Kατά την επίσκεψη Μπορέλ στην Τουρκία, η τελευταία φαίνεται να μετατοπίστηκε μερικώς από τη θέση της περί μη μεσολάβησης τρίτων, όταν ο Τσαβούσογλου ανέφερε ότι είναι δεκτικός στην προοπτική ευρωπαϊκής εμπλοκής στα ενεργειακά ζητήματα, συμπληρώνοντας πως «αρκεί να είναι έντιμη». Προσχηματικά ή όχι θα φανεί σύντομα.

Το ζητούμενο για εμάς, είτε η ΕΕ αναμειχθεί ενεργά στην Ανατολική Μεσόγειο (η Τουρκία, πάντως, την κατηγορεί συστηματικά για μεροληψία), είτε/και διαπραγματευτεί συνολικά με την Τουρκία, είναι η επικράτηση συγκεκριμένων κανόνων και προϋποθέσεων. Η ευρωπαϊκή εργαλειοθήκη υφίσταται, αρκεί να κάνουμε ορθή χρήση αυτής, προσαρμοζόμενοι στα νέα δεδομένα. Βρυξέλλες και Αγκυρα επιζητούν μία ειδικού τύπου σχέση, που εμείς πρέπει να διασφαλίσουμε ότι θα βασίζεται σε συγκεκριμένο πλαίσιο αρχών και όχι στην παραδοχή της ιδιαιτερότητας της Τουρκίας. Μπορεί η τελευταία να αποκλίνει του ευρωπαϊκού κεκτημένου, ειδικότερα στη δημοκρατία και στα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά και η ΕΕ φέρει ευθύνες για τη διάρρηξη των σχέσεών τους, ήδη από το 2007.

Πλέον, με μία ενοχικότητα ή αναποφασιστικότητα, λόγω και της κυριαρχίας της μερκελικής Γερμανίας στα ευρωπαϊκά δρώμενα, η Αγκυρα αντιμετωπίζεται με ισχυρότατες δόσεις κατευνασμού, με εμφανή ατολμία και αμηχανία έναντι του κλιμακούμενου αναθεωρητισμού της, αλλά ταυτόχρονα και με αθέτηση των υπεσχημένων (βλ. απροθυμία απελευθέρωσης θεωρήσεων βίζας και στασιμότητα στην Τελωνειακή Σύνδεση), γεγονός που δίνει άλλοθι στην τουρκική ηγεσία να χρεώνει στην ΕΕ την καθίζηση των διμερών επαφών.

Παρ’ όλα αυτά, ειδικά υπό το πρίσμα της φθίνουσας πορείας της οικονομίας της, η Αγκυρα έχει κάθε λόγο να διατηρήσει τις οικονομικές, εμπορικές αλλά και πολιτικές σχέσεις με την ΕΕ ή/και μεμονωμένα κράτη-μέλη. Σε αυτό το σημείο, η ελληνική πλευρά πρέπει να επιδιώξει, μέσω ενδοευρωπαϊκών συμμαχιών, την υιοθέτηση μίας καθαρής, έστω μίνιμουμ, κοινής ευρωπαϊκής θέσης απέναντι στην Τουρκία, χωρίς αστερίσκους και υποσημειώσεις. Το κέρδος για τη γειτονική χώρα από την ενδυνάμωση των δεσμών της με την ΕΕ (και ας δείχνει πολλές φορές ο Ερντογάν και οι υπουργοί του περιφρονητικοί) πρέπει να συνδεθεί με μία στοιχειώδη συμπεριφορά οργανωμένου κράτους στην περιοχή.

Το πλεονέκτημα του Βερολίνου, που οπωσδήποτε δεν επιθυμεί να αντιμετωπίσει μία ελληνοτουρκική κρίση στη διάρκεια της προεδρίας του, είναι ο βαθμός επιρροής του στον Ερντογάν, σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Οι εμπεδωμένες σχέσεις σε διάφορα επίπεδα (οικονομία, άμυνα), η τουρκική διασπορά στη Γερμανία, η σημασία που αποδίδει στον ρόλο της Τουρκίας («μιλώντας» στον ψυχισμό του τούρκου προέδρου που ψάχνει για αναγνώριση/επιβεβαίωση της θέσης του στον παγκόσμιο χάρτη), παρά τις πολλές διακυμάνσεις των τελευταίων ετών, αποτελούν παρακαταθήκη. Εδώ, ωστόσο, βρίσκεται και ο κίνδυνος.

Το κρίσιμο σημείο, λοιπόν, είναι να συνειδητοποιήσει η καγκελαρία (με τη βοήθεια και του Μεγάρου των Ηλυσίων), όπως και στην περίπτωση της Λιβύης, όπου η Τουρκία, μεταξύ άλλων, ακύρωσε στην πράξη τις αποφάσεις της Συνόδου του Βερολίνου, ότι χωρίς τον εξ’ αρχής καθορισμό ενός κρυστάλλινου πλαισίου με την κατοχύρωση πως υποχρεώσεις και οφέλη συνδέονται άρρηκτα, η Αγκυρα παρρεκλίνει επικίνδυνα. Είναι και στο δικό μας χέρι να συνδιαμορφώσουμε την κατάσταση, προτάσσοντας μία θετική ατζέντα (αντί των συνεχών παραπόνων), ώστε να αποφύγουμε τον ευρωπαϊκό κατακερματισμό. Τέλος, πρέπει να καταστήσουμε σαφές ότι το πάγωμα του χρόνου, μετά το τετελεσμένο του τουρκολιβυκού συμφώνου, δεν είναι αποδεκτό.

Ο Κωνσταντίνος Φίλης είναι εκτελεστικός διευθυντής ΙΔΙΣ. Κυκλοφορεί το βιβλίο του «Η Ελλάδα στη γειτονιά της» από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος.

Γράψτε το σχόλιό σας