Ηταν ένα αξιοπερίεργο και σίγουρα ασυνήθιστο καλοκαίρι. Από πολλές απόψεις. Μάσκες παντού, λίγος τουρισμός, σχετική επιθετικότητα από όλους, οι σκέψεις μας διαρκώς σε αυτό το ρημάδι τον COVID-19 που έχει αλλάξει, όπως ξέραμε ότι θα το κάνει, τόσο πολύ και σε τόσο πολλούς τομείς τη ζωή μας. Ευτυχώς, το καλοκαίρι δεν έχει τελειώσει ακόμα, ο Σεπτέμβριος, παρά τον Ιανό, δείχνει αρκετά φιλικός και χαλαρός, μερικά μπάνια παραπάνω, ποιος ξέρει μπορεί και να υπάρξουν. Ομως η νέα σεζόν έχει αρχίσει να δίνει σιγά σιγά το «παρών» και όλοι θα είμαστε εδώ για να δούμε τι μέλλει γενέσθαι.

Κάτι που έζησα από κοντά και με έβαλε σε σκέψεις πάντως μέσα στο καλοκαίρι ήταν η χρήση των φαρμάκων. Βρέθηκα για λίγες μέρες στο μαγευτικό Καστελλόριζο, όπου πήγα για δουλειά, στο θαυμάσιο φεστιβάλ ντοκιμαντέρ «Πέρα από τα σύνορα» (Beyond borders) που έκλεισε φέτος τα πέμπτα του γενέθλια (μακάρι να τα εκατοστίσει). Πήγαινα για πρώτη φορά στο φεστιβάλ και για πρώτη φορά στο νησί – ελπίζω όμως όχι και για τελευταία, παρότι δεν είμαι και πολύ των νησιών.

Η σύντροφός μου με συνόδευε και κάποια στιγμή χρειάστηκε μια αντιβίωση για μια δερματολογική πάθησή της (τη λένε δοθιήνες) οπότε χρειάστηκε να την αναζητήσουμε στη Μεγίστη του Καστελλορίζου. Μάθαμε από πριν ότι σε περίπτωση που το ιατρικό κέντρο για τις άμεσες βοήθειες που βρίσκεται στο λιμάνι δεν είχε την αντιβίωση, μπορούσε να την παραγγείλει από τη Ρόδο και κάποια στιγμή θα την είχαμε στα χέρια μας. Μέχρι εδώ καλά.

Ξεκαθαρίζω από την αρχή ότι η αντιβίωση υπήρχε στο ιατρικό κέντρο, όμως αυτό δεν είναι το θέμα μου. Το θέμα μου είναι ο όχι και τόσο «διακριτικός τρόμος» στα μάτια των νοσηλευτριών όταν η σύντροφός μου ζήτησε το φάρμακο. Ξαφνική οπισθοχώρηση. Σαν να άκουγες το μουσικό μοτίβο του Μπέρναρντ Χέρμαν στο «Ψυχώ» του Χίτσκοκ. Βζιν βζιν βζιν βζιν! Μόνο που δεν χτύπησαν οι καμπάνες του Αγίου Κωνσταντίνου να μας κάνουν βουρδούγιο σε όλο το νησί. Ακολούθησαν αμέσως οι ερωτήσεις του τύπου «για ποιον λόγο το χρειάζεστε;», «ποια είναι τα συμπτώματά σας;», «πώς νιώθετε τώρα;» κ.ο.κ. Οπότε η σύντροφός μου άρχισε επί δεκαπεντάλεπτο να αφηγείται ένα σχετικά πρόσφατο (έξι χρόνια) χειρουργείο που της προκάλεσε αυτή τη δερματολογική πάθηση, η οποία όποτε εμφανίζεται μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με τη συγκεκριμένη αντιβίωση. Και μόνον έτσι, οι νοσηλεύτριες φάνηκαν κάπως να ανακουφίζονται παραπέμποντας τη σύντροφό μου στον φαρμακοποιό του κέντρου, ο οποίος και της παρέδωσε την αντιβίωση.

Βγαίνοντας λοιπόν από το ιατρικό κέντρο, η σύντροφός μου που, όπως κι εγώ, εκείνο το πρωινό δεν κρατούσε κάποια τσάντα και συγχρόνως η ενδυμασία και των δυο μας ήταν τα μαγιό και το παρεό (σε εκείνη βέβαια), άρχισε, δικαιολογημένα να νιώθει κάπως άσχημα με την αντιβίωση στο χέρι. Και δεν ήξερε πού να την κρύψει. Περπατούσε στην κυριολεξία με το κουτί της αντιβίωσης είτε κρυμμένο μέσα στο παρεό της, είτε στην παλάμη γυρισμένη προς το σώμα της. Νομίζω ότι κάποια στιγμή την έχωσε και κάτω από τη μασχάλη της. Φυσικά, στο ξενοδοχείο, η αντιβίωση δεν έμεινε ποτέ σε κοινή θέα.

Δικαιολογημένη και σωστή η αντίδραση των νοσηλευτριών αλλά συγχρόνως δεν μπορούσε παρά να σε βάλει σε σκέψεις. Η νόσος COVID-19 έχει αλλάξει τόσο πολύ τη ζωή μας που οτιδήποτε και αν έχουμε, από το πιο μικρό σύμπτωμα ως το πιο απευκταίο σοβαρό, το μυαλό όλων των γύρω μας πηγαίνει πρώτα στην COVID-19 και μετά οπουδήποτε αλλού.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο