Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, από τον λίγο, τον ελάχιστο χρόνο που τον γνώρισα, μου φάνηκε καλός άνθρωπος. Προτού βιαστείτε να μου εκμυστηρευτείτε ότι την ίδια εντύπωση αποκομίσατε κι εσείς την τελευταία φορά που πέρασε από τη γειτονιά σας, οφείλω να σας ομολογήσω πως ανάλογα θετικά vibes προσέλαβα και από τον λίγο, τον ελάχιστο χρόνο που γνώρισα τον  Αλέξη Τσίπρα.  Ως εκ τούτου, δύο τινά μπορεί να συμβαίνουν – και κανένα δεν αποκλείω εκ των προτέρων. Είτε εγώ (κι εσείς, με το συμπάθιο) είμαι αθεράπευτα αφελής, είτε το να σου μεταδίδει ένας πολιτικός το image του «καλού παιδιού» είναι εύκολη υπόθεση: ένα εγκάρδιο χαμόγελο, μια θερμή χειραψία, ένα βλέμμα γεμάτο αόριστες πλην δελεαστικές υποσχέσεις, μια casual ψιλοκουβέντα – και ιδού: ο άνθρωπός σου. Δεν πέρασε τυχαία σήμερα από την Κυψέλη ή το Παγκράτι, την Ελευσίνα ή τη Δραπετσώνα. Μια ζωή προετοιμαζόταν, βρε κουτό, για να συναντήσει εσένα.

Επιστρέφω στον Κυριάκο. Κυριάκος, χάριν συντομίας. Ας μη διανοηθούμε ότι το να αποκαλούμε έναν πολιτικό αρχηγό με το μικρό του όνομα μας προσφέρει αυτομάτως ελεύθερη πρόσβαση σε κάποιον «στενό κύκλο» οικειότητας ή, στον αντίποδα, το να τον προσφωνούμε με ένα κοροϊδευτικό χαϊδευτικό -«Κούλης», ας πούμε -, του το κολλάμε πάνω του σαν γλίτσα και τον καταδικάζουμε στον αιώνιο χλευασμό. Οι μόνες που κολλάνε πάνω στους πολιτικούς είναι οι πράξεις τους και, κατ’ επέκτασιν, οι εικασίες που επικράτησαν για τις πράξεις τους, ενόσω οι ίδιες τους οι πράξεις είχαν προ πολλού λησμονηθεί. Οι πιο τυχεροί δικαιώθηκαν μονάχα από τις εικασίες επί των πράξεών τους· οι πιο άτυχοι, για τον αυτό λόγο, έχουν χαθεί στη λήθη. Ασχέτως λοιπόν εάν σκοπεύουμε να τον λιβανίσουμε ή να τον μειώσουμε, η υστεροφημία του Κυριάκου περνάει κάθε μέρα από εξετάσεις κι εμείς δεν είμαστε καν παρόντες. Ούτε είμαστε σε θέση να υποθέσουμε εάν στο μελλοντικό δικαστήριο της Ιστορίας θα κάθονται δικαστές  εχθρικά, φιλικά ή αδιάφορα διακείμενοι προς τον Κυριάκο, ούτε εάν ο Κυριάκος θα εξεταστεί ως κεφάλαιο, ως σελίδα ή ως υποσημείωση.

Οι επικριτές του Κυριάκου λένε ότι δεν είναι αληθινός φιλελεύθερος. Υποδύεται τον φιλελεύθερο, κάτι τόσο διαφορετικό όσο κι ένας ηλικιωμένος Αιμίλιος Βεάκης που ερμηνεύει τον νεαρό Αμλετ. Τι να σας πω; Ο,τι και να σας πω, θα σας γελάσω. Στο λίγο, στον ελάχιστο χρόνο που μου δόθηκε η ευκαιρία να συζητήσω μαζί του, εμένα φιλελεύθερος μου φάνηκε -αλλά και ο Αλέξης, μια χαρά παιδί, να μην τα ξαναλέμε… Η δίκη προθέσεων στην πολιτική είναι πιο άχρηστη και από τη δεξιότητα ενός γευσιγνώστη στη μεταλλουργία. Δεν ξέρουμε ποιος πρωτοείπε ή πρωτοέγραψε ότι ο «δρόμος προς την κόλαση είναι στρωμένος με καλές προθέσεις» (ο Ντάντε Αλιγκέρι, λένε οι περισσότεροι, αλλά παραλλαγές της ίδιας φράσης εντοπίζονται και πιο παλιά, από τον άγιο Βερνάρδο έως τον Βιργίλιο), σίγουρα πάντως ήταν κάποιος που είχε δοκιμάσει την πολιτική στο πετσί του. Βλέπετε, στη χύτρα της πολιτικής, δεν ρίχνεις μονάχα τις δικές σου προθέσεις. Οι δικές σου προθέσεις ανακατεύονται με τις προθέσεις των άλλων, τόσο τις ομολογημένες όσο και τις ανομολόγητες. Στο τέλος της ημέρας, όταν η χύτρα βγαίνει από τη φωτιά, δεν έχεις ιδέα τι στα κομμάτια θα σερβίρεις στους εκλογείς σου και αν θα ζητήσεις την επιείκειά τους, όχι διότι το περιεχόμενο της χύτρας διαφέρει τόσο από αυτό που υποσχέθηκες ότι θα τους ετοιμάσεις, αλλά επειδή μοιάζει τόσο σε αυτό που τους διαβεβαίωσες ότι θα αποφύγεις.

Ας δεχτούμε όμως ότι ο Κυριάκος πρεσβεύει όντως όσα ισχυρίζεται ότι πρεσβεύει και, στο μέτρο του εφικτού, επιχειρεί να τα εφαρμόσει… Εκείνο το «μέτρο του εφικτού» θα πρέπει ευθύς εξαρχής να μας βάλει σε υποψίες. Πίσω από το «μέτρο του εφικτού» ταμπουρώθηκαν κατά καιρούς αναρίθμητες προφάσεις για το «ανέφικτο». Το «ανέφικτο» ένας πολιτικός ηγέτης μπορεί να το διαπιστώσει αφότου ανέβει στην εξουσία (οι περίφημες «αυταπάτες» του Τσίπρα, λόγου χάριν) ή να το γνωρίζει πριν ανέβει, ακόμη χειρότερα: να έχει εγγυηθεί – σε ποιους; –  ότι το «ανέφικτο» θα παραμείνει «ανέφικτο» προκειμένου ο πολιτικός ηγέτης να ανέβει στην εξουσία. Στη δεύτερη περίπτωση μιλάμε για μια φαλκιδευμένη σχέση με το εκλογικό σώμα και ένα ζοφερό συμβόλαιο με τον Διάβολο, από τότε που ο Γκαίτε εμπνεύστηκε την αντίστοιχη συμφωνία του Φάουστ με τον Μεφιστοφελή. Καθώς όμως πλατσουρίζουμε ήδη στα ρηχά της συνωμοσιολογίας και δεν σκοπεύουμε να ξανοιχτούμε βαθύτερα -δεν έχουμε ούτε τη βούληση, ούτε το ταλέντο -, ας δεχτούμε επίσης ότι, όποιο φαουστικό contract και αν υπέγραψε ο Κυριάκος, δεν το υπέγραψε στο σκοτάδι, αλλά στο φως της ημέρας. Μιας συγκεκριμένης ημέρας, μάλιστα· της 10ης Ιανουαρίου 2016.

Τα γεγονότα είναι γνωστά – ως εκ τούτου, θα τα διατρέξουμε επί τροχάδην. Στις ενδοκομματικές εκλογές της Νέας Δημοκρατίας ο Κυριάκος πέρασε δεύτερος στον δεύτερο γύρο, έντεκα ποσοστιαίες μονάδες πίσω από τον προπορευόμενο Βαγγέλη Μεϊμαράκη. Δίχως την υποστήριξη του Αδωνη Γεωργιάδη και την ουδετερότητα του Απόστολου Τζιτζικώστα -των δυο υποψηφίων που είχαν ήδη αποκλειστεί – ο Κυριάκος δεν θα κέρδιζε ποτέ την αρχηγία της Νέας Δημοκρατίας και, σύμφωνα με τη σχεδόν ομόφωνη εκτίμηση των πολιτικών αναλυτών, η παράταξη του Κωνσταντίνου Καραμανλή θα έστριβε το τιμόνι πιο δεξιά – πιο αριστερά πάντως αποκλείεται (εξού και η μεγάλη ταραχή στον κεντρώο χώρο). Από την άλλη πλευρά, όταν έχεις αποκλειστεί από τον δεύτερο γύρο και δίνεις το πράσινο φως ώστε οι οπαδοί σου να ψηφίσουν έναν αντίπαλο υποψήφιο που ιδεολογικά δεν σε εκφράζει – τουλάχιστον όχι όσο σε εκφράζει ο εαυτούλης σου -, το πράττεις αναμένοντας δύο ειδών ανταμοιβές: αφενός ο αντίπαλος υποψήφιος να νικήσει (ειδάλλως, μην το συζητάς, θα νιώσεις μεγάλο κορόιδο), αφετέρου να παραδεχτεί την καίρια συμβολή σου στη νίκη του. Και ποια πλέον έμπρακτη παραδοχή της συμβολής σου υφίσταται από το να σέβεται αραιά και πού – ή, έστω, να κάνει τα στραβά μάτια – στους δικούς σου ανθρώπους και στις δικές σου απόψεις, ανθρώπους και απόψεις που, κατά τεκμήριο, του είναι απεχθείς;

Το αθάνατο ΚΚΕ, δίχως να διαταράξει ούτε στιγμή την πολύτιμη μεταπολιτευτική  του νιρβάνα, γαλούχησε εμάς τα ελληνόπουλα με τον «συσχετισμό δυνάμεων». Ο όρος δεν είναι λιγότερο νεφελώδης από τη «δημιουργική ασάφεια» του Γιάνη Βαρουφάκη, αλλά σίγουρα έχει πιο πρακτική εφαρμογή. Ισως γι’ αυτό, όποτε διαβάζω για τη «νέα ακροδεξιά παρέκκλιση» του Κυριάκου, ακούω και πνιχτά γέλια από τη μεριά του Περισσού.

Γράψτε το σχόλιό σας