«Μην γυρίσεις μόνη σου αργά το βράδυ, μπορεί να συμβεί κάτι κακό, κάποιος να σου επιτεθεί, να σε βιάσει…».

Ποτέ κανείς δεν μας μίλησε όμως για την έννοια της συναίνεσης, για το δικαίωμα στο «όχι».

Το «κακό» όμως δεν συνέβη στο δρόμο, ούτε σε κάποιο σκοτεινό δρομάκι. Ήταν μέρα μεσημέρι, σε κλειστά γραφεία, σε φωτεινούς λόφους…

Και σίγουρα καμιά δεν ήταν μόνη της.

Οι πιο γενναίες από εμάς μίλησαν για αυτό σε κάποιον δικό τους. Οι ακόμα πιο γενναίες βγήκαν να το καταγγείλουν δημόσια και να δώσουν όνομα στον «δράκο» τους.

Η Άννα γύρισε πίσω στην τραγική εκείνη νύχτα το καλοκαίρι του 2008. Την ημέρα που ένιωσε «σχεδόν ανακούφιση που έζησε» μετά τον βιασμό της, την ημέρα που ένιωθε ότι μπορεί να το είχε προβλέψει, την ημέρα που δεν θα ξεχάσει ποτέ.

«Εγώ σήμερα θα σε γαμήσω»

Τον γνώρισα σε κοινή παρέα τις Απόκριες του 2008. Ήταν πολύ όμορφος, είχε πλάκα και με προσέγγισε πολύ χαριτωμένα. Μου άρεσε. Πολύ. Αρχίσαμε να βρισκόμαστε. Κάναμε περιστασιακά σεξ, δεν είχαμε κάτι «σοβαρό» που λένε και οι κήνσορες. Κάποια στιγμή κι ενώ είχαμε να συναντηθούμε κάνα δυο βδομάδες, βρεθήκαμε στο ίδιο μαγαζί γιατί έπαιζαν κοινοί γνωστοί. Πήγα να χαιρετίσω, ήταν μεθυσμένος κι άρχισε να με βρίζει από το πουθενά. Δεν είχε μεσολαβήσει τίποτα απολύτως. Σοκαρίστηκα, έφυγα και αποφάσισα να μην ξανασχοληθώ. Ακολούθησε ένα μπαράζ από χιλιάδες τηλεφωνήματα για μέρες, που δεν τα σήκωνα. Σε ένα από αυτά, απάντησα και του είπα να σταματήσει να παίρνει γιατί δεν είχαμε τίποτα να πούμε, είχα ξενερώσει, ας το αφήσουμε. Μου είπε ότι νιώθει άθλια που μίλησε έτσι και με παρακάλεσε να το συζητήσουμε. Μου είπε ακόμη ότι του έχουν φερθεί πάρα πολύ άσχημα στο παρελθόν, ότι μόνο εγώ μοιάζω να νοιάζομαι και ότι είναι μαλάκας αλλά «είχε πιει» και δεν ξέρει γιατί το έκανε αυτό. Ότι θέλει να ζητήσει συγγνώμη. Ότι δεν ήθελε να το χαλάσει όλο γιατί περνούσαμε καλά. Του είπα ότι δεν έχει κάποιο νόημα αυτή η κουβέντα. Επέμενε. Μάσησα. Δέχτηκα να βρεθούμε γιατί «μόνο να σου μιλήσω θέλω, σε ικετεύω».

Ήταν Ιούλιος. 23 Ιουλίου 2008.

Πήγα σπίτι του. Ήταν μεθυσμένος και έγινε γρήγορα εριστικός. Σηκώθηκα να φύγω, πήγε να με φιλήσει, του είπα ότι δεν θέλω, θέλω να πάω σπίτι μου. Μου είπε «δεν παίζει, εγώ σήμερα θα γαμήσω». Πήγα προς την πόρτα, με έπιασε από πίσω και άρχισε να με χτυπάει. Όσο αντιστεκόμουν τόσο αγρίευε. Με βίασε. Όταν τελείωσε με κλώτσησε και μου είπε «φύγε καριόλα, είμαι πρωινός, θέλω να κοιμηθώ». Ένιωθα σχεδόν ανακούφιση που ζούσα. Έφτασα στην πόρτα και ήταν κλειδωμένη. Τα κλειδιά δεν ήταν πάνω. Νομίζω εκεί απασφάλισα, τρελάθηκα, ήμουν παγιδευμένη, ένιωσα ότι θα με σκότωνε. Άρχισα να ουρλιάζω, μου πέταξε γελώντας τα κλειδιά που τα είχε κρύψει σε ένα συρτάρι. Βγήκα στον δρόμο με σκισμένα ρούχα, ήταν ερημιά, μέχρι να βρω ταξί θυμάμαι δεν συνάντησα ούτε σκύλο. Έκλαιγα ασταμάτητα με λυγμούς. Ο ταρίφας είμαι σίγουρη ότι θα με θυμάται για όλη του τη ζωή. Ήρθα σπίτι κι έκανα μπάνιο με μανία, όπως βλέπεις στις ταινίες. Ένιωθα ότι μπορούσα να το έχω προβλέψει. Ότι μπορούσα να το έχω αποτρέψει. Ότι είχα δείγματα και ότι φταίω που πήγα. Ντροπή παραδόξως δεν ένιωσα, ούτε τότε, ούτε μετά.

Καταγγελία δεν έκανα ποτέ. Δεν ξέρω αν μετανιώνω. Μέχρι εκεί μπορούσα. Μέχρι εκεί άντεχα τότε. Δεν θα απολογηθώ για αυτό σε κανέναν μαλάκα με υψωμένο δάχτυλο. Ο πατέρας του ήταν δικηγόρος. Το είδα όλο στα προσεχώς. Την επιχείρηση – διαπόμπευση. Τα «τι δουλειά είχες σπίτι του». Τα «έλα που δεν ήθελες, τότε γιατί πήγες». Ήθελα μόνο να το αφήσω πίσω. Να πάω παρακάτω. Μίλησα σε όλους μου τους φίλους σχεδόν αμέσως. Οι άντρες αντέδρασαν αμήχανα και ενοχικά, κάπως σαν να ντρέπονταν για το φύλο τους.  Μια «φίλη» που θεωρούσα και κοντινή μου τότε, (γιατί έχω και «εξαιρετικό» κριτήριο ενίοτε), μου είπε «νταξει έφταιγες κι εσύ βέβαια που πήγες, τώρα ξέχνα το, πες ότι ήταν ένα κακό σεξ…». Ο βιασμός δεν είναι σεξ. Και όχι δεν έφταιγα. Και όχι δεν το ξέχασα. Μαλακισμένη.

Οι κοντινοί μου άνθρωποι ξέρουν. Είχα στήριξη, πήρα πολλή αγάπη από τους δικούς μου ανθρώπους, ένιωσα ασφάλεια ξανά. Ένας πρώην μου, που το έμαθε τον έψαχνε να τον βρει να του σπάσει κυριολεκτικά τα πόδια, του είχε γίνει σχεδόν εμμονή, ένιωθε ότι έφταιγε κι αυτός μόνο και μόνο γιατί ήταν άντρας. Αλλά εγώ δεν ήθελα να λερώσω τα χέρια μου, καμία εκδίκηση δεν θα με έκανε να νιώσω καλύτερα. Καμία εκδίκηση δεν θα ισοφάριζε αυτό που είχε συμβεί. Ήθελα μόνο να πάω παρακάτω. Και πήγα. Με τραύματα, με πληγές, με κουσούρια, αλλά πήγα.

Δεν νιώθω μίσος πια, δεν νιώθω τίποτα. Ούτε φόβο νιώθω. Δεν ξέρω αν αυτό είναι νίκη ή ήττα, νιώθω μόνο τυχερή που επιβίωσα. Γιατί άλλες δεν τα κατάφεραν. Να μην είστε σιχάματα, να μην κατηγορείτε τα θύματα. Άλλη αντέχει να μιλήσει, άλλη δεν θα βρει ποτέ το κουράγιο. Καμία ωστόσο δεν θα ξεχάσει. Ποτέ.

Σύμφωνα με στοιχείς της Γενικής Γραμματείας Ισότητας των Φύλων, το 2019 217 γυναίκες κατάφεραν να βρουν την δύναμη και να φτάσουν μέχρι την πόρτα των αρχών για να καταγγείλουν τον βιασμό τους, ενώ καταγράφτηκαν 32 περιστατικά αδικημάτων προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας στα πλαίσια της ενδοοικογενειακής βίας.

Ωστόσο, οι αριθμοί αυτοί εκτιμώνται μεγαλύτεροι, δεδομένου ότι πολλά θύματα φοβούνται να μιλήσουν για τις προσωπικές τους ιστορίες, πόσο δε μάλλον να καταφύγουν στις αρχές.

«Θα μπορούσα να σε σκοτώσω»

«Πολλές φορές θεωρούμε ότι οι βιαστές είναι κάτι τέρατα με δύο κεφάλια» μου εξηγεί η Ειρήνη Γαϊτάνου, υπεύθυνη εκστρατειών του ελληνικού τμήματος της Διεθνούς Αμνηστίας, «ενώ στη  συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων είναι άνθρωποι από το κοντινό περιβάλλον των θυμάτων, συνεπώς είναι πιο δύσκολη η πίεση για να βγει μια γυναίκα να το καταγγείλει πόσο μάλλον όταν θα αντιμετωπίσει μια αναστροφή που θα πρέπει να απαντήσει αν είχε οποιαδήποτε ευθύνη για το γεγονός ότι βιάστηκε».

«Δυστυχώς, υπάρχουν αρκετά περιστατικά όπου τα θύματα δεν καταγγέλλουν τον εξαναγκασμό στον οποίο έχουν υποκύψει λόγω φόβου» αναφέρει στο in.gr η υφυπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, αρμόδια για τη Δημογραφική Πολιτική και την Οικογένεια, Μαρία Συρεγγέλα, και μέχρι πρότινος Γενική Γραμματέας Οικογενειακής Πολιτικής και Ισότητας των Φύλων.

«Πολλές γυναίκες φοβούνται να μιλήσουν για την οδυνηρή εμπειρία τους και προσπαθούν να την ξεχάσουν, αλλά αυτό είναι αδύνατον. Η σεξουαλική κακοποίηση «τραυματίζει» ολόκληρη τη ζωή των γυναικών και δεν μπορεί να σβηστεί από τη μνήμη και το σώμα των θυμάτων» εξηγεί.

Η Όλγα δεν ξέχασε και δεν έπαψε ποτέ να μιλάει για τον βιασμό της, ενώ τις φωτογραφίες της κακοποίησής της δεν τις έσβησε ποτέ.

Ήμασταν μαζί δύο χρόνια, μέναμε μαζί. Χωρίσαμε όταν άρχισε να γίνεται λεκτικά βίαιος, ή όταν τελικά το διαπίστωσα εγώ. Μετά τον χωρισμό βρισκόμασταν ενίοτε, αλλά έπειτα από ένα επεισόδιο ζήλιας (με κατηγόρησε για πολλοστή φορά ότι πήγα με άλλον), αποφάσισα να πάω πλέον να πάρω τα πράγματά μου.

Με κλείδωσε στο σπίτι και με χτυπούσε για πολλές ώρες. Θυμάμαι ότι σταμάτησε όταν είχε αρχίσει να ξημερώνει. Κοπανούσε το κεφάλι μου στα πλακάκια του μπάνιου, είχε προσέξει πολύ που θα βαρέσει για να μην έχω σημάδια στο πρόσωπο. Νομίζω πως κάποια στιγμή λιποθύμησα, έχω ένα κενό, μπορεί να ήταν απλώς μία διάσειση, δεν ξέρω. “Απλώς”… Μου έλεγε ότι με αγαπάει και βαρούσε. Με έφτυσε. Με κατούρησε…

Όταν σταμάτησε, ζήτησα να κάνω ένα μπάνιο, για να σκεφτώ πώς θα φύγω. Άνοιξε η κουρτίνα, είχε στρίψει ένα τσιγάρο χασίς, μου έδωσε να καπνίσω και με κόλλησε στον τοίχο. Αν έλεγα όχι, θα με χτυπούσε πολύ και ξανά. Δεν είπα τίποτα. Έκλαιγα, όμως.

Δε με άφησε να φύγω. Με ρώτησε αν θέλω ένα ηρεμιστικό “επειδή πιέστηκα». Δεν είχα πιεστεί, ο άνθρωπος που αγαπούσα όσο κανέναν με έσπασε στο ξύλο και με βίασε. Ήθελε να κοιμηθούμε μαζί. Ανέβηκε πάνω μου και με βίασε ξανά. Κοιμήθηκε, εγώ όχι.

Την επόμενη μέρα κατάφερα να φύγω. Στο τμήμα μου είπαν με απόλυτη κατανόηση και ειλικρίνεια -αυτό θα το θυμάμαι για πάντα- ότι δυστυχώς η διαδικασία της δικαίωσης είναι χαμένος κόπος. Ήμουν γεμάτη μελανιές. Πριν έξι χρόνια δεν είχαμε εξοικειωθεί με την ιδέα του βιασμού από ερωτικό σύντροφο, ήταν ακόμη πιο δύσκολο να βγάλω άκρη.

Δεν έπαψα ποτέ να μιλάω για αυτό, αλλά είναι η πρώτη φορά που μιλάω με όλες τις λεπτομέρειες.

Δεν θα κλείσει ποτέ η πληγή του και δεν θα τον συγχωρήσω, για όσο ζω θα παραμένει ο χειρότερος άνθρωπος που πέρασε από την ζωή μου. Το αγαπούσα πάρα πολύ κι αυτό τα κάνει όλα χειρότερα.

Την επόμενη μέρα σήκωσα ένα από τα χιλιάδες τηλέφωνα που έπαιρνε. Έκλαιγε, ζητούσε συγγνώμη, παραδέχτηκε ότι “θα μπορούσα να σε σκοτώσω” και “σε βίασα”. Λίγο καιρό αργότερα, θα έλεγε ότι τον κυνηγούσα κι ότι λέω ψέματα.

Έχω ακόμα τις φωτογραφίες με τις μελανιές μου.

Να μπει τέλος στον κοινωνικό στιγματισμό

Οι γυναίκες αυτές βρήκαν το θάρρος να σπάσουν τη σιωπή τους μετά την χιονοστιβάδα αποκαλύψεων που ακολούθησε με αφορμή τη δύναμη της Σοφίας Μπεκατώρου να μιλήσει για τον βιασμό της.

«Η ολυμπιονίκης Σοφία Μπεκατώρου συγκλόνισε το πανελλήνιο μιλώντας δημόσια, με δύναμη και θάρρος, για τη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη. Ευχόμαστε να βρουν κι άλλες γυναίκες το θάρρος να «σπάσουν» τη σιωπή τους και να καταγγείλουν συμπεριφορές σεξουαλικής παρενόχλησης και κακοποίησης που έχουν βιώσει» αναφέρει η κ. Συρεγγέλα.

«Οι γυναίκες – θύματα σεξουαλικής κακοποίησης δεν αποκαλύπτουν την αλήθεια γιατί γνωρίζουν ότι θα έρθουν αντιμέτωπες με την καχυποψία, την περιφρόνηση και τον κοινωνικό στιγματισμό. Πρέπει να βάλουμε ένα τέλος σε αυτό. Ολόκληρη η ελληνική κοινωνία πρέπει να βοηθήσει τα θύματα να μιλήσουν και να ξεπεράσουν τα «τραύματά» τους» εξηγεί.

«Οι γυναίκες πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι δεν ευθύνονται για τη σεξουαλική κακοποίηση. Πρέπει να πιστέψουν ξανά στον εαυτό τους και να επανακτήσουν την αυτοπεποίθησή τους. Μπορούν, δε, να αναζητήσουν βοήθεια από τις δομές της Γενικής Γραμματείας Δημογραφικής και Οικογενειακής Πολιτικής και Ισότητας των Φύλων, καλώντας στην τηλεφωνική γραμμή SOS 15900 ή στα 42 Συμβουλευτικά Κέντρα που υπάρχουν σε όλη τη χώρα. Ψυχολόγοι και κοινωνικοί λειτουργοί βρίσκονται στο πλευρό των γυναικών – θυμάτων και τις βοηθούν να αλλάξουν σελίδα στη ζωή τους».

«Είχα πάρει απόφαση ότι θα τον σκοτώσω»

Σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά και η Μαρία  δεν μπορεί να διαγράψει από τη μνήμη της το καλοκαίρι του 2015, όταν ήταν ακόμα 21 ετών.

Το περιστατικό διαδραματίστηκε σε κάμπινγκ γνωστής οργάνωσης, η οποία μετά φαίνεται δυστυχώς να επιχείρησε όχι μόνο να «κάνει τα στραβά» μάτια αλλά ακόμα και να συγκαλύψει την δράστη.

Το 2014 ο θύτης, έχοντας τον ρόλο του υπευθύνου, είχε ήδη δείξει σεξιστική συμπεριφορά προς το πρόσωπό της κάνοντάς της χυδαία σχόλια με αποκορύφωμα όταν τον άκουσε να της λέει ότι «θέλω να μπω ανάμεσα στα σκέλια σου».

Στο ενδιάμεσο, το 50χρονος, της έστελνε συνεχώς μηνύματα ενώ μάλιστα δεν δίστασε να της στείλει ακόμα και εισιτήρια, ζητώντας της να πάνε μαζί ταξίδι.

Η Μαρία κατήγγειλε το περιστατικό στην οργάνωση η οποία τη συμβούλεψε απλώς να μην απαντάει στα μηνύματα.

Το καλοκαίρι εκείνο στο καμπ προσπαθούσε συνεχώς να βρεθεί μόνος στον ίδιο χώρο μαζί της. «Είχε έρθει με τον γιο του, πόσο ξεδιάντροπος μπορεί να είναι» σκέφτηκε η Μαρία.

Ένα μεσημέρι η Μαρία πέφτει για ύπνο. Στο δωμάτιο βρισκόταν και ένας παλιός ανεμιστήρας ο οποίος έκανε αρκετό θόρυβο, αρκετός για να καλύψει ήχους.

Χωρίς να το καταλάβει, ο 50χρονος κατάφερε να μπει στο δωμάτιο. Ξαφνικά βρέθηκε από πάνω της και άρχισε, όπως μου λέει, της μιλάει με παιδική φωνή.

«Ήμουν μπρούμυτα. Μου έλεγε, ‘’μην κλαις, θα σ’ αρέσει’’. Τον κλωτσάω. Μάλλον κοκάλωσε. Το λέω κατευθείαν σε κάποια άτομα και σε υπεύθυνους, όμως κανείς τότε δεν ασχολήθηκε».

Η Μαρία δεν κοιμήθηκε καθόλου μέχρι που ήρθε η επόμενη μέρα. Ζήτησε από κάποιον υπεύθυνο να έχει το νου του, καθώς ζούσε με τον φόβο ότι ο 50χρονος θα μπορούσε να επιχειρήσει ξανά το ίδιο.

«Σκέφτηκα να φύγω αλλά θεώρησα πως ήταν απλώς ένα μεμονωμένο περιστατικό. Δεν σκεφτόμουν με τα μυαλά που έχω σήμερα».

Την επόμενη μέρα ακολούθησε το ίδιο σκηνικό. «Είχα έναν βαθύ ύπνο, καθώς δεν είχα κοιμηθεί καθόλου. Ξαναμπήκε στο δωμάτιο και έκανε ξανά το ίδιο, αυτή τη φορά που βίαια. Άρχισε να με γλύφει στο σώμα. Φορούσα ένα σορτσάκι που είχα για τον ύπνο και έχωσε τη γλώσσα του. Είχα τρομάξει πάρα πολύ. Πίεζε το κεφάλι μου στο μαξιλάρι» μου περιγράφει η Μαρία με τη φωνή της πλέον να τρέμει.

«Δεν ξέρω τι ήταν αυτό που τον σταμάτησε, από τους λυγμούς μου μάλλον φοβήθηκε. Βγήκα έξω κλαίγοντας και το είπα σε κάποιες κοπέλες».

Ο 50χρονος πήρε το αυτοκίνητό του, εξαφανίστηκε και επέστρεψε μετά από λίγες ώρες.

«Πήγα στην κουζίνα. Από την υπερένταση άρχισα να καθαρίζω τα πάντα. Κρατούσε μπροστά μου ένα μαχαίρι, είχα πάρει απόφαση ότι θα τον σκοτώσω αν έρθει και με ξανακουμπήσει».

Ο 50χρονος χωρίς ίχνος ντροπής εμφανίστηκε ξανά, έτοιμος για ακόμα μια φορά να παραβιάσει το σώμα της. Κόλλησα το σώμα του πάνω στο δικό της και ήταν έτοιμος να ξεκουμπώσει το παντελόνι του, αλλά τον σταμάτησε η παρουσία μιας κοπέλας που μόλις εισέβαλε στον χώρο.

Η Μαρία τους επόμενους μήνες που ακολούθησαν προσπάθησε να «ανοίξει» το περιστατικό όσο το περισσότερο δυνατό. Όμως, όπως λέει, υπήρχε μια ανοχή στο πρόσωπό τους, στα «αστειάκια» του και τις «γνωστές πρακτικές του».

Σε κάθε της προσπάθεια να μιλήσει για το γεγονός, οι αντιδράσεις ήταν απογοητευτικές.

Για τους ακροατές της ήταν «η κοπέλα που πίνει, που φοράει κοντά σορτσάκια, προκλητικά μαγιό, που γελάει με όλους».

Ηταν «η τρελή», εκείνη που «είχε σχέση μαζί του και ήθελε να τον εκδικηθεί γιατί την χώρισε», αυτή που «σίγουρα κάτι θα έκανε για να τον προκαλέσει».

Σίγουρα, όπως μου λέει, αν της συνέβαινε κάτι παρόμοιο σήμερα, θα πήγαινε στις αρχές, όπως θα έλεγε σε κάθε θύμα να κάνει.

Χωρίς συναίνεση είναι βιασμός

Η διάταξη του ποινικού κώδικα ο οποίος άλλαξε πριν ενάμιση χρόνο, ο οποίος για πρώτη φορά στην Ελλάδα περιλαμβάνεται η διατύπωση ότι το σεξ χωρίς συναίνεση είναι βιασμός. Πρόκειται, σύμφωνα με την κ. Γαϊτάνου, για μια πολύ σημαντική αλλαγή στο πλαίσιο μιας ευρύτερης διεργασίας σε πάρα πολλές χώρες του κόσμου καθώς λίγες χώρες μέχρι τώρα έχουν μια τέτοια διάταξη.

Μετά την Ελλάδα ακολούθησαν κι άλλες χώρες και αποτελεί μια σαφή στάση της κατοχύρωσης στα νομικά πλαίσια ότι το σεξ χωρίς συναίνεση είναι βιασμός.

«Αυτό ωστόσο δεν αρκεί» μου τονίζει «και είναι κάτι που λέγαμε και από τότε που κάναμε και την εκστρατεία για την αλλαγή αυτή, του νομικού ορισμού του βιασμού και για αυτό ακριβώς επιμένω στο γιατί ο ποινικός κώδικας δίνει ένα ευρύτερο πλαίσιο. Δεν αφορά ακριβώς τη συγκεκριμένη εφαρμογή του».

Σε ότι αφορά την ίδια τη διάταξη του ποινικού κώδικα τότε του άρθρου 336 υπήρξαν προβλήματα και στην ίδια τη διατύπωση εκείνη, καθώς έβαζε μια τέτοιου τύπου γενική κατεύθυνση που αναγνώριζε για πρώτη φορά ότι το σεξ χωρίς συναίνεση είναι βιασμός, ωστόσο δεν όριζε ακριβώς το τι σημαίνει αυτό παρά μόνο περιέγραφε μια γενική κατεύθυνση.

Τότε η συγκεκριμένη διάταξη επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ άλλαξε τελευταία μέρα στη Βουλή αμέσως πριν την ψήφιση του ΠΚ.

«Υπήρχε μια διάταξη που δεν προέβλεπε την έννοια της συναίνεσης ως κεντρική για τον ορισμό του βιασμού και το γεγονός ότι άλλαξε τελευταία στιγμή έδωσε τη δυνατότητα στην διατύπωση να είναι πλήρης.

»Το πρωτεύον ωστόσο ήταν ότι αυτό είναι ένα πρώτο βήμα σε μια ολόκληρη πορεία που όφειλε να ακολουθηθεί και την οποία δεν έχουμε δει να ακολουθείτε ως σήμερα και αποτέλεσμα της οποίας είναι και όλα αυτά τα περιστατικά που έρχονται στο φως τις τελευταίες μέρες με το απίστευτο θάρρος και δύναμη των γυναικών που βγαίνουν και καταγγέλλουν σεξουαλικές παρενοχλήσεις, κακοποιήσεις και μην απόδοση δικαιοσύνης.

Πολύ σημαντικό να μπορούν να ακολουθηθούν νομικά μονοπάτια αλλά και η συνολική αλλαγή νοοτροπιών μέσα στην ελληνική κοινωνία» εξηγεί η κ. Γαϊτάνου.

Τι σημαίνουν οι αλλαγές αυτές

Σύμφωνα με την κ. Γαϊτάνου, είναι σημαντική μια παρακολούθηση της εφαρμογής του νόμου αυτού – και αυτό είναι κάτι το οποίο αντίθετα μάλιστα αρκετούς μήνες μετά τη ψήφιση του νέου ορισμού είχαμε αρκετές καταγγελίες από δικηγόρους ότι δεν έχει αρχίσει να εφαρμόζεται και ότι δεν υπάρχει και η στοιχειώδης εκπαίδευση στους αρμόδιους φορείς – την αστυνομία, το δικαστικό σώμα – για το τι σημαίνει η αλλαγή αυτή.

«Πρακτικά η αλλαγή αυτή σημαίνει ότι μια γυναίκα που ακολουθεί τη νομική οδό δεν χρειάζεται πλέον να αποδείξει ότι έχει υποστεί σωματική βία για να ασκηθεί δίωξη για βιασμό» αναφέρει.

«Με τον προηγούμενο νόμο ήταν αναγκαία η απόδειξη φυσικής βίας – το οποίο σήμαινε φυσικά, σημάδια βίας πάνω στη γυναίκα, το οποίο σήμαινε μια πάρα πολύ ψυχοφθόρα διαδικασία, όπου το θύμα σε ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα όφειλε να ξεπεράσει όλα τα ψυχολογικά βάρη, να πάει στο νοσοκομείο, να τα δει ιατροδικαστής να τα καταγράψει.

»Ο νόμος δηλαδή υπονοούσε πως όφειλαν να υπάρχουν σημάδια βίας ενώ στην πραγματικότητα στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων των βιασμών δεν έχουμε αυτό που έχουμε στο μυαλό μας σαν κλασικό πρότυπο βιασμού».

Το 70% ‘’παγώνουν’’ κατά τη διάρκεια ενός βιασμού

Όπως έχουν αποδείξει διεθνείς μελέτες, το 70% των γυναικών ‘’παγώνουν’’ κατά τη διάρκεια ενός βιασμού το οποίο σημαίνει πρακτικά ότι δεν αντιστέκονται το οποίο σημαίνει ότι μπορεί να μην έχουν εμφανή σημάδια σωματικής βίας.

Η αλλαγή του νόμου κατά βάσει σήμαινε ότι δεν χρειαζόταν να προσκομιστούν ως αποδεικτικά στοιχεία φυσικής βίας ώστε να μπορεί να διωχθεί μια πράξη ως βιασμός.

«Αυτό σήμερα συνθετικά έχει αλλάξει, όχι όμως τόσο πρακτικά και δεν θα αλλάξει αν δεν υπάρξει μια στοιχειώδης εκπαίδευση σε όλα τα όργανα που εμπλέκονται σε μια τέτοια δίωξη – από την αστυνομία μέχρι το δικαστικό σώμα» υπογραμμίζει η κ. Γαϊτάνου.

«Δεν υπάρχουν οι αρμόδιοι φορείς σε εκτεταμένο πλαίσιο και μια γενικότερη καμπάνια ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης των γυναικών και της κοινωνίας που θα μπορούσε μια γυναίκα να καταγγείλει ένα τέτοιο περιστατικό.

»Υπάρχει η γραμμή 15900 η οποία δεν είναι γνωστή στην πλειοψηφία των γυναικών ενώ δεν υπάρχουν συγκεντρωμένα στατιστικά στοιχεία γύρω από την έμφυλη βία, υπό κρατική μέριμνα, το οποίο θα αναδείκνυε την σοβαρότητα του ζητήματος».

Το victim blaming

«Η έμφυλη βία συνοδεύεται από μια πολύ συνολική κουλτούρα την οποία την βλέπουμε στην ελληνική κοινωνία και την είδαμε και με αφορμή και τις τελευταίες καταγγελίες αυτών των ημερών: μια κουλτούρα που αποσιωπά και κανονικοποιεί την έμφυλη βία, μεταφέρει την κατηγορία στο θύμα πάρα πολύ συχνά κι αυτό ήταν κάτι που το βλέπαμε και στα ίδια τα δικαστήρια και πριν τη διαδικασία αλλαγής του νόμου, με μια σειρά από απαράδεκτες ερωτήσεις όπως ‘’τι φορούσες’’ ή ‘’αν έκανες κάτι να τον προκαλέσεις’’» αναφέρει η κ. Γαϊτάνου.

«Είναι σαφές για τα διεθνή πρότυπα για τα ανθρώπινα δικαιώματα ότι σε περίπτωση ενός εγκλήματος σεξουαλικής βίας ο μοναδικός υπεύθυνος είναι ο θύτης.

»Με αυτή την έννοια, μια κουλτούρα victim blaming και κατηγορίας του θύματος στην πραγματικότητα μεταφέρει την ευθύνη αυτή από τον θύτη στο θύμα».

Η κουλτούρα του βιασμού

Ο όρος «κουλτούρα βιασμού» ορίζει ένα κοινωνικό-πολιτικό περιβάλλον στο οποίο η έμφυλη βία, ο βιασμός και οι σεξουαλικές επιθέσεις κατά των γυναικών και των θηλυκοτήτων αποτελούν «αναμενόμενα» και κανονικοποιημένα φαινόμενα ευρείας κλίμακας. Αναδείχθηκε από το δεύτερο κύμα του φεμινισμού τη δεκαετία του 1970, αρχικά στις ΗΠΑ.

Η κουλτούρα βιασμού συνδέεται άρρηκτα με το πατριαρχικό κοινωνικό σύστημα που αναπαράγει νοοτροπίες, συμπεριφορές και σεξιστικά έμφυλα στερεότυπα με την ανοχή, συχνά και συνενοχή των θεσμών και των μέσων επικοινωνίας και ενημέρωσης, εξηγεί στο in.gr η Άννα Βουγιούκα, ερευνήτρια και εμπειρογνώμονας φύλου, Κέντρο Διοτίμα.

Οι παράγοντες που συμβάλλουν στην αναπαραγωγή της κουλτούρας του βιασμού είναι η κυρίαρχη ηγεμονική αρρενωπότητα και οι τοξικές εκδοχές της, η αντικειμενοποίηση των σωμάτων των γυναικών, η χρήση σεξιστικής γλώσσας στη δημόσια σφαίρα, στα ΜΜΕ, στην πολιτική, κ.λπ., τα οποία συμβάλλουν με αποφασιστικό τρόπο στη δημιουργία ενός κοινωνικοπολιτικού πλαισίου που αγνοεί ή/και περιφρονεί τα δικαιώματα των γυναικών.

Η κουλτούρα βιασμού επηρεάζει όλες τις γυναίκες και όλες τις θηλυκότητες.

Γι’ αυτό και ο βιασμός μιας γυναίκας στο πλαίσιο του φεμινιστικού ακτιβισμού προσλαμβάνεται ως θεμελιώδης παραβίαση των δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειας, υποτίμηση και τρομοκράτηση που αφορά όλες τις γυναίκες κι όχι μόνο εκείνη που το υφίσταται μια δεδομένη στιγμή.

Ο φόβος ότι θα βιώσουν στη ζωή τους κάποια μορφή έμφυλης βίας ή βιασμό, περιορίζει την ελευθερία έκφρασης και γενικώς την ελευθερία να υπάρξουν ως αυτόνομα, ανεξάρτητα άτομα και πολίτες οι γυναίκες. Ο φόβος του βιασμού μπορεί να καθορίσει συμπεριφορές, επιλογές, στάσεις ζωής. Με άλλα λόγια, η κουλτούρα του βιασμού λειτουργεί ως ένα ισχυρό μέσο καθήλωσης των γυναικών σε υποδεέστερη θέση και ως μέσο καθυπόταξής τους. Αυτό είναι το αποτύπωμα της κουλτούρας του βιασμού: ένας αέναος κύκλος φόβου που οδηγεί στην υποταγή και στην σιωπή και αορατότητα. Και σε αυτό ακριβώς αντιστέκεται ο φεμινιστικός λόγος και κίνηση με τους αγώνες του (π.χ. #metoo, #niunamenos).

Η κουλτούρα του βιασμού έχει εξαιρετικά αρνητικές επιπτώσεις και στην αποκάλυψη και στην καταγγελία ενός περιστατικού, μιας πράξης έμφυλης βίας – είτε είναι σεξουαλική παρενόχληση, είτε είναι σεξουαλική επίθεση, υποτιμητικά και σεξιστικά σχόλια, βιασμός, εξηγεί η κ. Βουγιούκα.

Καταρχάς διότι η κανονικοποίηση της έμφυλης βίας δημιουργεί ένα πλαίσιο δυσπιστίας, σχετικοποίησης της βίας, επίρριψης ευθυνών στο θύμα. Η κουλτούρα βιασμού για παράδειγμα, σύμφωνα με την κ. Βουγιούκα, ρίχνει το φταίξιμο, την υπαιτιότητα στο θύμα και όχι στον θύτη («τα ήθελε και τα έπαθε»), με στόχο να εξευτελίσει τις γυναίκες και να ευτελίσει την τραυματική τους εμπειρία μέσα από αναφορές στο τι φορούσε ή πού βρισκόταν και τι ώρα ήταν, αν είχε πιεί, κ.λπ.

Αυτό συμβαίνει διότι η κουλτούρα του βιασμού αρνείται να αναγνωρίσει την αυτεξουσιότητα των γυναικών, και επομένως το δικαίωμά τους να δώσουν ή να μην δώσουν τη συναίνεσή τους σε μια πράξη. Ενώ η συναίνεση θα έπρεπε να αποτελεί την μοναδική προϋπόθεση όπως ορίζεται πλέον και στον ποινικό κώδικα μετά την τροποποίηση του Άρθρου 336 για τον βιασμό (Ν. 4619/2019).

Κατά δεύτερον, η κουλτούρα του βιασμού υποβαθμίζει τις σεξουαλικές επιθέσεις και τις χαρακτηρίζει ασήμαντα ή τυχαία περιστατικά («έτσι είναι τα αγόρια / οι άντρες»).

Επίσης, θεωρεί ανώδυνα τα σεξιστικά και προσβλητικά «αστεία», ενώ παράλληλα ανέχεται τη σεξουαλική παρενόχληση ως κάτι «κανονικό» ή και αναπόφευκτο, σε χώρους εργασιακούς, κοινωνικούς, πολιτικούς, συνδικαλιστικούς, κ.λπ. όπου υπάρχουν πολλοί άνδρες. Η κουλτούρα βιασμού αναπαράγει διαρκώς την έμφυλη βία στα ΜΜΕ, στις ταινίες, στις διαφημίσεις, σε διάφορες εκπομπές ή και στον κινηματογράφο.

Ορίζει την αρρενωπότητα ως κυρίαρχη και σεξουαλικά επιθετική και τη θηλυκότητα ως υποτακτική και σεξουαλικά παθητική, αναπαράγοντας συστηματικά την αντίληψη ότι μόνο γυναίκες με «αμφίβολη ηθική» ή άνδρες «αδύναμοι» που δεν είναι επαρκώς «μάτσο» βιάζονται. Και βέβαια η κουλτούρα του βιασμού αρνείται συστηματικά να ασχοληθεί σοβαρά και να ακούσει με προσοχή τις καταγγελίες για βιασμούς και σεξουαλικές επιθέσεις από όσες τολμούν να μιλήσουν δημόσια, αντιδρώντας κυρίως με συστάσεις και συμβουλές στις γυναίκες για το πώς να αποφύγουν τον βιασμό, και όχι διδάσκοντας στους άνδρες και στα αγόρια να σέβονται τις γυναίκες, και κυρίως να μη βιάζουν. Όπως είναι προφανές, το πλαίσιο αυτό όχι μόνο δεν ενθαρρύνει τις επιζώσες να μιλήσουν, αλλά τις ενοχοποιεί και τις καθηλώνει.

Εκτός όμως από την κουλτούρα βιασμού θα πρέπει να επισημάνουμε ότι στην αποθάρρυνση των επιζωσών να μιλήσουν συμβάλλει και η συχνά ανεπαρκής ή και πλημμελής αντιμετώπιση των περιστατικών έμφυλης βίας από τις διωκτικές αρχές. Επίσης εξαιρετικά αποθαρρυντική είναι και η όλη διαδικασία στο δικαστήριο όπου συχνά οι επιζώσες βιώνουν έναν δεύτερο βιασμό και στιγματισμό.

Τέλος, αποθαρρυντικές είναι και οι μακροχρόνιες δικαστικές διαδικασίες μέχρι την τελική καταδικαστική απόφαση των θυτών, όπως βέβαια και το γεγονός ότι σε πολλές περιπτώσεις οι κακοποιητές αντιμετωπίζονται με μεγάλη επιείκεια και πολύ ελαφριές ποινές ή απαλλάσσονται.

Όλο αυτό το πολιτισμικό, πολιτικό και θεσμικό πλαίσιο οδηγεί στην απόκρυψη και στη σιωπή.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο