαν εκείνη την ημέρα να εργαστούν. Ενα «έγκλημα» που η τιμωρία του ήταν ο εφιαλτικός, βασανιστικός θάνατος.

Γιατί όμως το έγκλημα της Μαρφίν – με το οποίο θα ασχοληθεί εκ νέου η Δικαιοσύνη όπως ανακοινώθηκε προχθές – έμεινε έως τώρα ατιμώρητο; Στην εποχή μας και σε μια ευρωπαϊκή χώρα να κάψουν ανθρώπους ζωντανούς όπως έκαιγαν τις μάγισσες στον Μεσαίωνα; Και αντί η μορφή της γυναίκας στο παράθυρο που σπαράζει μέσα στη φωτιά, εκείνο το απανθρακωμένο πόδι στο μπαλκόνι να γίνουν χαίνουσες πληγές στη συλλογική μας συνείδηση, έγιναν… χιουμοριστική ατάκα (ναι, το «…αλλά για τη Μαρφίν δεν λέτε τίποτα» το άκουσα ως φράση – φάρσα σε σίριαλ της ΕΡΤ). Αντί το μνημείο των νεκρών να γίνει τόπος προσκυνήματος έγινε στόχος βανδαλισμών.

Κατά την ταπεινή μου γνώμη, επειδή ενεργοποιεί έναν μηχανισμό απώθησης στην παράταξη που κεφαλαιοποίησε το μίσος. Διότι η απόσταση από το «Να καεί, να καεί το μπουρδέλο η Βουλή», απέχει από το «Ασ’ τους να καούν» λιγότερο από την απόσταση Σύνταγμα – Κλαυθμώνος. Διότι, όταν στήνεις μνημείο για τους «νεκρούς της ΕΡΤ», οι απανθρακωμένοι της Μαρφίν σου χαλάνε τη «σούπα».

Λίλιαν

Στις 30 Μαρτίου ήταν η επέτειος της εκτέλεσης των Νίκου Μπελογιάννη, Δημήτρη Μπάτση, Ηλία Αργυριάδη και Νίκου Καλούμενου. Λίγες μέρες πριν συλληφθεί ο Μπάτσης – τον Οκτώβριο του 1951 – είχε παντρευτεί, σε δεύτερο γάμο, τη Λίλιαν Καλαμάρο, εκθαμβωτικής ομορφιάς και μεγαλοαστικής καταγωγής.

Και επειδή, όπως έγραφα και παραπάνω, τα ιστορικά γεγονότα πλαισιώνονται πάντα από την καθημερινότητα της εποχής τους, θυμήθηκα το γράμμα που μου έκανε την τιμή να μου εμπιστευθεί μια σπουδαία, σήμερα, κυρία των Γραμμάτων.

Το καλοκαίρι του 1952 ήταν 16 ετών και παραθέριζε στη Μύκονο μαζί με τη μητέρα της. Εγραφε λοιπόν τότε στη γιαγιά της ανάμεσα στα ιδιαίτερα δηκτικά σχόλιά της για τους παραθεριστές στο νησί: «Εδώ βρίσκεται και η χήρα Μπάτση (…) Δεν δείχνει να θυμάται τον συγχωρεμένο. Ο κόσμος όμως λέει ότι τα βράδια πηγαίνει στην αμμουδιά και κλαίει – εκεί που καθόταν πέρσι με τον άντρα της στον μήνα του μέλιτος».

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο