Η Πόπη ήταν η πρώτη που κατάλαβε πως κάτι καινούργιο είχε εισβάλει εκείνο το πρωί στο μικρό διαμέρισμα του κέντρου. Νιαουρίζοντας έτρεξε προς το χολ, έτοιμη να παλέψει με τον εχθρό. Το χαρτί που μισοφαινόταν κάτω από την εξώπορτα δεν προέβαλε την παραμικρή αντίσταση. Η άκρη του είχε ήδη καταστραφεί όταν η νυσταγμένη φωνή από το υπνοδωμάτιο άφησε στη μέση μια ακόμα δαγκωματιά: «Πάλι μασάς τα κοινόχρηστα;».

Η Πόπη απομακρύνθηκε λίγο ανόρεχτα από τον τόπο του εγκλήματος. Τώρα τον λόγο είχε το δίποδο. Κι όμως, το δαγκωμένο σημείωμα δεν ήταν σομόν, αλλά λευκό. Δεν ήταν τυπωμένο, αλλά χειρόγραφο: «Πέρνα λίγο από πάνω που θέλω κάτι να σου πω». Υπογραφή, «η διαχειρίστρια». Το δίποδο αναρωτήθηκε ποιο μπορεί να ήταν το πρόβλημα. «Νομίζω θα φάμε κατσάδα», είπε στη γάτα που έγλειψε επιδεικτικά την πατούσα της σαν να έλεγε «μην κοιτάς εμένα, δεν κάνω ποτέ φασαρία σε ώρες κοινής ησυχίας».

Το καλοκαιρινό φως αντανακλούσε στον φωταγωγό της παλιάς, τσιμεντένιας πολυκατοικίας, αυξάνοντας επικίνδυνα τη θερμοκρασία. Στις σκάλες μύριζε έντονα απολυμαντικό. Στον τρίτο όροφο, μπροστά από την είσοδο της διαχειρίστριας, η μυρωδιά γινόταν ακόμα εντονότερη. «Δεν μπορούμε να κοιμηθούμε. Ο άντρας μου χθες αγανάκτησε τόσο πολύ, που κατέβηκε στα ρολόγια της ΔΕΗ για να δει ποιο δουλεύει». Το δίποδο δεν είχε πολυκαταλάβει τι συνέβαινε. «Το air-condition σου κάνει θόρυβο. Δεν μας αφήνει να κλείσουμε μάτι», εξήγησε εκείνη, με το γνωστό χαμόγελο που επιστρατεύεται από τις διαχειρίστριες όλου του κόσμου. «Σε παρακαλώ, μην το ανάβεις», είπε, λίγο πριν κλείσει την πόρτα. «Να το αφήνεις να δροσίζει τις πρωινές ώρες και μετά να το σβήνεις».

Πίσω στο μικρό διαμέρισμα, έναν όροφο πιο κάτω, το ταλαίπωρο air-condition είχε ήδη πιάσει δουλειά. Η μπαλκονόπορτα άνοιξε με δύναμη, για να γίνει αποτίμηση του προβλήματος. Οι ήχοι ήταν ένα με το ντεκόρ: ένα καναρίνι τραγουδούσε στο διπλανό μπαλκόνι, μια μαμά μάλωνε την κόρη της που έτρεχε ουρλιάζοντας πάνω-κάτω, ένας φοιτητής άπλωνε ρούχα μιλώντας στο τηλέφωνο, το ραδιόφωνο-συντροφιά της γιαγιάς που μαγείρευε απέναντι έπαιζε δυνατά.

Η Αθήνα ολόκληρη σε έναν ακάλυπτο που γεννήθηκε τη δεκαετία του ’70, ένα καλοκαίρι χωρίς θάλασσα που, ακόμα και εν μέσω πανδημίας, λίγο πριν από τις τουρκικές προκλήσεις παρέμενε αθεράπευτα, νοσταλγικά ρετρό. Και στο βάθος, ο λευκός θόρυβος των air-condition. Καινούργια και παλιά, ήσυχα και ταραχοποιά, λειτουργούν για να δροσίσουν εκείνους που δεν έφυγαν για διακοπές.

Η Πόπη γουργούρισε ευχαριστημένη, χασμουρήθηκε και απλώθηκε στη γνώριμη θέση. Οι γάτες ξέρουν, πολύ καλύτερα από τους ανθρώπους, πως δεν υπάρχει καλύτερος ύπνος από αυτόν που έρχεται όταν όλα γύρω σου είναι ζωντανά. Οι γάτες του κέντρου, τουλάχιστον. Οι υπόλοιπες προτιμούν τα προάστια.

Ο ψυκτικός ήρθε την επόμενη μέρα. Εκρυψε σχεδόν τέλεια την ικανοποίησή του: μέσα σε μισή ώρα, σφίγγοντας δυο-τρεις βίδες και τοποθετώντας τέσσερα τάχα αντικραδασμικά κομμάτια πλαστικό, κέρδισε αβασάνιστα (και χωρίς απόδειξη) πενήντα ευρώ.

«Τίποτα δεν έχει», ήταν η διάγνωση. «Σιγά τον θόρυβο». Κι όμως, το δίποδο είχε τις αμφιβολίες του. Προτίμησε να τελειώσει το βιβλίο που διάβαζε απολαμβάνοντας τον αθηναϊκό καύσωνα. Κι εκεί, την κρίσιμη στιγμή, όταν ο ντετέκτιβ βρίσκεται ένα βήμα πριν ανακαλύψει τον δολοφόνο, η ανάγνωση διακόπηκε απότομα. Το χαρακτηριστικό τσιρ-τσιρ που σηματοδοτεί το ανδρικό κατούρημα συνοδεύτηκε από τον ήχο που κάνει το καζανάκι. Ερχόταν από τον φωταγωγό.

Εκείνο το βράδυ, η μπαλκονόπορτα άνοιξε και πάλι. Δεν κουνιόταν φύλλο. Οσο τα φώτα από τα μπαλκόνια του ακάλυπτου έσβηναν σιγά σιγά, τόσο αυξανόταν ο θόρυβος των κλιματιστικών. Το δίποδο, χωρίς τύψεις, πάτησε το κουμπί. Ο γνώριμος ήχος εντάθηκε και η πρώτη δροσιά έμοιαζε σχεδόν με αντιστασιακή πράξη. Η Πόπη, η γάτα που βρίσκεται πάντα σε ετοιμότητα, κούρνιασε στην άκρη της εξώπορτας. Ο επόμενος εισβολέας δεν θα την έπιανε στον ύπνο.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο