Πριν από καμιά δεκαπενταριά χρόνια δημοσίευσα την «Καλοσύνη των ξένων» και – όπως συνηθιζόταν τότε – βγήκα με το βιβλίο μου περιοδεία ανά την επαρχία. Σε καθεμία από τις στάσεις μου ήμουν υποχρεωμένος να δίνω και συνέντευξη στους τοπικούς ραδιοφωνικούς ή/και τηλεοπτικούς σταθμούς. Καθώς το βιβλίο περιείχε πάμπολλα από αυτά που θα αποκαλούσαμε σήμερα «ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα» – τη δική μου υιοθεσία – είχα κατά νου να εμφανίζομαι σε εκπομπές ενός μίνιμουμ επιπέδου, αλλά καθώς ήμουν επίσης εκτεθειμένος σε εύκολες μομφές για πρωτευουσιάνικο σνομπισμό δεχόμουν σιωπηρά να επιδεικνύω ελαστικότητα ως προς το τι ακριβώς θεωρώ «μίνιμουμ». Η αλήθεια είναι πως, στις περισσότερες περιπτώσεις, επαφιόμουν στην ενημέρωση των κατά τόπους βιβλιοπωλών και δεν είχα ιδέα σε τι είδους εκπομπή θα εμφανιστώ μέχρις ότου ήταν πολύ αργά πλέον για να ακυρώσω την εμφάνισή μου.

Σε μία από τις εν λόγω εμφανίσεις μου ήμουν καλεσμένος σε ένα τηλεοπτικό μαγκαζίνο. Ο αυτοπροσδιορισμός της εκπομπής σε προετοίμαζε ψυχολογικά ότι δεν πρόκειται να βρεθείς αντιμέτωπος με τίποτε ξεσκολισμένα τζιμάνια της παγκόσμιας λογοτεχνίας, αλλά δεν πρόδιδε και καμία ένδειξη για την επαγγελματική ιδιότητα εκείνων που θα εμφανιστούν πριν από εσένα, πόσω μάλλον για την «ατμόσφαιρα» που θα διαμορφώσουν. Σ’ εμένα έλαχε μια αρτίστα χορού της κοιλιάς. Καθόμουν ήδη στο σαλονάκι του πλατό – βρισκόμουν, εν ολίγοις, «μέσα στο κάδρο» – όταν η αρτίστα άρχισε να χορεύει μπροστά μου. Η αρτίστα ήταν εμφανώς υπέρβαρη – κάτι που, για τη δική της τέχνη, δεν αποτελούσε μειονέκτημα -, αλλά το πλατό ήταν μικροσκοπικό, με αποτέλεσμα η αρτίστα πότε να σκοντάφτει πάνω μου, πότε πάνω στους παρουσιαστές, πότε στο σαλονάκι απευθείας. Από ένα σημείο κι έπειτα, δεν μπορούσα να συγκρατήσω τα νευρικά μου γέλια, ούτε μετά την αποχώρηση της αρτίστας, ούτε αφότου περάσαμε στο βλοσυρό θέμα του βιβλίου μου· υποψιάζομαι ότι θα εξακολουθούσα να ξεκαρδίζομαι ακόμη και αν έπρεπε ν’ αφηγηθώ την πιο θλιβερή ιστορία.

Ισως ήταν η πιο ευτράπελη επαφή μου με τον μαγικό κόσμο του infotainment, αλλά δεν ήταν η πρώτη, ούτε και θα ήταν η τελευταία. Οπως φανερώνει ο υβριδικός συνδυασμός της ίδιας της λέξης – information (πληροφορία) συν entertainment (ψυχαγωγία) – το infotainment, το είδος που κυριαρχεί σήμερα σε κάθε τηλεοπτική ζώνη, έρχεται από πολύ μακριά, με πιο πρόσφατους προγόνους τα περιοδικά και τις εκπομπές ποικίλης ύλης. Υπήρξαν στιγμές στο κοντινό παρελθόν, ιδίως στον περιοδικό Τύπο, όπου το infotainment σκαρφάλωσε στις πιο ψηλές κορφές σε αμφότερες τις μορφές του: εάν ξεφύλλιζες λόγου χάριν το Playboy ή το Esquire, μπορούσες να μεταβείς από την πληροφορία στην ψυχαγωγία (και τούμπαλιν) τόσο αθόρυβα και τόσο διακριτικά, ώστε πραγματικά να μην είσαι σε θέση να ξεχωρίσεις πού τελειώνει η μία και πού αρχίζει η άλλη.

Το πρόβλημα ξεκίνησε με τον συνήθη επιθετικό τρόπο: προς τα μέσα της δεκαετίας του 1990 το ένα είδος θέλησε να επιβληθεί επί του άλλου είδους – να το καταπιεί, να το εξαφανίσει – και, όπως τόσο συχνά επαναλαμβάνεται στην ιστορία, το πιο ισχυρό είδος επιβλήθηκε επί του πιο αδύναμου: η ψυχαγωγία επί της πληροφορίας. Η πληροφορία εξασθένησε και, ουσιαστικά, εξοβελίστηκε από το infotainment· παρέμεινε μονάχα η πληροφορία που κρίθηκε εκ προοιμίου ως ψυχαγωγική. Παράδειγμα: δεν μιλάμε για την προσφορά και τα επιτεύγματα ενός επιστήμονα, αλλά για το ντεμοντέ φανελάκι του. Θα μπορούσε αντιστρόφως να επικρατήσει η πληροφορία επί της ψυχαγωγίας; Οχι. Βλέπετε, κάθε είδος δεν διαμορφώνεται μόνο από τη ζήτηση, αλλά και τη διαμορφώνει. Το infotainment δεν ανταποκρίνεται πια στο κοινό· το δημιουργεί.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο