Ισως η είδηση σχετικά με τον SARS-CoV-2 η οποία έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση την εβδομάδα που πέρασε να ήταν η επαναμόλυνση με τον ιό ενός πρώην ασθενούς. Η είδηση διαδόθηκε μέσω ανακοίνωσης του Πανεπιστημίου του Χονγκ Κονγκ, η οποία αφoρούσε την αποδοχή και την επικείμενη δημοσίευση του σχετικού άρθρου στην επιστημονική επιθεώρηση «Clinical Infectious Diseases».

Με άλλα λόγια, οι πλήρεις λεπτομέρειες του εν λόγω άρθρου, το οποίο υπογράφουν ερευνητές του ανωτέρω πανεπιστημίου, δεν έχουν γίνει γνωστές. Από αυτά που έχουν διαρρεύσει ωστόσο, φαίνεται ότι ένας άνδρας ηλικίας 33 ετών ο οποίος τον Μάρτιο είχε μολυνθεί με τον ιό και είχε νοσηλευθεί με ήπια συμπτώματα, υποβλήθηκε εκ νέου σε τεστ για τον ιό στο αεροδρόμιο του Χονγκ Κονγκ επιστρέφοντας από ταξίδι στην Ευρώπη και έτσι αποκαλύφθηκε ότι ήταν ξανά θετικός. Αυτή τη φορά δεν ανέπτυξε συμπτώματα.

Δεν ήταν η πρώτη αναφορά για πρώην ασθενή ο οποίος επαναμολύνεται. Ωστόσο, όλες τις προηγούμενες φορές τα πράγματα ήταν κάπως συγκεχυμένα, καθώς στην πλειονότητα των περιπτώσεων δεν ήταν ξεκάθαρο αν όντως επρόκειτο για επαναμόλυνση ή για αναζωπύρωση της πρώτης μόλυνσης.

Γενετική ανάλυση

Από αυτά που έχουν διαρρεύσει όμως για την περίπτωση του 33χρονου από το Χονγκ Κονγκ συμπεραίνει κανείς ότι πρόκειται όντως για επαναμόλυνση. Ειδικότερα, οι ερευνητές οι οποίοι είχαν προβεί σε γενετική ανάλυση του στελέχους του ιού το οποίο είχε μολύνει τον άνδρα την πρώτη φορά, προέβησαν σε γενετική ανάλυση και του δευτέρου στελέχους. Από τη σύγκριση των δύο προκύπτει η βεβαιότητα για την επαναμόλυνση: όχι μόνο ο αριθμός των διαφορών (εντοπίστηκαν 24 διαφορές ανάμεσα στις δύο αλληλουχίες γενετικού υλικού), αλλά και το είδος ορισμένων από αυτές είναι τέτοιο ώστε να αποκλείεται η περίπτωση να πρόκειται για το ίδιο στέλεχος.

Τι σημαίνει όμως η βεβαιότητα ότι πρόκειται για επαναμόλυνση; Σημαίνει άραγε ότι η ανοσία που αποκτά όποιος μολύνεται με τον ιό δεν είναι ικανή να τον προστατεύσει σε επόμενη «συνάντησή» του με τον ιό; Σημαίνει ότι δεν μπορούμε να ελπίζουμε σε ανοσία της αγέλης, ούτε στην ανάπτυξη αποτελεσματικών εμβολίων;

Οχι σε γρήγορα συμπεράσματα

Οι ειδήμονες συνιστούν ψυχραιμία! Και κυρίως, συνιστούν το να μη σπεύδουμε σε γρήγορα συμπεράσματα. Ας πάρουμε λοιπόν τα πράγματα από την αρχή και ας αποδεχθούμε ότι όλα είναι καλώς καμωμένα και ότι όντως ο πρώην ασθενής επαναμολύνθηκε με ένα νέο στέλεχος του ιού μερικούς μήνες μετά την πρώτη μόλυνση. Αυτό, σύμφωνα με τους ειδικούς, σημαίνει ότι τουλάχιστον ένας (ο συγκεκριμένος) και πιθανότατα μια μερίδα ασθενών δεν αναπτύσσουν την ανοσία εκείνη που θα μπόδιζε την επαναμόλυνση. Ας μην ξεχνούμε ωστόσο ότι ο εν λόγω ασθενής επαναμολύνθηκε μεν, αλλά χωρίς να νοσήσει δε! Αρα, μάλλον ήταν μερικώς προστατευμένος.

Φυσικά, το μεγάλο ερώτημα είναι αν από αυτή την περίπτωση μπορούν να εξαχθούν γενικότερα συμπεράσματα. Σε έναν ωκεανό κρουσμάτων (περισσότερα από 23 εκατομμύρια) πόσο ασφαλής είναι άραγε η εξαγωγή γενικευμένων συμπερασμάτων από ένα και μόνο περιστατικό; Η επιδημιολόγος του Παγκοσμίου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) Maria Van Kerkhove υποβάθμισε κάπως το γεγονός δηλώνοντας κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου: «Η βιολογία είναι περίπλοκη. Πάντα βρίσκει κανείς κάποιες περίεργες εξαιρέσεις. Το θέμα της επαναμόλυνσης πρέπει να εξεταστεί σε πληθυσμιακό επίπεδο».

Ελέγχθηκε κατά τύχη

Ευκολότερο να το λέει κανείς παρά να το κάνει: με δεδομένο ότι ο 33χρονος από το Χονγκ Κονγκ δεν ανέπτυξε συμπτώματα τη δεύτερη φορά που μολύνθηκε, δεν θα είχε κανέναν λόγο να εξετασθεί. Και ο μόνος λόγος που σήμερα αναφερόμαστε σε αυτόν είναι ότι ελέγχθηκε κατά τύχη στο αεροδρόμιο. Με άλλα λόγια, μεσούσης της πανδημίας και με πληθώρα αναπάντητων ερωτημάτων σχετικά με τη νόσο, η αναζήτηση στον γενικό πληθυσμό ατόμων που έχουν μολυνθεί από τον SARS-CoV-2 πάνω από μία φορά και η επιβεβαίωση με γενετική ανάλυση των στελεχών που τους μόλυναν δεν φαίνεται να προκρίνεται ως επιτακτική ανάγκη.

Ετσι, μάλλον θα μείνουμε για καιρό με τις απορίες που γεννήθηκαν από αυτό το εύρημα, όπως το πόσο συχνή είναι η επαναμόλυνση και το αν η επόμενη φορά είναι πάντα ηπιότερη της πρώτης ή το πόσο μολυσματικός μπορεί να είναι κάποιος που επαναμολύνεται και δεν εμφανίζει συμπτώματα. Για την απάντηση αυτού του τελευταίου ερωτήματος θα έπρεπε οι ερευνητές να είχαν καλλιεργήσει τον ιό από το δείγμα που έλαβαν από τον 33χρονο, πράγμα που μάλλον δεν έγινε εξ όσων έγιναν μέχρι τώρα γνωστά.

Η σημασία για τα εμβόλια

Το βασανιστικότερο όμως ερώτημα είναι αυτό που αφορά τον εμβολιασμό: αν η μόλυνση με τον ιό δεν προσφέρει ανοσία ικανή να μας προστατεύσει από επόμενη μόλυνση, σημαίνει αυτό ότι δεν θα μπορέσουμε ποτέ να δημιουργήσουμε αποτελεσματικά εμβόλια εναντίον του SARS-CoV-2;

Στην πραγματικότητα, κανείς δεν μπορεί να απαντήσει με βεβαιότητα. Οι ειδήμονες είναι καθησυχαστικοί καθώς υπάρχουν περιπτώσεις όπου τα εμβόλια παρέχουν μεγαλύτερης διάρκειας προστασία απ’ ό,τι η ίδια η μόλυνση. Επειδή όμως αυτό μένει να αποδειχθεί, η συμβουλή τους προς όσους έχουν περάσει COVID-19 είναι να μη θεωρούν τους εαυτούς τους προστατευμένους διά βίου (συμβουλή η οποία βασίζεται και στο εύρημα πλήθους μελετών ότι παρατηρείται μείωση των επιπέδων των αντισωμάτων εναντίον του ιού, τρεις μόλις μήνες μετά τη νόσο) και να τηρούν τα συνιστώμενα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης και υγιεινής για να προστατεύουν τους γύρω τους και ίσως τον εαυτό τους.

Κατανόηση σε βάθος

Και μπορεί εμάς να μας απασχολεί πότε θα υπάρξει ένα αποτελεσματικό εμβόλιο ή φάρμακο εναντίον του ιού, αλλά οι ερευνητές γνωρίζουν ότι μόνο αν κατανοήσουμε σε βάθος τον ίδιο τον ιό αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αυτός επιδρά στον ανθρώπινο οργανισμό θα μπορέσουμε να είμαστε νικητές στη μάχη εναντίον του.

Ενα ιδιαιτέρως ενδιαφέρον εύρημα αμερικανών επιστημόνων αφενός εξηγεί την ευαισθησία ορισμένων ασθενών στον SARS-CoV-2, αφετέρου ίσως λειτουργήσει ως πυξίδα για την ανάπτυξη εμβολίων εναντίον του ιού. Ειδικότερα, ερευνητές του πανεπιστημίου Χάρβαρντ και του Τεχνολογικού Ινστιτούτου της Μασαχουσέτης (ΜΙΤ) ανακάλυψαν μια δυσλειτουργία του ανοσιακού συστήματος των βαρέως πασχόντων, η οποία θα μπορούσε να εξηγήσει ακριβώς γιατί αυτοί πλήττονται τόσο ισχυρά από τον ιό.

Η σύγκριση και η έκπληξη

Οπως περιγράφεται στο άρθρο τους, το οποίο δημοσιεύτηκε πρόσφατα στην επιθεώρηση «Cell», οι αμερικανοί ανοσολόγοι πραγματοποίησαν διεξοδικές ιστολογικές μελέτες του σπληνός και των θωρακικών λεμφαδένων έντεκα ατόμων τα οποία είχαν χάσει τη ζωή τους εξαιτίας της COVID-19 έχοντας ως μέτρο σύγκρισης τα ίδια όργανα έξι ατόμων τα οποία είχαν αντίστοιχες ηλικίες και των οποίων η αιτία θανάτου δεν είχε σχέση με τον ιό. Με έκπληξη διαπίστωσαν ότι οι λεμφαδένες των ασθενών με COVID-19 δεν έφεραν τις χαρακτηριστικές μικροδομές που ονομάζονται βλαστικά κέντρα (germinal centers) και στις οποίες τα Β κύτταρα του ανοσιακού συστήματος «εκπαιδεύονται» στην παραγωγή αντισωμάτων ειδικών για την αναγνώριση του εκάστοτε εισβολέα. Με άλλα λόγια, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι στους ασθενείς που υπέκυψαν στον ιό, ένα κομβικής σημασίας τμήμα του ανοσιακού συστήματος δεν υπήρχε!

Το εύρημα αυτό, το οποίο έρχεται να προστεθεί σε ένα αντίστοιχο το οποίο αναφέρθηκε από κινέζους ερευνητές λίγο νωρίτερα, εξηγεί ίσως (έστω και εν μέρει) την παρατηρούμενη ετερογένεια στις εκφάνσεις της νόσου COVID-19. Φαίνεται λοιπόν ότι ένα ποσοστό ασθενών αδυνατεί να παράγει αντισώματα εναντίον του ιού και ως εκ τούτου μένει χωρίς τη βασική γραμμή άμυνας του οργανισμού εναντίον των παθογόνων.

«Σαμποτάζ» από τις κυτταροκίνες

Βεβαίως, το ερώτημα είναι γιατί συμβαίνει αυτό: τι το ιδιαίτερο έχουν οι εν λόγω ασθενείς; Προς το παρόν δεν υπάρχει πλήρης απάντηση σε αυτό το ερώτημα. Φαίνεται όμως ότι οι κυτταροκίνες, χημικά μόρια τα οποία λειτουργούν ως μεταφορείς εντολών στα κύτταρα του ανοσιακού συστήματος, παίζουν σημαντικό ρόλο. Σύμφωνα με το άρθρο των αμερικανών ανοσολόγων, στους λεμφαδένες των ασθενών με COVID-19 εντοπίστηκαν υπέρμετρα μεγάλες ποσότητες της κυτταροκίνης η οποία ονομάζεται ΤNF-a (Tumor Necrosis Factor alpha), ενώ αντίθετα εξέλιπε ένας τύπος Τ κυττάρων, η παρουσία του οποίου είναι προϋπόθεση για τη δημιουργία των βλαστικών κέντρων. Οι επιστήμονες εικάζουν ότι οι μεγάλες ποσότητες κυτταροκινών εμποδίζουν τη δημιουργία των ειδικών αυτών Τ κυττάρων και κατά συνέπεια τη δημιουργία των βλαστικών κέντρων και εν τέλει την παραγωγή αντισωμάτων.

Αν η παραπάνω υπόθεση (η οποία ενισχύεται και από σειρά παρατηρήσεων σε πειραματόζωα) ισχύει, οι αμερικανοί ανοσολόγοι εκτιμούν ότι τα αναπτυσσόμενα εμβόλια θα πρέπει να διεγείρουν το ανοσιακό μας σύστημα με τρόπο που δεν προκαλεί υπέρμετρη αύξηση των κυτταροκινών που πάνε κόντρα στην παραγωγή αντισωμάτων.

Καλύτερες επιδόσεις για τα τεστ με δείγμα σάλιου

Παρά το γεγονός ότι η λήψη δείγματος από για τον μοριακό έλεγχο του ιού δεν είναι επώδυνη, πολλοί είναι εκείνοι που την περιέγραφαν ως ενοχλητική καθώς απαιτεί την είσοδο μιας λεπτής «βέργας» στο βάθος της μύτης. Ωστόσο, οι προσπάθειες για την ανάπτυξη τεστ τα οποία θα βασίζονται στον έλεγχο της παρουσίας του ιού στο σάλιο δεν έχουν ως μοναδικό στόχο την άνεση των εξεταζομένων όσο και το να ελεγχθεί το σωματικό υγρό το οποίο είναι υπεύθυνο για τη διασπορά του ιού.
Γενικώς με τα μέχρι τώρα δεδομένα τα δείγματα σάλιου δεν φαίνονται εξίσου αξιόπιστα με τα δείγματα που λαμβάνονται από τον ρινικό βλεννογόνο, καθώς εντοπίζουν κρούσματα σε ποσοστά της τάξεως του 90% σε σχέση με τα ρινικά τεστ. Προσφάτως ωστόσο, ομάδα ερευνητών του Πανεπιστημίου Yale των ΗΠΑ ανακοίνωσε στην πλατφόρμα προδημοσιεύσεων medRxiv ότι πέτυχε να αυξήσει το ποσοστό στο 94%. Σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι αμερικανοί ερευνητές πέτυχαν επίσης να απλουστεύσουν τη διαδικασία το τεστ σάλιου που ανέπτυξαν κοστίζει μόλις 1,29 δολάρια, γεγονός το οποίο το καθιστά ιδιαίτερα ελκυστικό, ειδικά όταν πρόκειται να χρησιμοποιηθεί σε μεγάλους αριθμούς.
Δύο τεστ σάλιου πήραν πρόσφατα έγκριση από τις αρμόδιες αρχές στις ΗΠΑ. Μάλιστα το Πανεπιστήμιο του Ιλινόι, ερευνητές του οποίου πρωτοστάτησαν στην ανάπτυξη του τεστ, σκοπεύει να το χρησιμοποιήσει άμεσα: σύμφωνα με την ανακοίνωσή του, το σύνολο των φοιτητών και του διδακτικού προσωπικού θα εξετάζεται δύο φορές την εβδομάδα προκειμένου τυχόν κρούσματα να εντοπίζονται και να απομονώνονται εγκαίρως.

Ελπιδοφόρααποτελέσματασε δύο μελέτες

Είναι πια γνωστό σε όλους ότι ένας αγώνας δρόμου είναι σε εξέλιξη με στόχο την ανάπτυξη ασφαλών και αποτελεσματικών εμβολίων ενάντια στον SARS-CoV-2. Ωστόσο, παρά τις προόδους και τις τεράστιες επενδύσεις που έχουν γίνει από κολοσσιαίες φαρμακοβιομηχανίες σε υποδομές που θα επέτρεπαν τη μαζική παραγωγή εμβολίων, προς το παρόν δεν είναι δυνατόν να προβλέψει κανείς ποιο από τα 6-7 εμβόλια τα οποία είναι σε προχωρημένο στάδιο κλινικών δοκιμών θα εκπληρώσει τις προσδοκίες μας. Θα μπορούσε άραγε να υπάρξει κάποια έκπληξη; Θα μπορούσε κάποιο από τα εμβόλια που δεν είναι φαβορί να αποδειχθεί αυτό που θα προσδώσει στον ανθρώπινο πληθυσμό την πολυπόθητη ανοσία της αγέλης προκαλώντας μια ισχυρή ανοσολογική αντίδραση σε όσους το λαμβάνουν;

Οι έρευνες σε ΗΠΑ και Κίνα

Δύο μελέτες που προσφάτως δημοσιεύτηκαν σε επιστημονικές επιθεωρήσεις αποδεικνύουν ότι ίσως ένα αποτελεσματικό εμβόλιο δεν χρειάζεται να είναι ούτε καν οδυνηρό, αφού δεν θα χρειάζεται να χορηγηθεί ενδομυϊκά, αλλά θα είναι εισπνεόμενο. Ειδικότερα, αμερικανοί ερευνητές από το Πανεπιστήμιο Ουάσιγκτον στο Σεν Λούις δημιούργησαν ένα εισπνεόμενο εμβόλιο το οποίο περιείχε τη χαρακτηριστική πρωτεΐνη ακίδα του ιού (την οποία ο ιός αξιοποιεί για να προσδεθεί στην επιφάνεια των κυττάρων που πρόκειται να μολύνει). Οπως περιγράφουν στο σχετικό άρθρο τους το οποίο δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση «Cell», στη συνέχεια χορήγησαν το εμβόλιο σε πειραματόζωα τα οποία είχαν τροποποιηθεί γενετικά ώστε να εκφράζουν στην επιφάνεια των κυττάρων τους τον ανθρώπινο υποδοχέα για την ιική πρωτεΐνη. Η χορήγηση έγινε είτε ενδομυϊκά είτε μέσω εισπνοής. Οταν τα πειραματόζωα εκτέθηκαν στον ιό, και στις δύο περιπτώσεις φάνηκαν προστατευμένα, αλλά στην περίπτωση της εισπνεόμενης μορφής του εμβολίου η προστασία ήταν πολύ μεγαλύτερη: ο ιός ήταν μη ανιχνεύσιμος στους πνεύμονές τους, ενώ ανιχνεύονταν (σε μικρές ποσότητες) σε εκείνα που είχαν λάβει το εμβόλιο ενδομυϊκά.
Αντίστοιχα αποτελέσματα αναφέρουν και κινέζοι ερευνητές, οι οποίοι δημοσίευσαν τα ευρήματά τους στην επιθεώρηση «Nature Communications». Σύμφωνα με αυτά, τόσο η ενδομυϊκή όσο και η εισπνεόμενη μορφή του εμβολίου τους προστάτευσε από τη μόλυνση με τον ιό μακάκους ρέζους.

Πλεονέκτημα και η θέση τους

Παρά το γεγονός ότι τα εισπνεόμενα εμβόλια για τον SARS-CoV-2 δεν έχουν περάσει σε κλινικές δοκιμές σε ανθρώπους και ως εκ τούτου θα απαιτηθεί χρόνος για να αποδειχθεί η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητά τους, δεν πρόκειται για κάτι νέο. Χορηγούμενα από τη μύτη εμβόλια υπάρχουν ήδη, και εκτός από το να είναι ανώδυνα διαθέτουν ένα ακόμη ισχυρό πλεονέκτημα: βρίσκονται εκεί ακριβώς όπου ο οργανισμός συναντάται με τους παθογόνους μικροοργανισμούς, στον ρινικό βλεννογόνο αλλά και στον βλεννογόνο των πνευμόνων.
Δεν είναι λίγοι οι ερευνητές που θεωρούν ότι τα ενδομυϊκώς χορηγούμενα εμβόλια δεν προκαλούν μεγάλη ανοσολογική αντίδραση στους βλεννογόνους. Στην πραγματικότητα το είδος αυτό της ανοσολογικής ανταπόκρισης δεν είναι ιδιαίτερα καλά μελετημένο. Γνωρίζουμε όμως ότι τα Β κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος τα οποία εντοπίζονται στον ρινικό βλεννογόνο παράγουν ανοσοσφαιρίνες Α εναντίον των εισβολέων και έχει βρεθεί ότι αυτές είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικές στο να εμποδίζουν τα παθογόνα να εποικήσουν τους πνεύμονες και το γαστρεντερικό σύστημα. Με άλλα λόγια, η ελπίδα είναι ότι τα εισπνεόμενα εμβόλια θα αποδειχθούν αποτελεσματικότερα στο να σταματούν τη μόλυνση στα πρώτα της στάδια. Οψόμεθα…

Γράψτε το σχόλιό σας