Eίναι κάτι το άκρως εντυπωσιακό να παρατηρεί κανείς σε τηλεοπτικές συνεντεύξεις, τηλεπαιχνίδια, μουσικές εκπομπές με καλεσμένους (στην τηλεόραση πάντα) το σύνολο σχεδόν των ανθρώπων που παίρνουν μέρος σε αυτές να αισθάνονται την ανάγκη σε κάθε λίγες λέξεις, όποιο και αν είναι το θέμα που συζητιέται, να γελάνε ή μάλλον να ξεκαρδίζονται στα γέλια. Χωρίς βέβαια να εξαιρεί κανείς τους παρουσιαστές σε βαθμό που θα έλεγες πως όταν αναλαμβάνουν να κάνουν μια εκπομπή, υπογράφουν συμβόλαιο με τη ρητή υποχρέωση να γελάνε οπωσδήποτε ή, αν πρόκειται για συμμετέχοντες, πως έχουν εξασφαλίσει τη συμμετοχή τους επειδή υποσχέθηκαν ότι θα γελάνε όσο γίνεται περισσότερο.

Το ότι πια στον σύγχρονο κόσμο μας τίποτε δεν πρόκειται να αλλάξει, οποιαδήποτε ένσταση ή κατάκριση και αν διατυπωθεί, και ότι τα πράγματα θα συνεχίσουν να τραβάνε τον δρόμο τους, έστω και αν παραμένει ασύνειδη η ενορχήστρωση που μας έχει υποχρεώσει να τον ακολουθήσουμε, δεν είναι λόγος να το «βουλώσουμε» και να μην πούμε το τι σκεφτόμαστε ή πώς αντιδρούμε σε γεγονότα που λόγω του μαζικού τους χαρακτήρα παρουσιάζουν ένα έκτακτο, ανανεούμενο ενδιαφέρον.

Γράφοντας όλα αυτά, δεν εννοούμε την αντίφαση ανάμεσα στα δελτία ειδήσεων που σου έρχεται να αυτοκτονήσεις ακούγοντάς τα, αυτό σε τελευταία ανάλυση μπορεί να είναι και απολύτως φυσιολογική αντίδραση.

Εννοούμε κυρίως ότι τα ασυγκράτητα, ξεκαρδιστικά γέλια που εκτοξεύονται χωρίς τις περισσότερες φορές λόγο και αφορμή (αν λόγος και αφορμή μπορεί να είναι το γεγονός ότι ένας τηλεθεατής, ενώ φανταζόταν πως η γυναίκα του είχε μαγειρέψει φασολάκια, αυτή τελικά είχε φτιάξει μουσακά που τον λατρεύει) κάνουν τον καθένα που διέρχεται μια σοβαρή δοκιμασία να αναλογίζεται την κοινωνική αδιαφορία ή μάλλον τον κοινωνικό παγετώνα που τον περιβάλλει για να δίνεται με τόση έμφαση το «τίποτε». Και βέβαια δεν χρειάζεται το περιστατικό αυτό για να συνειδητοποιήσει κανείς το «ασύμπτωτο» ανάμεσα στο πώς αισθάνεται ο ίδιος και πώς κινείται και λειτουργεί το ευρύτερο περιβάλλον που υποτίθεται πως τον περιέχει. Θα πει κανείς πως πρόκειται για «ψιλά γράμματα».

Λάθος. Πρόκειται για παχιά, χοντροειδέστατα γράμματα, φτάνει να σκεφτείς πως αυτή ακριβώς η συνείδηση κάνει τον καθένα να οργανώνεται προκειμένου να εξασφαλίσει και να υπερασπιστεί τον εαυτό του σαν να είναι η μοναδική ύπαρξη στον κόσμο, ενώ όλοι οι άλλοι γύρω του δεν συνιστούν παρά μια απειλή. Κανένα όμως κοινωνικό πρόβλημα δεν πρόκειται να λυθεί στον αιώνα τον άπαντα, όσα μέτρα προστατευτικά και ανακουφιστικά και αν πάρει ένα κράτος, όταν ο ένας άνθρωπος οργανώνεται εσωτερικά και εξωτερικά με έναν τρόπο που ουσιαστικά αποκλείει τον άλλον και επομένως στρέφεται εναντίον του.

Οταν το ένα τρίτο του πληθυσμού μιας χώρας χασκογελάει ή ξεκαρδίζεται στα γέλια ενώ ο υπόλοιπος περνάει μια δοκιμασία που κλιμακώνεται από τον περαστικό πόνο ως τη βεβαιότητα ότι μπορεί μέσα σε ένα σύντομο χρονικό διάστημα και να μην υπάρχει, τα πράγματα έχουν τελεσίδικα κριθεί. Αν δεν αποκτηθεί η συνείδηση ότι είμαστε μέρος μιας ολότητας που ακόμη και αν δεν υποφέρει στο σύνολό της την ίδια στιγμή, θα έπρεπε να συμπεριφερόμαστε σαν να αισθανόμαστε όλοι μας με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, θα παραμένουμε έρμαια μιας ανερμάτιστης πολιτικής που επιπλέον θα τη λογαριάζουμε ως πανάκεια για τη λύση των προβλημάτων.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο