Όταν μιλάμε για ή σκεφτόμαστε τις συλλογικές ταυτότητες, ιδίως αυτές που συνδέονται με το εθνικό ζήτημα, τοπικές, εθνοτικές, εθνοτοπικές, εθνικές, πρέπει να έχουμε κατά νου πως το πιο κρίσιμο στοιχείο δεν είναι το πολιτισμικό τους περιεχόμενο, τα αντικειμενικά τους χαρακτηριστικά, αλλά ο τρόπος που αυτοπροσδιορίζονται, που χαράσσουν τα όρια σε σχέση με τον Άλλο ή του Άλλους. Τα όρια είναι συμβολικά σύνορα που διακρίνουν το «εμείς» απο το «αυτοί»,  που ορίζουν και προσδιορίζουν ταυτότητες σε σχέση με ετερότητες.
Άλλωστε, ταυτότητα δεν υφίσταται χωρίς ετερότητα.

Εάν όλοι είμασταν όμοιοι, δεν θα υφίστατο η έννοια της ταυτότητας. Και βέβαια η ταυτότητα δεν είναι ένα στατικό αντικείμενο, αλλά περισσότερο μια δυναμική διαδικασία,  ρευστή, ανοιχτή σε μεταβολές και επαναπροσδιορισμούς, που συχνά καθίσταται και αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Η διαδικασία της ταυτοποίησης είναι ανάλογη με εκείνη της ετεροποίησης, με την έννοια ότι η διαμόρφωση και εξέλιξη μιας ταυτότητας συνδέεται πάντα με την κατασκευή της διαφοράς, της ετερότητας.
Το σχήμα, λοιπόν, ταυτοποίηση/διαφοροποίηση είναι πολύ χρήσιμο, προκειμένου να κατανοήσουμε το «παιχνίδι» των ταυτοτήτων. Σε αυτό το παιχνίδι το όμοιο μπορεί να γίνει διαφορετικό και αντιστρόφως.

Πρόκειται για ένα παιχνίδι που έχει να κάνει, εκτός των άλλων, και με τους μηχανισμούς και τις σχέσεις εξουσίας.
Σε κοινωνίες που το ιδεατό είναι η ομοιογένεια, οι ετερότητες, ακόμα και ιδιαιτερότητες, δεν συνιστούν απλά μια ανωμαλία αλλά συχνά αντιμετωπίζονται σαν κίνδυνος για την ίδια την συνοχή τους.

Ειδικά υπο-ομάδες με «υβριδικά» ή κάποια ετερογενή χαρακτηριστικά βρίσκονται σε μια οριακή θέση, σε μια οριακή ζώνη, που, ως τέτοια, είναι ζώνη επικινδυνότητας. Στις περιπτώσεις αυτές κατά κανόνα ενεργοποιούνται οι γνωστοί μηχανισμοί αφομοίωσης, ώστε να μην τίθεται σε κίνδυνο η ενότητα, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για μειονότητες εθνολογικού τύπου.
Αυτή είναι μία όψη του ζητήματος.

Η άλλη αφορά τις ίδιες αυτές τις ομάδες. Κατά κανόνα, στους κόλπους τους τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο, αναπτύσσονται μηχανισμοί άμυνας, τέτοιοι που προκαλούν συμπεριφορές υπερθεμάτισης σε ρητορικές γνησιότητας καθαρότητας, αυθεντικότητας κ.ο.κ. ως προς τα πρότυπα του κυρίαρχου αφηγήματος. Έτσι, επινοούνται ακόμα και θεωρίες αρχέγονης καταγωγής, όπου αυτοπαρουσιάζονται ως οι πλέον γνήσιοι απόγονοι των αρχαίων προγόνων του έθνους.

Η ετερότητα με αυτόν τον τρόπο μετατρέπεται σε προνόμιο με την εφεύρεση ενός αφηγήματος όχι απλά ταύτισης με το κυρίαρχο αλλά διαφοροποίησης ως προς τη γνησιότητα. Με απλά λόγια, εμφανίζονται «βασιλικότεροι του βασιλέως», εξαλείφοντας έτσι κάθε πιθανότητα αμφισβήτησης της «καθαρότητας» της ταυτότητάς τους.
Όλη αυτή η διαδικασία γίνεται στη βάση της άποψης ότι η ταυτότητα καθορίζεται από την καταγωγή. Στο βαθμό, λοιπόν, που αμφισβητείται η γνήσια καταγωγή και μάλιστα η βιολογική, μιας ομάδας, θα πρέπει να υπάρξει μία απάντηση. «Εμείς είμαστε πιο αρχαίοι κι από τους αρχαίους».

Το παράδειγμα της επινόησης Πελασγικής, δηλαδή προελληνικής καταγωγής, μιας τέτοιας ομάδας με αμφισβητούμενη καταγωγή είναι πολύ χαρακτηριστικό. Όπως, επίσης,  και η εργώδης και αγχώδης προσπάθεια άλλης τέτοιας ομάδας να αποδείξει την πιο γνήσια αρχαιοελληνική της καταγωγή, σα να της ζητείται από κάποια αόρατη δύναμη πιστοποιητικό αυτού του τύπου της ελληνικότητας, δηλαδή της «καθαροαίματης».

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο