Μας έχουν λείψει, αλλά τους έχουμε λείψει κι εμείς. Σαν τον παλμό μιας ζωντανής εμφάνισης δεν έχει. Η επικοινωνία με το κοινό είναι αναπόσπαστο κομμάτι της διαδικασίας-ο κόσμος συμμετέχει στο τραγούδι, συντονίζεται με τον ρυθμό της μουσικής, η ατμόσφαιρα γίνεται, φορές, μυσταγωγική.

Έξι καλλιτέχνες (μουσικοί, τραγουδιστές, τραγουδοποιοί) θυμούνται την τελευταία φορά που εμφανίστηκαν ζωντανά μπροστά σε κόσμο πριν το δεύτερ lockdown.

Δημήτρης Μυστακίδης

Η τελευταία συναυλία. Τι τελευταία δηλαδή; Η τρίτη από τις 3 που έκανα από τον Ιανουάριο του 2020.Τρεiς συναυλίες σε 14 μήνες.

Ήταν 2 Οκτώβρη και δεν ήταν στην Ελλάδα. H συναυλία ήταν προγραμματισμένη να γίνει στο θέατρο Alice στην Κοπεγχάγη.

Στην Ελλάδα τα πράγματα είχαν αρχίσει να ζορίζουν πολύ. Δεν θυμάμαι καθόλου σε πια έκδοση των σκληρών μέτρων βρισκόμασταν. Πάντως σίγουρα δεν λειτουργούσε η εστίαση, αλλά το εξάμηνο στο πανεπιστήμιο είχε αρχίσει και τα μαθήματα γίνονταν δια ζώσης.

Με το που ανακοινώθηκε η συναυλία δέχθηκα αρκετά μηνύματα από φίλους που ζούσαν εκεί που μου έλεγαν πως δεν είναι και τόσο σίγουρο ότι θα γίνει, γιατί συζητιόνταν και εκεί η αυστηροποίηση των μέτρων.

Η αλήθεια είναι ότι είχα ένα σφίξιμο έτσι κι αλλιώς. Είχα να μπω σε αεροπλάνο πάρα πολύ καιρό. Όλα αυτά που ακούγαμε εδώ για το ανεξέλεγκτο άνοιγμα του τουρισμού που μας είχε φέρει στα πρόθυρα ενός καινούργιου lockdown με φόβιζαν παραπάνω από όσο ήδη φοβόμουν.

«Και γιατί δεν μας το λες, τον πόνο που’ χεις κι όλο κλαις…»

Η συναυλία ήταν το “AMERIKA” που είναι σόλο παράσταση. Ευτυχώς δηλαδή, γιατί δεν ήθελα να πάρω κι άλλους στον λαιμό μου.

Έφτασε λοιπόν η ημέρα της συναυλίας. Εγώ μαζί με τον ηχολήπτη Μάκη Πελοπίδα και την παραγωγό και σύντροφο Θεοπούλα Αρβανιτίδου ξεκινήσαμε για το αεροδρόμιο Θεσσαλονίκης. Αγνώριστο! Έχουν ανοίξει κι άλλες πτέρυγες και γενικώς δεν έμοιαζε σε τίποτα με αυτό που θυμόμουν. Αλλά ερημιά. Ελάχιστοι άνθρωποι ταξίδευαν εκείνη την ημέρα και μάλλον και γενικότερα.

Τώρα είχα να αντιμετωπίσω την πρόκληση της υποχρεωτικής μάσκας για τις 2,5 ώρες που διαρκούσε το ταξίδι. Αν προσθέσεις και τις ώρες αναμονής στα αεροδρόμια, ήταν περίπου 4 ώρες που έπρεπε να φοράω συνεχώς την μάσκα, πράγμα που δεν είχα ξανακάνει μιας και όλο το προηγούμενο διάστημα ήμουν απομονωμένος και δεν χρειάστηκε να το κάνω ποτέ. Η λύση βρέθηκε πολύ εύκολα. Κοιμόμουν σε όλο το ταξίδι.

Φτάνοντας στην Κοπεγχάγη βρεθήκαμε σε άλλο κόσμο. Όλα κανονικά!

Μπαρ, εστιατόρια, μαγαζιά όλα ανοιχτά και με πάρα πολύ κόσμο. Έξω. Γιατί μέσα επιτρέπονταν μεν αλλά είχαν περιορισμό ως προς την χωρητικότητα.

