«Δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ τον διάλογο που είχα με τον Williams, όταν ήμουν στο τελευταίο έτος της Ιατρικής Σχολής. Η κατάσταση της υγείας του είχε επιδεινωθεί πολύ τότε, αλλά το μαχητικό του πνεύμα παρέμενε αλώβητο, μαζί με τη δαιμόνια ικανότητά του να αξιολογεί τις καταστάσεις – οποιονδήποτε και οτιδήποτε – γρήγορα και με ακρίβεια. Του είπα ότι ήθελα να κάνω ειδικότητα παιδιατρικής. Είπε «ωραία», μετά με κοίταξε κατάματα και μου είπε: «Ξέρω ότι θα σ’ αρέσουν τα παιδιά. Θα σου φτιάχνουν το κέφι. Ομως θα μπορέσεις να τα κυνηγήσεις  – να τα αρπάξεις και να τα ακινητοποιήσεις για να τους χώσεις βελόνες, κλείνοντας τ’ αυτιά σου στα ουρλιαχτά τους;»…».

Robert Coles

Δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που βγήκαμε στα μπαλκόνια για να χειροκροτήσουμε τους γιατρούς και το νοσηλευτικό προσωπικό. Παρότι δεν βγήκαμε όλοι την ίδια ημέρα ή την ίδια νύχτα, βγήκαμε σε όλον τον κόσμο, ανεξάρτητα από τις θρησκευτικές, τις πολιτικές ή όποιες άλλες αντιλήψεις μας. Κατά βάθος ήμασταν πεπεισμένοι (και καμία προπαγανδιστική επικοινωνιακή καταιγίδα δεν έπαιξε ουσιαστικό ρόλο στη διαμόρφωση της πεποίθησής μας) πως ούτε οι παπάδες, ούτε οι αστρολόγοι – ανείπωτο θράσος, ειδικά οι δεύτεροι, να παρέχουν αφειδώς κι εκ των υστέρων παραινέσεις για κάτι που ούτε κατά προσέγγιση δεν είχαν προβλέψει – είχαν κοιτάξει κατάματα το «θηρίο» και είχαν αναμετρηθεί μαζί του. Μονάχα οι γιατροί και οι νοσηλευτές έδωσαν και δίνουν την πραγματική μάχη, μακριά από την ασφάλεια του πληκτρολογίου και την ανατροφοδοτούμενη με likes αυταρέσκειά μας, στα αληθινά χαρακώματα: στις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ) με τους διασωληνωμένους, εκεί όπου κάθε νέα αναπνοή είναι κι ένας μικρός θρίαμβος επί του θανάτου.

Οντως, ολόκληρη η ανθρωπότητα δεν εφείσθη επαίνων για τους αφανείς ήρωες, την αυταπάρνησή τους, τη δουλειά που δεν πληρώνεται κ.ο.κ. Μολαταύτα, ακόμη και όσοι είχαμε την τύχη/ατυχία να περάσουμε κάποια περισσότερο ή λιγότερο σοβαρή περιπέτεια της υγείας μας και να βρεθούμε πιο κοντά στα είδωλα των ημερών μας, σπανίως διατηρήσαμε το ενδιαφέρον μας για τους σωτήρες μας, μόλις η περιπέτεια της υγείας μας παρήλθε: πώς ζουν αυτοί οι άνθρωποι, πώς τα βγάζουν πέρα, πότε ξεκουράζονται, πού τελειώνει η αλήθεια γύρω από την προσφορά τους και πού ξεκινάει ο μύθος… Πρόσφατα, με την υπόδειξη ενός βιβλιοπώλη στα Κύθηρα, έπεσαν στα χέρια μου οι «Ιστορίες ενός γιατρού»  του Αμερικανού Γουίλιαμ Κάρλος Γουίλιαμς, ανθολογημένες από τον καθηγητή του Χάρβαρντ Ρόμπερτ Κόουλς, με πρόλογο του ποιητή και ψυχίατρου Γιάννη Ζέρβα (εκδόσεις Αρμός, 2020). Οι «Ιστορίες» περιλαμβάνουν επιλεγμένα διηγήματα του Γουίλιαμς, ένα θραύσμα από την «Αυτοβιογραφία» του γύρω από την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος, καθώς κι έναν διαφωτιστικό επίλογο, γραμμένο από τον γιο του, τον Γουίλιαμ Ερικ Γουίλιαμς – «Ο πατέρας μου, ο γιατρός» -, όλα σε λαμπρή μετάφραση της Ειρήνης Παπαθανασίου. Στον ίδιο τόμο συστεγάζονται και έξι ποιήματα του Γουίλιαμς, μεταφρασμένα από τον Ζέρβα.

Η περίπτωση του Γουίλιαμ Κάρλος Γουίλιαμς (1883-1963) είναι εξαιρετικά ιδιότυπη. Σχεδόν άγνωστος στην πατρίδα μας  – ελάχιστα από τα έργα του έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά – και με αυτό το «σχεδόν» ετερόφωτο, μεταθανάτια οφειλή στην ταινία «Πάτερσον» του Τζιμ Τζάρμους, εμπνευσμένη από το ομώνυμο δικό του ποιητικό opus magnum. Στην Αμερική θεωρείται σήμερα κορυφαίος μοντερνιστής ποιητής, που επηρέασε ιδιαίτερα τη γενιά των μπίτνικ – Γκίνσμπεργκ, Κέρουακ, Κόρσο, Μπάροουζ κ.ά. – κατά τις δεκαετίες του 1950 και του 1960. Η σχέση του Γουίλιαμς με την ποίηση ήταν ισόβια και βασανιστική. «Συχνά φλέρταρε με την ιδέα», σημειώνει ο γιος του στον επίλογο, «να παρατήσει την ιατρική και να κερδίζει το ψωμί του από το γράψιμο. Ο φίλος του ο Εζρα Πάουντ τον παρότρυνε να τα εγκαταλείψει όλα, και να πάει στην Ευρώπη, όπου γίνονταν πράγματα…». Η δυσκολία των συγχρόνων του να τον κατανοήσουν και να τον αποδεχτούν ως ποιητή, η αποδοκιμασία ακόμη και του αγαπημένου αδελφού του για τις καλλιτεχνικές του φιλοδοξίες, καθώς και η εμμονή της μητέρας του να ακολουθήσει τα ιατρικά «βήματα του θείου του, του Κάρλος», είχαν ως αποτέλεσμα να διχοτομηθεί η «ζωή του πατέρα μου για πάντα, μέχρι που στο τέλος μια σειρά από εγκεφαλικά και νεοπλασίες τον κατέστησαν ανίκανο να προχωρήσει είτε ως γιατρός είτε ως λογοτέχνης».

Αυτή η διχοτόμηση, ωστόσο, είχε και την ευεργετική της επίδραση. Μπορεί να μην εγκατέλειψε την ιατρική χάριν της ποίησης, αλλά μετέπλασε την ιατρική σε ποίηση. Κάτι τέτοιο ίσως να ακούγεται πομπώδες και να μας υποβάλει την εσφαλμένη εντύπωση ότι εξιδανίκευσε τις πλούσιες εμπειρίες του από δεκαετίες στη «μάχιμη» ιατρική – αλλά συνέβη το ακριβώς αντίθετο: αποτύπωσε στην ποίηση και στα σύντομα πεζά του όλη την εξαθλίωση και το μεγαλείο ενός γιατρού (σχολικού και οικογενειακού, κατά κύριο λόγο) που αποφασίζει, παρά την προσωπική οικονομική του στενότητα, να μην ακολουθήσει την εύκολη και προσοδοφόρα οδό του φραγκοφονιά, αλλά να αφιερώσει και την τελευταία ικμάδα των δυνάμεών του – και πέρα από αυτές, όταν λιποθυμάει από εξάντληση ή ξυπνάει σε ξένα κρεβάτια – προκειμένου να ανακουφίσει τους αποσυνάγωγους του αμερικανικού ονείρου: ιταλούς, πολωνούς και ρώσους μετανάστες που μιλούν μετά βίας σπασμένα αγγλικά ή/και δεν έχουν να τον πληρώσουν, γυναίκες καταδικασμένες να γεννοβολούν παιδιά καταδικασμένα, με τη σειρά τους, να μεγαλώνουν μαζί με τα αδέλφια τους σε σαράντα τενεκεδένια τετραγωνικά, γέροντες λησμονημένους από τους πάντες – όπως το «ευγενικό, καλοπροαίρετο πλάσμα» στο αφήγημα «Η παλιά αβρότητα» που, ελλείψει χρημάτων, αμείβει τον γιατρό με μια πρέζα ταμπάκο -, ένα προλεταριάτο βυθισμένο στον αλκοολισμό και στην παραφροσύνη, που δεν ξέρεις ποτέ αν του κάνεις μεγαλύτερο καλό βοηθώντας το να επιζήσει ή διευκολύνοντάς το να πεθάνει.

«Ενιωσα έναν κόμπο να μου κλείνει τον λαιμό μπροστά στη συμπύκνωση του όγκου της ανθρώπινης δυστυχίας», γράφει ο αφηγητής που διαβάζει τα πεπραγμένα του ηλικιωμένου γιατρού Ρίβερς στο ομότιτλο διήγημα. Η ίδια η άπορη μάνα, παρακάτω, στη σπαραχτική «Τζιν Μπέικι», «χαίρεται που θα πεθάνει» η έντεκα μηνών κόρη της, καθώς «έχει άλλα δυο μικρά στο σπίτι, μεγαλύτερα, και ο άντρας της το έσκασε με μια άλλη γυναίκα», ενώ ο γιατρός, αργότερα, κατά τη νεκροτομή του βρέφους, σκέφτεται συνέχεια πως «είναι απίστευτο το ότι αυτός ο εγκέφαλος με τον τόσο πολύπλοκο μηχανισμό ήρθε στη ζωή μονάχα γι’ αυτό». Και αν, κόντρα σε κάθε πιθανότητα, η πεισματάρικη Τζιν Μπέικι κατάφερνε να επιζήσει; «Για ποιο λόγο;», σαρκάζει μελαγχολικά ο γιατρός· «θα ‘ριχνε μονοκούκι ψήφο στους κομμουνιστές».

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο