Ραψωδία π

Αναγνωρισμός Οδυσσέως υπό Τηλεμάχου

Δεν ξέφυγε όμως την προσοχή της Αθηνάς πως έφυγε ο χοιροβοσκός,
ο Εύμαιος, απ᾽ το μαντρί του, κι αμέσως πλησιάζει.
Πήρε την όψη όμορφης, ψηλής γυναίκας, στα ωραία εργόχειρα επιδέξιας·
στάθηκε αντίκρυ στην εξώθυρα της μάντρας, μόνο στον Οδυσσέα φανερή,
αόρατη για τον Τηλέμαχο, που δεν την έβλεπε·
γιατί οι θεοί δεν φανερώνονται όπως όπως στον καθένα.
Την είδαν όμως ο Οδυσσέας κι οι σκύλοι, που δεν τη γάβγισαν·
σκόρπισαν κλαψουρίζοντας, φεύγοντας στην απέναντι μεριά της στάνης.
Έκανε τότε νεύμα η θεά παίζοντας τα ματόκλαδά της,
κι ο Οδυσσέας κατάλαβε.
Βγήκε από το καλύβι, προσπέρασε τον υψωμένο τοίχο της αυλής
και στήθηκε μπροστά της. Η Αθηνά αμέσως τον προσφώνησε:
«Λαερτιάδη διογέννητε, ω πολυμήχανε Οδυσσέα,
έφτασε η ώρα, ομολογήσου τώρα στο παιδί σου, μην του κρύβεσαι·
οι δυο να συνταιριάζετε τον φόνο των μνηστήρων και τον χαλασμό τους,
κι ύστερα κατεβαίνετε στη δοξασμένη πόλη. Αλλά κι εγώ
δεν πρόκειται να σας αφήσω για πολύ — φλέγομαι αλήθεια
να μπω σ᾽ αυτή τη μάχη.»

Είπε, και τον ακούμπησε τον Οδυσσέα η Αθηνά με το χρυσό ραβδί της.
Του φόρεσε γύρω στο στήθος πουκαμίσα καθαρή
και πανωφόρι. Και ξαφνικά ξανάνιωσε, έδειξε πιο ψηλός·
το δέρμα του έγινε πάλι μελαχρινό, τα μάγουλα του τσίτωσαν,
και μαύρισε το γένι γύρω στο πιγούνι.
Το έργο της τελειώνοντας, απομακρύνθηκε η θεά· ο Οδυσσέας όμως
προχωρούσε τώρα στην καλύβα. Τον είδε ο γιος του κι έμεινε
έκθαμβος, γύρισε αλλού το βλέμμα του με δέος,
μήπως του φανερώθηκε κάποιος θεός.
Κι όπως του μίλησε, πέταξαν σαν πουλιά τα λόγια του:

«Αλλιώτικος φαντάζεις τώρα, ξένε, παρ᾽ ό,τι πριν·
άλλα τα ρούχα σου, άλλαξε και το δέρμα σου.
Ανίσως είσαι ένας θεός απ᾽ όσους τον απέραντο ουρανό κρατούν,
σπλαχνίσου μας, κι εμείς θα σου προσφέρουμε
θυσία ευχάριστη, δώρα από δουλεμένο μάλαμα.
Μόνο ελέησέ μας.»

Πήρε τον λόγο τότε κι αποκρίθηκε βασανισμένος ο Οδυσσέας και θείος:

«Όχι, θεός δεν είμαι, πώς με φαντάστηκες αθάνατο;
Είμαι ο πατέρας ο δικός σου· που εσύ για χάρη του στενάζεις
και πολλά υποφέρεις, σηκώνοντας τα βάρη από βίαιες πράξεις
άλλων ανδρών.»

Μιλώντας, φίλησε τον γιο του κι άφησε να κυλήσουνε από τις παρειές
στο χώμα δάκρυα, που πριν με τόση επιμονή τα συγκρατούσε.
Αλλά ο Τηλέμαχος δεν ήθελε να το πιστέψει πως έβλεπε μπροστά του
τον πατέρα του, γι᾽ αυτό πήρε ξανά τον λόγο και του μίλησε:

«Όχι, δεν είσαι ο Οδυσσέας εσύ, δεν είσαι εσύ ο πατέρας μου·
ένας θεός θα με μαγεύει, για να στενάζω και να οδύρομαι
ακόμη πιο πολύ.
Γιατί δεν θα μπορούσε κανείς θνητός, με το δικό του το μυαλό,
να φανταστεί το έργο αυτό· εκτός κι αν τον συνέτρεχε
κάποιος θεός που εύκολα, αν θέλει, κάνει τον γέρο νέο
και τον νέο γέρο.
Εσύ πρωτύτερα ήσουν γέρος, ντυμένος με άσχημα κουρέλια,
και τώρα μοιάζεις στους θεούς που τον απέραντο ουρανό κρατούν.»

Του αντιμίλησε έπειτα ο Οδυσσέας πολυμήχανος:

«Τηλέμαχε, όχι, δεν σου πρέπει με τον πατέρα σου στο πλάι,
να αποθαυμάζεσαι τόσο πολύ και να αμφιβάλλεις.
Δεν πρόκειται άλλος Οδυσσέας να φτάσει εδώ·
είναι μπροστά σου κι είμαι εγώ· που πάτησα τα πατρικά μου χώματα
μετά από πάθη φοβερά κι από μεγάλη περιπλάνηση —
είκοσι χρόνια πάνε τώρα.
Το έργο αυτό που βλέπεις και θαυμάζεις, είναι της Αθηνάς που της αρμόζει
του πολέμου η λεία· εκείνη μ᾽ έκανε όπως θέλει και μπορεί,
τη μια να μοιάζω με φτωχό ζητιάνο,
την άλλη νέος που φορεί στο σώμα του ωραία ρούχα.
Εύκολο το έχουν οι θεοί που τον απέραντο ουρανό κρατούν,
έναν θνητό άλλοτε να τον κάνουν λαμπερό,
άλλοτε να τον ασχημίζουν.»

Μιλώντας, υποχώρησε και κάθησε, αλλά ο Τηλέμαχος
χύθηκε πάνω του οδυρόμενος, και βουρκωμένος τώρα τον αγκάλιασε.
Τότε τους συνεπήρε και τους δυο του θρήνου ο ίμερος·
σπαραχτικά θρηνούσαν, πιο δυνατά κι από πουλιά,
σαν αετοί, γύπες γαμψώνυχοι, που τα μικρά τους
κυνηγοί τούς άρπαξαν, προτού ξεπεταρίσουν·
τόσο πικρό και το δικό τους δάκρυ από τα βλέφαρά τους κύλησε.

Ομήρου Οδύσσεια, μτφρ. Δ. Ν. Μαρωνίτης 2006, Θεσσαλονίκη: Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη).

Το γεγονός ότι στις νεοελληνικές μεταφράσεις των κλασικών κειμένων η γλώσσα-πηγή και η γλώσσα-στόχος ανάγονται στο ίδιο γλωσσικό δέντρο (προκειμένου για την ομηρική Oδύσσεια θα έλεγα: στις ρίζες και στα πρόσφατα φυλλώματά του) ευνοεί την ανάπτυξη ανάμεσα στις δύο συμβαλλόμενες γλώσσες (την πρωτότυπη και τη μεταφραστική) μιας ολικής σχέσης, που δηλώνει συγχρόνως οικειότητα και ανοικειότητα. Για να χρησιμοποιήσω ακόμη μια φορά μεταφρασμένους όρους του Ladmiral: την ομοιότητα και την «ιδιότητά» τους.

H μετάφραση σ’ αυτές τις περιπτώσεις αποτελεί την ασφαλέστερη μέθοδο διεισδυτικής και ωφέλιμης ανάγνωσης τόσο της πρωτότυπης γλώσσας όσο και του πρωτότυπου κειμένου. Θυμίζω εδώ, προς υποστήριξη, μια σχετική διάσημη φράση του Derrida: «Mόνον όταν πληροφορούμαι πως κάποιος μεταφράζει ένα κείμενό μου, τότε είμαι βέβαιος πως με διαβάζει πραγματικά».

Όρος για να λειτουργήσει η γλώσσα-στόχος ισότιμα προς τη γλώσσα-πηγή είναι να ενεργοποιηθούν και οι δύο συμβαλλόμενες γλώσσες μέσα στο μεταφραστικό κύκλωμα. Τούτο σημαίνει, προκειμένου λ.χ. για τη μετάφραση της Oδύσσειας: το καταγραμμένο και «αδρανές» κείμενο κινητοποιείται μέσω της μετάφρασής του· αλλά και η μεταφραστική γλώσσα αποκτά τη μέγιστη δυνατή κινητικότητα και ευλυγισία της. Έτσι επιτυγχάνεται μια ισότιμη διασταύρωση, η οποία συνεπάγεται την περιδίνηση των δύο συμβαλλομένων γλωσσών, θα τολμούσα να πω: τον εναγκαλισμό τους.

Με τους όρους αυτούς η διάκριση ανάμεσα σε φιλολογική και λογοτεχνική μετάφραση όχι μόνον δεν έχει πια αποχρώντα λόγο, αλλά στρεβλώνει εξαρχής τη μεταφραστική δοκιμή· καθώς επιμένει στις διαφορές των δύο συμβαλλομένων γλωσσών και θεωρεί εξ αποτελέσματος αναπόφευκτη την ανισόρροπη σχέση τους, προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Όποιος, κατά την εκτίμησή μου, δεν μπορεί, ή δεν θέλει, να παρακάμψει το εκβιαστικό δίλημμα της φιλολογικής ή της λογοτεχνικής μετάφρασης, φρονιμότερο είναι να παραιτηθεί από τη μεταφραστική περιπέτεια. Προπαντός, όταν και όπου το προς μετάφραση κείμενο θεωρείται κλασικό αριστούργημα. Γιατί μία από τις ιδιότητες των κλασικών κειμένων είναι ότι δεν επιδέχονται διχοτομικού τύπου μεταφραστικές εισβολές.

Τέλος, προϋπόθεση για τη μετάφραση των αρχαίων ελληνικών κειμένων είναι η αποκαθήλωσή τους από τη συμβατική τους σταύρωση στο εικονοστάσι της κλασικής τελετουργίας. Διαφορετικά ο μεταφραστής ενδίδει είτε στον αποτρόπαιο τρόμο είτε στην παρακλητική προσευχή. Γιατί, όσο κι αν φαίνεται τερατώδες, το μεγάλο κείμενο δεν μεταφράζεται παρά μόνον με όρους μεταφορικής ισοτιμίας. Για να το πω αλλιώς: το σθένος της ισχυρής γλώσσας συμβάλλεται με το σθένος της ασθενούς γλώσσας στην ίδια στάθμη — προσωρινά έστω, και όσο διαρκεί η μετάφραση.

Δ. N. Mαρωνίτης, Eνδογλωσσική ανισοτιμία (2001)

*Τα ανωτέρω κείμενα προέρχονται από το διαδικτυακό τόπο greek-language.gr

Γράψτε το σχόλιό σας