Πήγαμε κατευθείαν στον χώρο της συναυλίας και μάλλον εκεί μας πέρασαν για βλαμμένους γιατί όλοι ήταν και συμπεριφέρονταν κανονικά αλλά εμείς τηρούσαμε όλο το πρωτόκολλο ατομικής ευθύνης που είχαμε κουβαλήσει από την Ελλάδα.

Τελειώσαμε με τον ήχο και είχαμε περίπου 3 ώρες για την συναυλία. Επιλέξαμε να μην πάμε στο ξενοδοχείο (μάλλον κι αυτή η διαδικασία μας φαίνονταν επικίνδυνη). Μείναμε για λίγο στον χώρο και πιάσαμε κουβέντα με τα παιδιά που δουλεύαν εκεί. Εκεί οι σφαλιάρες άρχισαν να έρχονται διαδοχικά. Όλοι οι χώροι συναυλιών επιδοτούνταν. Δεν είχαν κλείσει καθόλου, και έπαιρναν επίδομα για κάθε θέση του θεάτρου που δεν χρησιμοποιούνταν λόγω covid. Οι ηχολήπτες του χώρου ήταν και μουσικοί. Όταν μου είπαν τα ποσά με τα οποία είχαν επιδοτηθεί, όχι γιατί δεν μπορούσαν να δουλέψουν αλλά γιατί οι ευκαιρίες ήταν απλώς λιγότερες μου έπεσαν τα σαγόνια. Τα χρήματα ήταν τόσα όσα βγάζει ένας καλοπληρωμένος μουσικός στην Ελλάδα που συμμετέχει σε μεγάλη καλοκαιρινή περιοδεία. Και φυσικά θυμήθηκα όλες εκείνες τις ατελείωτες τηλεδιασκέψεις με τα παιδιά από τον σύλλογο μουσικών βορείου Ελλάδας για να πείσουμε την Μενδώνη να δώσει αυτό το περιβόητο επίδομα των 800 ευρώ στους μουσικούς…

Και μετά βγήκαμε βόλτα. Εκεί να δεις! Στα πεζοδρόμια δεν μπορούσες να περπατήσεις από τον κόσμο. Χαμός! Όλοι με τα ποτά τους έξω σαν να μην τρέχει τίποτα. Και ξάφνου βρίσκομαι μπροστά σε κάτι συνταρακτικό που κλόνισε την πίστη μου ότι η Δανία είναι ανεπτυγμένο κράτος. ΜΑΓΑΖΙ ΚΑΠΝΙΣΤΩΝ! Αν είναι δυνατόν! Κι όμως. Αυτοί οι υπανάπτυκτοι τύποι έχουν αφήσει τα «παραδοσιακά» μπαρ και καφενεία να επιλέγουν εάν είναι καπνιστών η όχι. Νομίζω κάπως λέγεται αυτό. Δημοκρατία εάν θυμάμαι καλά.

Ήπιαμε από 3 ποτά (που είναι πανάκριβα) για να συνέλθουμε από το πολιτισμικό σοκ αλλά ευτυχώς ο Τούρκος barman αναγνωρίζοντας την μεσογειακή μου προέλευση, καθάρισε.

Η συναυλία ήταν soldout. O κόσμος στον χώρο καθόταν ο ένας δίπλα στον άλλο. Το ευχαριστήθηκα πάρα πολύ. Ήταν όπως παλιά. Είχε αρκετούς αρκετούς Έλληνες που μετά την συναυλία γίναμε ένα παρεάκι και τα είπαμε για αρκετή ώρα.

Αργά το βράδυ πήγαμε στο ξενοδοχείο το οποίο έμοιαζε έρημο. Μάλιστα θυμάμαι μας έκαναν και δωρεάν αναβάθμιση θέσης. Μας βάλαν σε πολύ ωραία δωμάτια. Πολύ νωρίς το πρωί αναχωρήσαμε για το αεροδρόμιο και γυρίσαμε στην Ελλάδα για να περάσουμε τις επόμενες δύο εβδομάδες που ήταν κρίσιμες. Ακόμη αυτές περνάμε.

