Η Τουρκία είναι εμφανές ότι έχει μπει σε μια φάση προσεκτικών βημάτων προσαρμογής της εξωτερικής πολιτικής της στο νέο τοπίο που διαμορφώνουν δύο βασικές εξελίξεις:

Από τη μια, ο ερχομός ενός νέου προέδρου και μιας νέας κυβέρνησης στις ΗΠΑ, που είναι πιθανό να ζητήσει περισσότερες έμπρακτες αποδείξεις ότι παραμένει όντως εντός των ορίων της «Δύσης».

Από την άλλη, το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση, έστω και με καθυστέρηση, έδειξε ότι είναι διατεθειμένη να πάει σε μια πολιτική κυρώσεων σε βάρος της Τουρκίας, εάν δεν υπάρξουν έμπρακτα βήμα από την Άγκυρα που να παραπέμπουν σε μια αποκλιμάκωση της έντασης στην Νοτιοανατολική Μεσόγειο σε σχέση με την Ελλάδα και την Κύπρο.

Προφανώς και θα ήταν πρόωρο να εκτιμήσουμε ότι η Τουρκία έχει σκοπό να κάνει πίσω από αυτά που θεωρεί ότι είναι τα μεγάλα κέρδη της προηγούμενης περιόδου ως προς την ικανότητά της να κάνει «προβολές ισχύος» επιπέδου «περιφερειακής δύναμης». Αυτό αφορά την στρατιωτική παρουσία στο έδαφος της Συρίας, την εμπλοκή στη δύσκολη εξίσωση του εμφύλιου πολέμου στη Λιβύη, την παρουσία στον Καύκασο μέσα από τη συνεργασία με το Αζερμπαϊτζάν, την προσπάθεια σημαντικού ανοίγματος σε χώρες της Αφρικής, που έρχεται συμπληρωτικά προς τις δύο βασικές παραμέτρους του οράματος Ερντογάν, δηλαδή την επαναδιατύπωση ενός παντουρκιστικού οράματος και την προσπάθεια διεκδίκησης ηγετικού ρόλου στον μουσουλμανικό κόσμο.

Όμως, την ίδια στιγμή η Άγκυρα γνωρίζει ότι μια πλήρης ρήξη με τις ΗΠΑ θα την έφερνε μεσοπρόθεσμα σε μια δύσκολη θέση και θα την υποχρέωνε σε μια πιο μονοδιάστατη εξωτερική πολιτική, άρα και σε μεγαλύτερη εξάρτηση από μικρότερο αριθμό συμμάχων.

Αντίστοιχα, γνωρίζει ότι ακόμη και εάν η «ενταξιακή προοπτική» αποτελεί περισσότερο ρητορική και λιγότερο υλική πραγματικότητα, εντούτοις μια συνολικότερη ρήξη με την ΕΕ θα είχε αρνητικό αντίκτυπο στην Τουρκία και ως προς τα οικονομικά και ως προς θεσμικά ζητήματα ή τα ζητήματα συνολικής διεθνούς παρουσίας.

Ταυτόχρονα, η Τουρκία ελπίζει ότι θα μπορέσει να εκμεταλλευτεί και το διαφορετικό τοπίο που διαμορφώνει στο τοπίο της Μέσης Ανατολής η επαναπροσέγγιση ανάμεσα στη Σαουδική Αραβία και το Κατάρ (που είναι βασικός σύμμαχος της Τουρκίας), ενώ δεν είναι τυχαία και τα πρόσφατα ανοίγματα της Τουρκίας προς την πλευρά του Ισραήλ.

Η «επίθεση φιλίας» προς τη Γαλλία

Μια χώρα-κλειδί για τις ευρωτουρκικές σχέσεις είναι η Γαλλία. Και αυτό γιατί με την αποχώρηση της Μεγάλης Βρετανίας, που είχε μια παραδοσιακά υποστηρικτική των τουρκικών θέσεων στάση, μένει κυρίως μόνο η Γερμανία ως χώρα που επιμένει σε μια γραμμή μη – ρήξης με την Τουρκία  και εξαιτίας της βαρύτητας των τουρκικής καταγωγής πολιτών στη Γερμανία και επειδή το Βερολίνο αποδίδει μεγάλη σημασία στη διατήρηση της συμφωνίας με την Τουρκία για το προσφυγικό.

Αντίθετα, η Γαλλία που πολύ νωρίς έδειξε ότι δεν θεωρεί ότι μπορεί να υπάρξει διεύρυνση της ΕΕ προς μια τόσο μεγάλη μουσουλμανική χώρα, είναι ταυτόχρονα μπλεγμένη σε έναν συνολικότερο γεωπολιτικό ανταγωνισμό με την Τουρκία, που δεν αφορά μόνο τη Νοτιοανατολική Μεσόγειο αλλά και την Αφρική αλλά και τη Μέση Ανατολή με τη Γαλλία να επιφυλακτικά κινήσεις όπως η στρατιωτική παρουσία της Τουρκίας στο έδαφος της Συρίας. Δεν είναι τυχαίο ότι Τουρκία και Γαλλία στηρίζουν αντιμαχόμενες πλευρές στον εμφύλιο στη Λιβύη ή ότι έχουν ανταλλάξει σκληρές δηλώσεις το τελευταίο διάστημα, με τον Εμανουέλ Μακρόν να φτάνει μέχρι του σημείου να ομιλεί περί «νεκρού ΝΑΤΟ» εφόσον η συμμαχία δεν μπορεί να κάνει κάτι με τις τουρκικές προκλήσεις και Τούρκους αξιωματούχους να υπογραμμίζουν ότι αυτό που κάνει τη διαφορά είναι ότι η Τουρκία δεν έχει «αποικιοκρατικό παρελθόν» (παραβλέποντας βέβαια ότι π.χ. στη Μέση Ανατολή η μνήμη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έχει κάποιες ομοιότητες με τον τρόπο που άλλες περιοχές θυμούνται την ευρωπαϊκή αποικιοκρατία).

Και τα πράγματα έγιναν ακόμη χειρότερα όταν ο Ερντογάν αμφισβήτησε την ψυχική υγεία του Μακρόν  με αφορμή τα μέτρα που ετοιμάζεται να θεσμοθετήσει η γαλλική κυβέρνηση για την αντιμετώπιση του «σεπαρατισμού», που για την Άγκυρα συνιστούν διάκριση σε βάρος των μουσουλμάνων, και τη γαλλική προεδρία να υπογραμμίζει ότι ο Τούρκος πρόεδρος δεν έστειλε συλλυπητήριο μήνυμα μετά την δολοφονία του εκπαιδευτικού Σαμουέλ Πατί.

Ωστόσο, φαίνεται ότι η Τουρκία σε αυτή τη φάση δεν επιθυμεί να κλιμακώσει την αντιπαράθεση, εξ ου και η δήλωση Τσαβούσογλου ότι η Άγκυρα είναι έτοιμη να βελτιώσει τις σχέσεις με τη Γαλλία,  ότι οι δύο χώρες εργάζονται πάνω σε έναν οδικό χάρτη για την εξομάλυνση των σχέσεων ανάμεσα στις δύο χώρες και ότι είχε μια «εποικοδομητική συζήτηση» με τον γάλλο ΥΠΕΞ Ζαν-Υβ Λε Ντριάν. Δήλωση που ήρθε σε αντίστιξη με την πρόσφατη δήλωση Ερντογάν ότι η Γαλλία πρέπει να απαλλαγεί από τον Μακρόν.

Η προσπάθεια για τη βελτίωση των ευρωτουρκικών σχέσεων

Η τουρκική πλευρά σε όλους τους τόνους προσπαθεί να δείξει ότι επιθυμεί να υπάρξει βελτίωση των ευρωτουρκικών σχέσεων. Ο Φαρούκ Καϊμακτσί, υφυπουργός Εξωτερικών για τις ευρωπαϊκές υποθέσεις, δήλωσε ότι «η Τουρκία ελπίζει να εξομαλύνει τους δεσμούς της με την ΕΕ το 2021, ύστερα από μια χρονιά στην οποία οι διεθνείς σχέσεις χαρακτηρίστηκαν από εντάσεις».

Σε αυτό το φόντο και οι δηλώσεις Τσαβούσογλου ότι υπάρχει «ένα παράθυρο ευκαιρίας» για καλύτερο διάλογο με την Ελλάδα» και η ανακοίνωση ότι πρόκειται μέσα στις επόμενες εβδομάδες να συναντηθεί με τον Έλληνα ΥΠΕΞ Νίκο Δένδια, χαρακτηρίζοντας μάλιστα τον τελευταίο «καλό φίλο σε προσωπικό επίπεδο».

Το ερώτημα για τον εκσυγχρονισμό της τελωνειακής ένωσης ΕΕ και Τουρκίας και το αγκάθι με τις βίζες

Οι εμπορικές σχέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη Τουρκίας διέπονται από το καθεστώς της τελωνειακής ένωσης που είναι σε ισχύ από τις 31 Δεκεμβρίου 1995. Οικονομικά για την Τουρκία η ΕΕ έχει μεγάλη σημασία. Ως προς τη σημασία της ΕΕ ως εμπορικού εταίρου της Τουρκίας, αρκεί να αναφέρουμε ότι η ΕΕ είναι στην πρώτη θέση και ως προορισμός εξαγωγών και ως προέλευση εισαγωγών. Ειδικότερα, το 32,3% των τουρκικών εισαγωγών προέρχεται από την ΕΕ-27 και το 42,4% των τουρκικών εξαγωγών είναι προς την ΕΕ-27 με βάση τα στοιχεία του 2019. Η Τουρκία κατατάσσεται στην 6η θέση ως προς τους εμπορικούς εταίρους της ΕΕ, αντιπροσωπεύοντας το 3,6% των εισαγωγών στην ΕΕ και το 3,2% των εξαγωγών της ΕΕ και το 3,4% του συνολικού εξωτερικού εμπορίου της ΕΕ.

Με δεδομένα τα προβλήματα της τουρκικής οικονομίας και τον τρόπο που έχει αρχίσει να φαίνεται ως ένα λιγότερο ελκυστικός επενδυτικός προορισμός, η Τουρκία θα ήθελε μια αναβάθμιση και εκσυγχρονισμό της τελωνειακής ένωσης, ελπίζοντας ότι αυτό θα τόνωνε την οικονομία της και ταυτόχρονα θα ενίσχυε τους οικονομικούς δεσμούς και τα κοινά συμφέροντα με ευρωπαϊκές χώρες.

Σε τελική ανάλυση, με την ένταξη στην ΕΕ να φαντάζει πλέον αρκετά μακρινή προοπτική, έστω και εάν τυπικά η ενταξιακή διαπραγμάτευση δεν έχει ανασταλεί, η προοπτική μιας αναβαθμισμένης τελωνειακής ένωσης και συνολικά οικονομικής σχέσης, χωρίς όλο το φάσμα των δεσμεύσεων που θα συνεπαγόταν η ένταξη, αρχίζει και φαντάζει στην Άγκυρα ως προοπτική ταυτόχρονα πιο θελκτική και πιο ρεαλιστική.

Την ίδια στιγμή, ο τρόπος που επανέρχεται το ερώτημα και από την ευρωπαϊκή πλευρά έχει να κάνει εν μέρει και με μια τακτική «καρότου και μαστίγιου» έναντι της Τουρκίας ώστε να μειώσει τις προκλήσεις απέναντι σε κράτη μέλη.

Βέβαια, για να μπορέσει να προχωρήσει ο εκσυγχρονισμός της Τελωνειακής Ένωσης ΕΕ και Τουρκίας δεν χρειαστεί μόνο η ευρωπαϊκή καλή διάθεση αλλά και η αποδοχή από την Τουρκία των αναγκαίων προϋποθέσεων, καθώς μια αναβαθμισμένη τελωνειακή ένωση δεν μπορεί να συνδυαστεί με το γεγονός ότι η μετάβαση σε μια προεδρικού τύπου διακυβέρνηση σήμαινε και μια μεγαλύτερη τάση για κρατικές παρεμβάσεις και μη τήρηση των κανόνων ανταγωνισμού.

Ωστόσο, υπάρχει και μια παράμετρος ακόμη στις διμερείς σχέσεις που αφορά το καθεστώς με τις βίζες για Τούρκους πολίτες. Ο διάλογος για την μετάβαση σε ένα καθεστώς μετακίνησης προς την ΕΕ χωρίς βίζα έχει ξεκινήσει από το 2013. Το 2016, στο πλαίσιο της διαπραγμάτευσης που οδήγησε στην Κοινή Δήλωση ΕΕ – Τουρκίας για το Προσφυγικό ανακοινώθηκε η δέσμευση ότι επιταχύνεται η σχετική διαδικασία. Τότε η Επιτροπή είχε δηλώσει ότι η Τουρκία χρειαζόταν απλώς να καλύψει τις τελευταίες 7 από τις συνολικά 72 προϋποθέσεις που είχαν τεθεί για την κατάργηση της βίζας. Μία ακόμη, που αφορούσε τα βιομετρικά διαβατήρια καλύφθηκε το 2018. Η Τουρκία επιμένει ότι στο βαθμό που κάνει πρόοδο και στις υπόλοιπες προϋποθέσεις είναι σημαντικό να δείξει ανάλογη διάθεση και η ΕΕ ώστε να λυθεί αυτό το πρόβλημα.

Οι διερευνητικές επαφές και τα διλήμματα της ελληνικής πλευράς

Η ελληνική πλευρά έχει δείξει ότι επιθυμεί να προχωρήσει σε διάλογο με την Τουρκία, πάνω στα θέμα που θεωρεί ότι είναι ανοιχτά και σε αυτό το πλαίσιο γίνονται βήματα προς τις διερευνητικές επαφές. Σε αυτό το φόντο, γίνεται προσπάθεια να αξιοποιηθεί και η πίεση που φάνηκε να έχει η απόφαση της Συνόδου Κορυφής της ΕΕ και η προοπτική κυρώσεων.

Ωστόσο, την ίδια στιγμή η Τουρκία μπορεί να αποφεύγει άμεσες προκλήσεις, όπως π.χ. τις έρευνες εντός των ορίων της δυνητικής ελληνικής υφαλοκρηπίδας, όμως δεν σταματά τη «διπλωματία των NAVTEX» δεσμεύοντας περιοχές για στρατιωτικές ασκήσεις.

Την ίδια στιγμή η Τουρκία επιμένει ότι και σε σχέση με το Κυπριακό η μόνη λύση είναι αυτή των «δύο κρατών» παραβλέποντας βέβαια ότι όλο το πλαίσιο του διαλόγου όπως και οι αποφάσεις του ΟΗΕ κατατείνουν στην επίλυση του ζητήματος μέσα από την προοπτική μιας διζωνικής και δικοινοτικής ομοσπονδίας.

Το δίλημμα που τίθεται για την ελληνική πλευρά μπορεί να περιγραφεί με τον ακόλουθο τρόπο. Εάν επιμείνει στη σταθερή επιδίωξη διαλόγου με την Τουρκία, προσφέροντας παράλληλα τη στήριξη στα βήματα επίλυσης των διαφορών ΕΕ και Τουρκίας, έχει μια πιθανότητα αυτός ο διάλογος να οδηγήσει σε κάποια λύση, όμως αντιμετωπίζει τον κίνδυνο η Τουρκιά να πάρει αυτά που θέλει (π.χ. αναβαθμισμένη τελωνειακή ένωση τώρα που είναι προτιμότερη από μια ατέρμονη «ενταξιακή διαδικασία» ή τις βίζες), χωρίς πραγματικές υποχωρήσεις και με κρίσιμους μοχλούς πίεσης να μην είναι πια διαθέσιμοι στην ευρωπαϊκή (και κατ’ επέκταση την ελληνική) πλευρά.

Εάν προσπαθήσει να αποφύγει αυτόν τον κίνδυνο πιέζοντας για πολύ μεγαλύτερες και σαφέστερες δεσμεύσεις της Τουρκίας πριν «ξεμπλοκάρουν» τα ευρωτουρκικά ζητήματα και ξεκινήσει και επί της ουσίας ελληνοτουρκικός διάλογος, έχει τον κίνδυνο να συνεχίσει να αντιμετωπίζει την τρέχουσα τουρκική προκλητικότητα (που πιθανώς δεν θα πτοηθεί ακόμη και από ένα πρώτο «συμβολικό» κύμα κυρώσεων) χωρίς ένα πεδίο όπου θα μπορεί όντως να ξεδιπλωθεί μια τακτική «καρότου και μαστίγιου», την ώρα που μπορεί και να συναντήσει και την ευρωπαϊκή ανυπομονησία για επανεκκίνηση διαλόγου, ιδίως εάν η Τουρκία προσπαθήσει να αποκαταστήσει καλύτερες σχέσεις με κρίσιμες ευρωπαϊκές χώρες.

 

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο