Είναι γνωστό τοις πάσι ότι η Τουρκία, με πρόσχημα το εγκληματικό πραξικόπημα κατά του Μακαρίου και εξαιτίας των τραγικών σφαλμάτων της ελληνικής πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας (πλήρης σύγχυση, καθυστερημένη αντίδραση, αδυναμία εφαρμογής του αμυντικού σχεδίου Κ), εισέβαλε σχεδόν ανενόχλητη στη Μεγαλόνησο στις 20 Ιουλίου 1974 και κατάφερε, θέτοντας σε εφαρμογή το διαβόητο σχέδιο εισβολής με την κωδική ονομασία «Αττίλας», να δημιουργήσει εντός τριών ημερών ένα ασφαλές προγεφύρωμα και να επεκτείνει σταδιακά τη ζώνη που τελούσε υπό το στρατιωτικό έλεγχό της.

Τον Αύγουστο έμελλε να ακολουθήσει η δεύτερη φάση της εισβολής, ο «Αττίλας ΙΙ», που είχε ως αποτέλεσμα να καταλάβουν τα τουρκικά στρατεύματα περίπου το 36% των εδαφών της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Στα 46 χρόνια που έχουν περάσει από το δραματικό εκείνο καλοκαίρι έχουν γραφεί και έχουν ειπωθεί πάρα πολλά για το πώς οδηγηθήκαμε στα τραγικά αυτά τετελεσμένα, για το τι έφταιξε, αλλά και για το πώς θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί, έστω και την ύστατη ώρα, η κυπριακή τραγωδία.

Σε αυτό το πλαίσιο έλαβε χώρα σχετικά πρόσφατα, την άνοιξη του τρέχοντος έτους, μια πολύ ενδιαφέρουσα ανταλλαγή απόψεων μέσα από τις στήλες της εφημερίδας «Η Καθημερινή».

Πιο συγκεκριμένα, στις 10 Μαρτίου δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ένα άρθρο του Ευάνθη Χατζηβασιλείου, καθηγητή στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, που έφερε τον τίτλο «Ο Αττίλας ΙΙ και η στάση της Ελλάδας».

Στο ενδιαφέρον αυτό άρθρο του ο κ. Χατζηβασιλείου υποστηρίζει ότι η Ελλάδα δεν ήταν σε θέση να εμπλακεί σε πόλεμο με την Τουρκία το καλοκαίρι του 1974 εξαιτίας των δυσμενών στρατιωτικών συσχετισμών, της έλλειψης ενότητας στο εσωτερικό μέτωπο, της αποτυχημένης προηγηθείσης επιστράτευσης και της αδυναμίας της κυβέρνησης Καραμανλή να ελέγξει το Στρατό.

Όσον αφορά ειδικότερα τη δυνατότητα που υπήρχε να χρησιμοποιηθούν ελληνικά αεροσκάφη στο κυπριακό θέατρο επιχειρήσεων, ο καθηγητής αναφέρει ότι η ακτίνα δράσεως των υπερσύγχρονων F-4E Phantom II που διέθετε η τότε Ελληνική Πολεμική Αεροπορία δεν επέτρεπε την επιχειρησιακή εμπλοκή τους στην Κύπρο και την επιστροφή τους στην Ελλάδα (θα έπρεπε ακολούθως να προσγειωθούν και να παραδοθούν στη Συρία).

Τον ισχυρισμό αυτόν του κ. Χατζηβασιλείου, ότι τα συγκεκριμένα αεροσκάφη δεν μπορούσαν να εκτελέσουν επιχειρήσεις αεροπορικής υποστήριξης στην Κύπρο, ήρθε να αντικρούσει με επιστολή του προς την εφημερίδα, στις 7 Απριλίου 2020, ο αντιπτέραρχος (Ι) ε.α. Παναγιώτης Η. Μπαλές, ο οποίος είχε ενεργό συμμετοχή στα γεγονότα εκείνης της περιόδου.

Τα κυριότερα σημεία της μακροσκελούς επιστολής του κ. Μπαλέ είναι τα ακόλουθα:

Η τότε Ηγεσία της ΠΑ (ήτοι ο Αρχηγός ΓΕΑ, πτέραρχος Αλέξανδρος Παπανικολάου, και ο Αρχηγός ΑΤΑ, πτέραρχος Περικλής Οικονόμου) είχε αναθέσει στις 22 Ιουλίου 1974, στη φάση του «Αττίλα Ι», την αποστολή εξουδετέρωσης των δυνάμεων του τουρκικού προγεφυρώματος σε δύο 4άδες βομβαρδιστικών Phantom.

Τα συγκεκριμένα αεροσκάφη είχαν μετασταθμεύσει στο Ηράκλειο Κρήτης και είχαν προετοιμαστεί τάχιστα με τα κατάλληλα για την επιχείρηση ειδικά όπλα Rockeye.

Οι χειριστές των αεροσκαφών, καθ’ όλα έτοιμοι, ανέμεναν απλώς την εντολή απογειώσεως από την ηγεσία της ΠΑ, η οποία όμως ουδέποτε τους δόθηκε.

Συνεπεία τούτου, η προσβολή του προγεφυρώματος δεν εκτελέστηκε με αποκλειστική ευθύνη της τότε ηγεσίας της ΠΑ.

Εάν η επιχείρηση κατά του τουρκικού προγεφυρώματος είχε πραγματοποιηθεί στις 22 Ιουλίου 1974, οι επ’ αυτού εγκατεστημένες εχθρικές δυνάμεις θα είχαν σίγουρα εξουδετερωθεί και αποδεκατιστεί.

Επίσης, το σχέδιο της δεύτερης φάσης της εισβολής («Αττίλας ΙΙ») πιθανότατα δε θα ετίθετο καν σε εφαρμογή από τις αποδεκατισμένες τουρκικές δυνάμεις, ενώ η Κύπρος πιθανότατα θα ήταν σήμερα ελεύθερη.

Ο κ. Μπαλές επισημαίνει ότι έζησε τα γεγονότα της τουρκικής εισβολής εκ των έσω, ως χειριστής και δη αρχηγός της μίας 4άδας βομβαρδιστικών Phantom που είχαν μετασταθμεύσει στην Κρήτη, κάτι που σημαίνει ότι είχε άμεση εμπλοκή στον όλον επιχειρησιακό σχεδιασμό.

Ο ίδιος υπογραμμίζει στην επιστολή του ότι και τα 8 Phantom που προορίζονταν για την αποστολή στη Μεγαλόνησο ήταν εξοπλισμένα με διασπειρόμενα βομβίδια Rockeye, από τα πλέον αποτελεσματικά όπλα της εποχής εκείνης, ικανά να καταστρέψουν τεθωρακισμένα οχήματα μεταφοράς προσωπικού και τανκς.

Πιο αναλυτικά, ο κ. Μπαλές αναφέρει ότι η δύναμη των 8 βομβαρδιστικών Phantom, με τα ειδικά όπλα που διέθεταν και με πραγματικό αναγκαίο χρόνο παραμονής άνωθεν στόχου μόνο 3-5 λεπτά, ήταν ικανή να εξουδετερώσει πλήρως τις τουρκικές αποβατικές δυνάμεις στο προγεφύρωμα του «Αττίλα Ι».

Την κάλυψη και την προστασία των βομβαρδιστικών αυτών κατά τη διαδρομή τους προς το στόχο θα παρείχε βάσει του ελληνικού επιχειρησιακού σχεδιασμού ένα ζεύγος Phantom αναχαιτίσεως.

Εξάλλου, τα πληρώματα των Phantom, πάντα κατά τον κ. Μπαλέ, ήταν καθ’ όλα ετοιμοπόλεμα, καθώς είχαν εκπαιδευτεί στις ΗΠΑ παρακολουθώντας το αυστηρό και λίαν απαιτητικό πολεμικό πρόγραμμα της USAF.

Τέλος, ο κ. Μπαλές σημειώνει στην επιστολή του ότι επιχειρησιακή δυνατότητα εκτέλεσης της αποστολής από πλευράς αεροσκαφών και πληρωμάτων υπήρχε και στις δύο φάσεις της τουρκικής εισβολής στη Μεγαλόνησο, στον «Αττίλα Ι» και στον «Αττίλα ΙΙ».

Μάλιστα, στην περίπτωση του «Αττίλα Ι» η αποστολή θα εκτελούνταν με απόλυτη επιτυχία, και κατά τούτο ήταν σκόπιμη και επιβεβλημένη.

Γράψτε το σχόλιό σας