Idra Kayne

Η τελευταία live εμφάνισή μου πριν από το 2ο lockdown του σωτήριου έτους 2020 ήταν την Πέμπτη 3/9 που είχα την τιμή και χαρά να συμμετάσχω ως προσκεκλημένη μαζί με τους Χατζηφραγκέτα στην Ταράτσα του Φοίβου!

Μα, Idra, είσαι ούτως ή άλλως η Beyonce της Ελλάδας, τι εννοείς;

Μαγική βραδιά σ’ ένα κατάμεστο -με καθήμενους πάντα- Θέατρο Άλσος με το Φοίβο Δεληβοριά, το Θανάση Αλευρά, τη Νεφέλη Φασούλη, το Βύρωνα Θεοδωρόπουλο, τον Alex de Paris και τη φοβερή και τρομερή μπάντα του Φοίβου (Σωτήρης Ντούβας, Κωστής Χριστοδούλου, Yoe Soto και Κώστας Παντέλης). Το πιο όμορφο και μεγαλοπρεπές stage στο οποίο έχω ανέβει ποτέ, με υπέροχα φώτα, τέλειο ήχο, στο οποίο ένιωθα τουλάχιστον Beyonce της Ελλάδος και το πιο ονειρεμένο κοινό που τραγούδαγε και χειροκροτούσε με ενθουσιασμό όλο το βράδυ.

Ήταν πραγματικά μια βραδιά αγάπης!

Στάθης Δρογώσης

Η τελευταία συναυλία που συμμετείχα με κόσμο και εισιτήρια έγινε στις 10-09-2020 στο Μαρούσι στο Αίθριο θέατρο στα πλαίσια του φεστιβάλ Αμαρουσίου.

Το σχήμα μας είχε φτιάξει ο Νίκος Πορτοκάλογλου και συμμετείχαν οι Μπλε , η Αγάπη Διαγγελάκη , ο Βύρων Τσουράπης και η αφεντιά μου. Η παράσταση μας λεγόταν Juke Box και τον χειμώνα του 19 συμμετείχαν σε αυτή και τα Κίτρινα Ποδήλατα.

Μου φαίνεται σαν να έχουν περάσει χρόνια! Ο κόσμος τηρούσε αποστάσεις και φορούσε μάσκες. Στην αρχή υπήρχε μια αμηχανία αλλά μετά τραγουδούσαν δυνατά και ακουγόντουσαν κάτω από τις μάσκες. Το θέαμα από τη σκηνή ήταν σουρεαλιστικό.

Αλλά ο Νίκος είχε φτιάξει ένα τόσο δυνατό πρόγραμμα που τίποτα δεν σταματούσε τον κόσμο. Απογορευόταν ακόμα και το να χορέψεις. Μόνο χειροκρότημα. Βέβαια σε πολλά τραγούδια ο κόσμος σηκώθηκε και προσπάθησε να το ζήσει πιο έντονα. Εγώ θυμάμαι ότι ως ο πιο απαισιόδοξος της παρέας  είχα καταλάβει ότι θα ξαναέκλειναν τα πάντα και προσπαθούσα να παρατηρήσω την κατάσταση. Τραγούδησα δυνατά με πάθος και είπα μέσα μου ζήσε το γιατί θα κάνεις μήνες να ξαναδείς κόσμο σε συναυλία. Δυστυχώς είχα δίκιο.

Στην αρχή ακυρώθηκαν όλες οι συναυλίες ενώ τα θέατρα είχαν μια ελπίδα να ξεκινήσουν. Εκείνη την περίοδο έκανα κάθε μέρα πρόβα για μια θεατρική παράσταση της Πανούκλας του Καμύ. Σκηνοθετούσε η Σοφία Καράγιαννη και έπαιζαν 3 εξαιρετικοί ηθοποιοί ο Ιωσήφ Ιωσηφίδης , ο Δημήτρης Μαμιός και ο Κωνσταντίνος Πασσάς. Θα έπαιζα κι εγώ ζωντανά τη μουσική από τη σκηνή. Φυσικά ακυρώθηκε κι αυτό αφού έκλεισαν και τα θέατρα.

Ο φακός απαθαντίζει τον Δρογώση απορροφημένο από την μουσική του και παραδομένο σε αυτή

Στεναχωρήθηκα πολύ γιατί και το σχήμα του Νίκου αλλά και η παράσταση ήταν κάτι σαν επιστροφή για μένα μετά από καιρό ενδοσκόπησης και προβλημάτων προσωπικών.

Όμως από τις συνεργασίες αυτές ξαναβρήκα την πίστη στον εαυτό μου. Ο Νίκος και οι Μπλε και όλα τα παιδιά της μπάντας με έκαναν να ξαναλατρέψω τη μουσική μου. Και να βάλω εμπρός τον δίσκο μου. Αυτόν δουλεύω τώρα. Και οι πρόβες με την Σοφία και την ομάδα Γκαφ με ώθησαν να γράψω ακόμα και ορχηστρική μουσική. Και ξαναγάπησα το θέατρο.

Τελικά εκτός από το κοινό μου έχουν λείψει αφόρητα οι δημιουργικοί συνάδελφοί μου.

Ελπίζω να τελειώσει όλα αυτό το κακό γρήγορα και να εμβολιαστούμε όλοι και να σωθούν συνάνθρωποι. Δεν πρέπει να ξεχάσουμε όσους χάσαμε. Κουράγιο σε όλους. Θα ξαναβρεθούμε στις συναυλίες και στα θέατρα.

Αφεντούλα Ραζέλη

Και εκεί που (εσφαλμένα απ΄ό,τι φάνηκε εκ των υστέρων) πιστέψαμε τον προηγούμενο Οκτώβρη ότι μπαίνουμε σε μία κανονικότητα, κλείσαμε παραστάσεις στο μπαράκι της Διδότου…

Με μια καινούργια συνεργασία για μενα,με το Τρίο Κατάρα-το όνομα είναι παραλλαγή του Τρίο Κιτάρα, παλαιού γνωστού τρίο. Μεγάλη χαρά μου έδωσε αυτή η συνεργασία, καθώς η χημεία μας ήταν εξαιρετική…Βρέθηκα επί σκηνής με τρεις κιθαρίστες της νέας γενιάς,τον Κωστή Κωστάκη,τον Παναγιώτη Διαμάντη και τον Σωτήρη Λέτσιο.

Σε μία ατμόσφαιρα που σε πάει πίσω στο παλιό αστικό λαϊκό τραγουδι του ΄30,΄40 και ΄50,παντρεύοντας παράλληλα ηχοχρώματα και αρμονίες από άλλα μουσικά είδη, αλλά και δημιουργώντας νέα τραγούδια, συνδυάζοντας και αναμειγνύοντας παλιότερες με νεότερες μουσικές δομές νιώσαμε όμορφα επί σκηνής και εισπράξαμε το ίδιο από το κοινό.

Μια ανάσα για την Αφεντούλα πριν ξεκινήσει να τραγουδά το επόμενο κομμάτι

Με τα παιδιά, είχαμε κλείσει για τέσσερις Παρασκευές, αλλά προφτάσαμε μόνο τις τρεις τελικά εξ αιτίας των μέτρων για τον κοροναϊό.

Ζήσαμε πολύ όμορφες, διαδραστικές στιγμές με τους ανθρώπους που ήρθαν να μας ακούσουν,φίλους μουσικούς και τραγουδιστές,τραγουδούσαμε σαν να ήταν η τελευταία φορά…

Ειδικά την τελευταία βραδιά, τραγουδήσαμε, διασκεδάσαμε με ένταση και συγκίνηση, μιας και δεν ξέραμε πότε θα ξανατραγουδούσαμε πια… Θυμάμαι ιδιαίτερα στο κλείσιμο της παράστασης τον Στρατή  Καλαφατούδη να μας αποχαιρετά με φόρτιση,συγκίνηση σε ένα λόγο άκρως αληθινό και ποιητικό. Νιώθαμε ότι ήταν πολύ σπουδαίο όλο αυτό που μοιραζόμασταν εκείνη την στιγμή και ήταν όντως..

Μου λείπει αυτή η επαφή με τον κόσμο,που είναι ψυχοθεραπευτική,το σμίξιμο,οι αγκαλιές,τα χαμόγελα… Εύχομαι σύντομα πάλι να ξανασμίξουμε με την αίσθηση αυτή του οικείου,της χαράς και της δημιουργίας.

Μπάμπης Βελισσάριος

Έχει ήδη περάσει ένας χρόνος από την αναστολή της καθημερινότητας για όλους, αυτής της νέας πραγματικότητας στην οποία καλούμουν να προσαρμοστώ κι εγώ όπως και όλοι γύρω μου. Ομολογώ πως στάθηκε δύσκολο να διαχειριστώ το γεγονός ότι μετά από τρεισήμισυ μήνες σκληρής δουλειάς, προβών και αγωνίας, προλάβαμε να πραγματοποιήσουμε μόνο 9 από τις 70 προγραμματισμένες παραστάσεις της υπερπαραγωγής «Moby Dick».

Ήταν εξίσου δύσκολο να αποδεχτώ ότι μετά από σχεδόν 20 χρόνια, το καλοκαίρι του 2020, ήταν το πρώτο που δεν τραγούδησα καθόλου, καθώς ακυρώθηκαν τα πάντα, συναυλίες, παραστάσεις, Ηρώδειο, φεστιβάλ.

Από τη μία μεριά, βρισκόταν η ανάγκη μου να τραγουδήσω, να συνδεθώ με άλλους μουσικούς, τραγουδιστές, η επαφή με το κοινό μέσω της μουσικής, που μου δημιουργούσε έντονα και πρωτόγνωρα συναισθήματα στέρησης. Και από την άλλη μεριά, η ανησυχία και αγωνία πολλών συναδέλφων, οι οποίοι έρχονταν αντιμέτωποι με τα όριά τους οικονομικά και ψυχολογικά.

Ο Μπάμπης Βελισσάριος μεταμορφώνεται μέσα από και για την τέχνη του: Από το Μέγαρο Μουσικής, μέχρι το μικρότερο κουτούκι, δίνει ψυχή

Ένιωθα λοιπόν την ανάγκη να σπάσω την ασυνέχεια του χρόνου. Ως λυτρωτική δραπέτευση απ’ το δυσβάσταχτο παρόν ήταν ένας χώρος όπου μαζί με 5 φίλους θα παίζαμε μουσική, θα κάναμε ένα γλέντι όπως παλιά, δίχως ενίσχυση στον ήχο, «σκέτα»… και με τον κόσμο που θα μπορούσε να έρθει να γίνουμε μια παρέα, χωρίς το “βάρος” της διασκέδασης, αλλά με τη χαρά της ψυχαγωγίας. Με αυτό τον τρόπο ήθελα να προσφέρω συγκίνηση στους γύρω μου ταυτόχρονα γεμίζοντας το δικό μου κενό, δίνοντας πρώτες βοήθειες στο παιδί που είχα μέσα μου.

Ο χώρος βρέθηκε στον υπέροχο κήπο, στην πλατεία, στη ΓωΓώ (GoGo Tastybar). Τα τραπέζια της πλατείας, πολύ λίγα τελικά για να χωρέσουν όλους όσους ήρθαν στην πρώτη μας εμφάνιση. Ένιωθα την ανάγκη του κόσμου να χαλαρώσει, να ξεχαστεί, να τραγουδήσει, ενώ δεν είχα καμία αμφιβολία ότι θα ξεκλείδωνε το συναίσθημα και του τελευταίου ακροατή που θα γινόταν ένα με μας, τους μουσικούς, που παίξαμε κατ’ αρχήν, μετά από τόσους μήνες, για την δική μας εσωτερική ανάγκη δημιουργίας.

Περάσαμε όλοι τόσο όμορφα και προλάβαμε να το επαναλάβουμε 4-5 φορές πριν μας βρει ο δεύτερος εγκλεισμός. Θα ήθελα πολύ να σταθώ σε δύο ωραίες συγκυρίες, που με φυσικό τρόπο ήρθαν να υπογραμμίσουν την καλοπροαίρετη πρόθεσή μου. Πρώτον και καλύτερο είναι η πολύτιμη επικοινωνία με τους αγαπημένους φίλους και συνάδελφους Βασίλη Μασσαλά, Ντίνο Χατζηιορδάνου, Ευαγγελία Μαυρίδου και Μαρία Φασουλάκη, και δεύτερον, στο κοινό μας εκείνες τις βραδιές, που αφουγκραζόταν τη μουσική, χωρίς να μιλούν μεταξύ τους, αλλά μόνο τραγουδώντας μαζί μας.

Τους ευχαριστώ όλους κι ανυπομονώ να ξαναβρεθούμε.

Χαρούλα Τσαλπαρά

Ψάχντοντας να θυμηθώ ποιο ήταν το τελευταίο μου live πριν το δεύτερο lockdown, ασυναίσθητα τα δάχτυλά μου άρχισαν να ψάχνουν το ημερολόγιο στο κινητό, σκρολάροντας μήνες. Μάρτιος, Φεβρουάριος, Γενάρης, Δεκεμβρης, νοέμβρης. Πάνε μήνες. Όλος ο χειμώνας! Οι αμυγδαλιές ανθήσαν, οι νερατζιές κοντεύουν. Τελοσπάντων. Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά, Απόκριες, τίποτα…πίσω στο ημερολόγιο.

Πριν τη δεύτερη καραντίνα λοιπόν, ανακάλυψα ότι βρισκόμουν κάπου έξω από το Μάλμε της Σουηδιας, σχεδόν μια βδομάδα στον ίδιο χώρο διαμονής, αφού ακυρώθηκαν τα δυο προτελευταία λαιβ της περιοδείας. Βρισκόμασταν εκεί με το μουσικό σχήμα The fried days: Την Ειρήνη Ζώγαλη, την Αθηνά Λαμπίρη και τη Λίνα Αλατζίδου.

Πίσω λοιπόν στο τελευταίο live πριν το δεύτερο lockdown, το απόγευμα που θα παίζαμε βρίσκει εμένα και την Ειρήνη πάνω στο stage, να ρυθμίζουμε τον ήχο. Μετά από έντονο άγχος και ερωτηματικά για το πώς μπορεί να λειτουργεί μια κονσόλα  που δεν είχαμε ξαναδεί ποτέ σε χώρο που επισκεπτόμασταν για πρώτη φορά – εστιατόριο του μουσειακού χωριού Βίκινγκς στο οποίο φιλοξενούμασταν – αλλάξαμε γρήγορα ρούχα και μέχρι να γυρίσουμε όλα ήταν σχεδόν έτοιμα για τη συναυλία μας.

Τα τραπέζια είχαν γεμίσει με κόσμο και παρά το γεγονός ότι κάποιοι είχαν ακυρώσει τις κρατήσεις τους λόγω φόβου για τον κοροναϊο, οι περισσότεροι ήταν εκεί. Το πρώτο μέρος της βραδιάς κύλησε σε σχετικά ήρεμους τόνους, προσωπικά ένιωθα περισσότερο σαν να επαναφέρουμε αναμνήσεις άλλων βραδιών, από εποχές που οι άνθρωποι ένιωθαν λιγότερο μουδιασμένοι και κρύοι.

Αν δεν έχετε δει live την Χαρούλα Τσαλπαρά μέχρι στιγμής, σπεύσατε μετά την καραντίνα!

Το δεύτερο μέρος του live μας έληξε πολύ πιο ζεστά, σχεδόν θριαμβευτικά δεδομένης της κατάστασης. Βρεθήκαμε να παίζουμε τελευταίες παραγγελίες για κάτι πιο «εύθυμο», μιας και είχε πέσει η γνωστή ατάκα από πελάτισσα, ότι «γιατί όλα τα τραγούδια που παίζετε είναι λυπητερά;». Η ξανθιά προαναφερθείσα έφτασε στο τέλος να έχει ανεβεί στο stage ξυπόλυτη και να μας έχει πάρει αγκαλιά την ώρα του τελευταίου τραγουδιού, κραδαίνοντας το μπουκάλι της ατομικής της μπίρας. Αγνοούσε πανηγυρικά τον άντρα της που την περίμενε όρθιος να φύγουν, σπρώχνοντας το καρότσι του μωρού. Όταν το τραγούδι τελείωσε, μας έλεγε ξανά και ξανά ευχαριστώ με συγκίνηση και σχεδόν δάκρυα στα μάτια.

Μετά από όλα αυτά, γύρισα στην προσωρινή μας κατοικία ζεστή και χαρούμενη. Η κοπέλα αυτή ήταν άλλη μια φορά η απόδειξη για το πόσο βαθιά και άμεση επικοινωνία φέρνει η ζωντανή μουσική κι αυτό που κάνουμε. Για να μιλήσεις χωρίς λόγια και να πεις τα ανείπωτα, για να συντονιστείς στην ίδια συχνότητα με τους άλλους, τον κόσμο, να γίνεις ένα.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο