Πριν από περίπου τρία χρόνια,  την 1η Ιουνίου του 2017, ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωνε την αποχώρηση των Ηνωμένων Πολιτειών από τη Συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα, που είχε υπογραφεί το 2015 από τον πρόεδρο Μπάρακ Ομπάμα, ζητώντας νέους «όρους δίκαιους για τις Ηνωμένες Πολιτείες, τις επιχειρήσεις της, τους εργάτες της και τους φορολογούμενούς της».

Τον Νοέμβριο του 2019 η αμερικανική κυβέρνηση, υπέβαλε στα Ηνωμένα Έθνη τα απαιτούμενα έγγραφα για την αποχώρηση των ΗΠΑ, με τον Ντόναλντ Τραμπ να δηλώνει λίγες ημέρες νωρίτερα, ότι οι ΗΠΑ «δεν θέλουν να τιμωρούν τον αμερικανικό λαό ενώ θα πλουτίζουν τους ξένους ρυπαντές». Η «αποδέσμευση» εξάλλου των εγχώριων βιομηχανιών πετρελαίου, φυσικού αερίου και άνθρακα αποτελούσε  προεκλογική δέσμευση του Ντόναλντ Τραμπ το 2016.

ΟΙ ΗΠΑ γυρίζουν την πλάτη στο Παρίσι

Η δέσμευση που είχαν αναλάβει η ΗΠΑ, με βάση τη Συμφωνία του Παρισίου ήταν να μειώσει τις εκπομπές αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου από 26% ως 28% σε σύγκριση με τα επίπεδα του 2005.

Η κυβέρνηση Τραμπ όμως χαρακτήρισε τους όρους αυτούς ως πλήγμα για την αμερικανική οικονομία, υποστηρίζοντας ότι η Κίνα θα έσπευδε να εκμεταλλευτεί το γεγονός αυξάνοντας παράλληλα τις δικές της εκπομπές ρίπων.  Έτσι, φτάσαμε πλέον στο σημείο, ο μεγαλύτερος παραγωγός αερίων του θερμοκηπίου στον πλανήτη, οι Ηνωμένες Πολιτείες, να μην δεσμεύεται πλέον από την παγκόσμια συμφωνία για την αντιμετώπιση της Κλιματικής Κρίσης.

Ο Τοντ Στερν, επικεφαλής διαπραγματευτής των Ηνωμένων Πολιτειών για την υπογραφή της Συμφωνίας του Παρισιού το 2015, περιγράφει στον Guardian, όσα σκεφτόταν, το 2017, ακούγοντας τον Ντόναλντ Τραμπ να ανακοινώνει την αποχώρηση των ΗΠΑ.

«Ήταν εμετικό, ήταν μια ψευδολογία από την αρχή μέχρι το τέλος. Ήμουν έξαλλος, επειδή έχουμε να κάνουμε με αυτό το τόσο σημαντικό ζήτημα αλλά έχουμε να κάνουμε και με αυτόν τον κλόουν που δεν καταλαβαίνει τίποτα από αυτά για τα οποία μιλάει. Ήταν μια απάτη».

Εντονη αναμένεται η αντίδραση του Πεκίνου στην επιθετική πολιτική του αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ (φωτογραφία Reuters)

Λόγω συγκεκριμένων όρων της Συμφωνίας του Παρισιού δεν είναι εφικτό να αποχωρήσει κάποιο κράτος πριν τον Νοέμβριο του 2020, κι έτσι η επίσημη αποχώρηση των ΗΠΑ είναι προγραμματισμένη να γίνει στις 4 Νοεμβρίου, ακριβώς δηλαδή την επομένη των αμερικανικών προεδρικών εκλογών.

Τι θα γίνει όμως αν οι αμερικανοί πολίτες επιλέξουν για νέο πρόεδρό τους τον Τζο Μπάιντεν, που  τις προηγούμενες ημέρες δεσμεύτηκε για την εφαρμογή προγράμματος υπέρ του κλίματος, ύψους 2 τρισεκατομμυρίων δολαρίων;

Τζο Μπάιντεν ή Ντόναλντ Τραμπ;

«Η επιλογή ‘Μπάιντεν ή Τραμπ στον Λευκό Οίκο’ είναι τεράστια, όχι μόνο για τις ΗΠΑ αλλά για ολόκληρο τον κόσμο σχετικά με την κλιματική αλλαγή», υποστηρίζει ο Στερν. «Αν κερδίσει ο Μπάιντεν, η 4η Νοεμβρίου θα είναι ένα ξυπνητήρι, σαν να τελειώνει ένα κακό όνειρο. Αν κερδίσει ο Τραμπ, θα αποχωρήσει από τη συμφωνία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες παύουν να είναι ρυθμιστής και οι στόχοι του Παρισιού γίνονται πολύ πολύ δύσκολοι. Μακροπρόθεσμα, χωρίς τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι στόχοι αυτοί παύουν να είναι ρεαλιστικοί.»

Σύμφωνα με επιστημονική έρευνα του Πανεπιστημίου του Όσλο, ενδεχόμενη επανεκλογή του Ντόναλντ Τραμπ και μέσω αυτής η οριστικοποίηση της αποχώρησης των ΗΠΑ από τη Συμφωνία του Παρισιού θα ήταν καταστροφική.

«Ο κόσμος δεν μπορεί να αντέξει καμία αναβολή στο στόχο των 2 βαθμών Κελσίου (σ.σ. μείωση της παγκόσμιας θερμοκρασίας, κατά 2 βαθμούς Κελσίου, μέχρι το 2100). Το μοντέλο μας αυτό δείχνει ότι οι πιθανότητες να φτάσουμε τον στόχο  είναι ήδη πολύ χαμηλές, αλλά θα αγγίξουν το μηδέν σε μια επιπλέον θητεία του Τραμπ», δηλώνει ο επικεφαλής της έρευνας, Χάκον Zέλεν.

Βέβαια, ακόμα και αν ο Μπάιντεν εκλεγεί και καταφέρει να πείσει το Κογκρέσο να εγκρίνει το πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων και εκμετάλλευσης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας ύψους 2 τρισεκατομμυρίων, η πρόκληση για το κλίμα είναι τεράστια.

Υπήρξαμε τόσο πολύ διστακτικοί, και για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, στη μείωση της εκπομπής ρίπων που μόνο μια άνευ προηγούμενου, ταχεία αναθεώρηση του τρόπου που ταξιδεύουμε, παράγουμε ενέργεια και τρεφόμαστε, θα κρατήσει την ανθρωπότητα μέσα στα ασφαλή όρια του Παρισιού.

Σύμφωνα με τον ΟΗΕ, οι χώρες του κόσμου θα πρέπει να μειώνουν πάνω από 7% κάθε χρόνο, για την επόμενη δεκαετία, ελπίζοντας έτσι ότι θα επιτευχθεί ο στόχος του 1,5 – 2 βαθμών Κελσίου.

Τα καλά νέα είναι ότι ο φετινός στόχος του 7% θα επιτευχθεί. Τα κακά νέα είναι ότι η επίτευξη του στόχου δεν οφείλεται σε κάποια ελεύθερη επιλογή μας αλλά στην πρωτοφανή παύση που επήλθε στις ανθρώπινες δραστηριότητες και μετακινήσεις λόγω του COVID-19.

Σύμφωνα με τον Τοντ Στέρν, πολύ φυσιολογικά, οι αμερικανοί ψηφοφόροι είναι «υπέρμετρα εστιασμένοι» στον κοροναϊό και την οικονομική κρίση, όμως «η κλιματική αλλαγή  δεν θα πρέπει να ξεχαστεί σε αυτές τις εκλογές. Η κρίση του Covid μάς έδειξε ότι τα κράτη μπορούν να κάνουν αξιοσημείωτα πράγματα, πολύ σύντομα, όταν πιστεύουν ότι πρέπει να το κάνουν. Μας δείχνεί ότι χρειαζόμαστε ηγέτες που επίσης αντιλαμβάνονται τι χρειάζεται να κάνουμε για την κλιματική αλλαγή , γιατί πρόκειται για έναν μετεωρίτη που κατευθύνεται προς εμάς»

Γράψτε το σχόλιό σας