Η πανδημία του νέου κορωνοϊού έφερε τα κράτη αντιμέτωπα όχι μόνο με τα όρια των συστημάτων υγείας τους (το περίφημο «flatten the curve» αποσκοπούσε στο να μην ξεπεραστεί ποτέ ο διαθέσιμος αριθμός κρεβατιών σε ΜΕΘ), αλλά και με την πραγματική κατάσταση της υγείας των πληθυσμών τους. Σε πείσμα της εικόνας μιας πανδημίας όπου όλοι είναι το ίδιο ευάλωτοι, σε μεγάλο βαθμό η θνησιμότητα από την πανδημία είχε να κάνει με δύο βασικές παραμέτρους: την κατάσταση στα γηροκομεία και τις προνοιακές δομές φιλοξενίας, όπου η μεγάλη συγκέντρωση ανθρώπων σε συνδυασμό με ελλιπή μέτρα προστασίας μπορεί να οδηγήσει σε υψηλή νόσηση και θνησιμότητα, και παράγοντες όπως η ηλικία σε συνδυασμό με υποκείμενα προβλήματα υγείας.

Μάλιστα, σε περιοχές όπως η Νέα Υόρκη φάνηκε καθαρά ότι εάν υπάρχει μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού – και δη σε ηλικίες κάτω των 65 – με σημαντικά και προβλήματα υγείας (παχυσαρκία, διαβήτη, υπέρταση, άσθμα κ.ά.), ως αποτέλεσμα των ανισοτήτων που σχετίζονται και με τον ρατσισμό, αυτό μπορεί να οδηγήσει σε ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά θνησιμότητας.

Φτώχεια και προσδόκιμο ζωής

Αυτό στις ΗΠΑ έχει να κάνει και με το γεγονός ότι ένα πολύ μεγάλο μέρος του πληθυσμού δεν έχει ασφαλιστική κάλυψη υγείας. Το 2018 27,5 εκατομμύρια Αμερικανοί (8,5% του πληθυσμού) δεν είχαν κανενός είδους ασφαλιστική κάλυψη υγείας, ενώ μεταξύ αυτών που είχαν ήταν μεγάλες οι διαφορές ως προς το είδος των παροχών. Αυτό εξηγεί το παράδοξο οι ΗΠΑ να έχουν ένα από τα υψηλότερα ποσοστά δαπανών για την υγεία στον κόσμο (περίπου 17% το 2018), όμως οι δείκτες υγείας τους παραμένουν χειρότεροι από αυτούς άλλων χωρών. Το προσδόκιμο ζωής στις ΗΠΑ είναι 78,93 έτη, ενώ στην Ευρωπαϊκή Ενωση είναι 80,9 έτη, ενώ στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας εμφάνισε έως και τάσεις υποχώρησης.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Η υγεία των ανθρώπων είναι βαθύτατα κοινωνικό ζήτημα

Ούτε είναι τυχαίο ότι χώρες που έχουν δεχτεί σοβαρά πλήγματα από την πανδημία είναι και χώρες που έδειχναν τη συσχέτιση ανάμεσα στην κοινωνική ανισότητα και τα προβλήματα υγείας. Στη Βρετανία προκλήθηκε μεγάλος θόρυβος όταν έκθεση υπό τον συντονισμό του σερ Μάικλ Μάρμοτ, ενός από τους πιο σημαντικούς ειδικούς στους κοινωνικούς καθορισμούς της υγείας, έδειξε ότι στις πιο φτωχές περιοχές της Αγγλίας καταγραφόταν μείωση του προσδόκιμου ζωής τα τελευταία χρόνια. Αλλωστε, τα επίσημα στοιχεία από την Αγγλία και την Ουαλία δείχνουν ότι η θνησιμότητα και από τον Covid-19 είναι υψηλότερη στις περιοχές που εμφανίζουν και τα υψηλότερα ποσοστά αποστέρησης, ενώ η Βραζιλία που εμφανίζει έξαρση της πανδημίας με μεγάλο αριθμό θυμάτων είναι χώρα με υψηλή ανισότητα (δείκτης GINI 54) που επιδεινώνεται τα τελευταία χρόνια.

Η πανδημία με έναν τρόπο δείχνει τα ισχυρά αλλά και τα αδύναμα σημεία των κοινωνιών, από τα συστήματα υγείας έως τη συνολική κοινωνική συνθήκη. Καταστάσεις που δεν είχαν αντιμετωπιστεί ως πρόβλημα όπως ήταν η μεγάλη συγκέντρωση ηλικιωμένων σε γηροκομεία αποδείχτηκε μοιραία, ακόμη και σε χώρες με κατά τεκμήριο αξιόλογα συστήματα υγείας. Προβλήματα υγείας, κοινωνικά άνισα κατανεμημένα, την ώρα της πανδημίας έγιναν καθοριστικοί παράγοντες. Ελλείψεις στα συστήματα υγείας, όπως αυτές που αφορούσαν τις διαθέσιμες ΜΕΘ, στην πανδημία έπαψαν να είναι απλώς στατιστικές παράμετροι και έγιναν πραγματικοί κίνδυνοι.

Ποια η κατάσταση στην Ελλάδα

Μια εικόνα δίνει η έκδοση της Ευρωπαϊκή Επιτροπής για το προφίλ υγείας στην Ελλάδα το 2019. Η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει υψηλότερο προσδόκιμο ζωής από τον μέσο όρο της ΕΕ (81,4 έτη έναντι μέσου όρου της ΕΕ-28 80,9 έτη), όμως ο ρυθμός αύξησης έχει επιβραδυνθεί σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Και στην Ελλάδα καταγράφεται κοινωνική ανισότητα ως προς το προσδόκιμο ζωής. Στην ηλικία των 30 ετών, οι έλληνες άντρες με υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο αναμένεται να ζήσουν έξι έτη περισσότερα σε σύγκριση με εκείνους που διαθέτουν το χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο, ενώ στις γυναίκες η αντίστοιχη διαφορά είναι 2,4 έτη. Πάντως ως προς αυτή την ανισότητα είμαστε ακόμη χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Στην περίοδο της οικονομικής κρίσης και των Μνημονίων, είχαμε επιδείνωση στους δείκτες υγείας. Η βρεφική θνησιμότητα, δείκτης που αποτυπώνει τόσο την ποιότητα της υγειονομικής περίθαλψης όσο και τις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, ενώ ήταν 3,1 θάνατοι ανά 1.000 γεννήσεις ζώντων στην περίοδο 2007-2009, έφτασε το 2016 τους 4,2 θανάτους, πριν υποχωρήσει το 2017 στους 3,5. Αντίστοιχα, ένας άλλος δείκτης που επιδεινώθηκε στην περίοδο της κρίσης ήταν αυτός των αυτοκτονιών όπου μετά το 2010 αυξήθηκαν κατά 30%, ενώ μελέτες έδειξαν και αύξηση των συμπτωμάτων κατάθλιψης στον γενικό πληθυσμό.

Επιπλέον, παρότι το προσδόκιμο ζωής στην ηλικία των 65 ετών ήταν 20,1 έτη, ελαφρώς υψηλότερο από το σύνολο των χωρών της ΕΕ, μόνο το 40% αυτών των ετών θα το ζήσουν χωρίς αναπηρία, έναντι ευρωπαϊκού μέσου όρου 50%, κάτι που θα μπορούσε να μεταφραστεί σε δύο λιγότερα έτη υγιούς ζωής σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Από τις συμπεριφορές και τις συνήθειές μας, περίπου 22% των θανάτων το 2017 μπορούσε να αποδοθεί στο κάπνισμα (αρκετά πιο πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο που είναι 17%), 19% σε διατροφικούς κινδύνους, 4% στο αλκοόλ (πιο κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο που είναι 6%) και 3% στη χαμηλή σωματική δραστηριότητα (όσο και ο ευρωπαϊκό μέσος όρος). Συνολικά, το 42% των θανάτων μπορούν να αποδοθούν σε συμπεριφορικούς κινδύνους.

Η Ελλάδα δαπανά λιγότερα από άλλες χώρες για την υγεία. Το 2017 το ποσοστό των δαπανών υγείας ήταν 8% του ΑΕΠ ή 1.623 ευρώ ανά άτομο (με προσαρμογή ως προς την αγοραστική δύναμη) κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο των 2.884 ευρώ αλλά και κάτω από τα 2.267 ευρώ που ήταν στην Ελλάδα το 2008. Το μεγαλύτερο μέρος των δαπανών διατέθηκε για ενδονοσοκομειακή περίθαλψη (42%), για φάρμακα (31%) και για εξωνοσοκομειακή περίθαλψη (22%). Ομως, η Ελλάδα δαπανά πολύ λίγα για προληπτική φροντίδα (20 ευρώ ανά άτομο έναντι 89 ευρώ ανά άτομο που είναι ο ευρωπαϊκός μέσος όρος). Παράλληλα, τα νοικοκυριά βάζουν βαθιά το χέρι στην τσέπη: το 35% των δαπανών υγείας χρηματοδοτείται απευθείας από τα νοικοκυριά. Η Ελλάδα έχει υψηλό ποσοστό γιατρών στον πληθυσμό (μετρούμενων με βάση τις άδειες ασκήσεως επαγγέλματος) και χαμηλό ποσοστό νοσηλευτών.

Το αποτέλεσμα είναι η Ελλάδα να έχει χειρότερες επιδόσεις από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο ως προς την προλαμβανόμενη θνησιμότητα (θάνατοι που θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί κυρίως μέσω παρεμβάσεων δημόσιας υγείας και πρωτογενούς πρόληψης) και τουλάχιστον μέχρι το 2016 καλύτερες επιδόσεις ως προς την θεραπεύσιμη θνησιμότητα (θάνατοι που θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί κυρίως μέσω παρεμβάσεων υγειονομικής περίθαλψης), αν και υπάρχουν έρευνες που υποστηρίζουν ότι μετά το 2015 είχαμε αύξηση της θεραπεύσιμης θνησιμότητας.

Χρειαζόμαστε μια «ολιστική» προσέγγιση

Η Ελλάδα φάνηκε να τα πηγαίνει καλά στην πρώτη φάση της πανδημίας. Παρά τις ελλείψεις, το υγειονομικό σύστημα μπόρεσε να οργανωθεί και να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις. Η χώρα δεν είχε μεγάλη αρχική διασπορά, ίσως γιατί δεν είναι το ίδιο εκτεθειμένη στην παγκοσμιοποίηση. Τα περιοριστικά μέτρα εφαρμόστηκαν από την κοινωνία, ενώ παράγοντες όπως το μικρό μέγεθος των γηροκομείων και το μικρό σχετικά ποσοστό των ηλικιωμένων που μένει σε τέτοια ιδρύματα επίσης βοήθησαν.

Ομως, θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε ότι τα πράγματα πάνε γενικά καλά με την κατάσταση της υγεία στην Ελλάδα. Ηδη η δεκαετία της κρίσης συνδέθηκε με μια τάση επιδείνωσης των δεικτών υγείας στην Ελλάδα. Αυτό αφορά τόσο το πάγιο πρόβλημα της ελλιπούς έμφασης στην πρωτοβάθμια πρόληψη και φροντίδα, όσο και τις ελλείψεις στα νοσοκομεία.

Οι κοινωνικοί καθορισμοί της υγείας έχουν δείξει επίσης την επίδρασή τους και μια παρατεταμένη νέα οικονομική κρίση πιθανώς να κάνει τα πράγματα χειρότερα. Η διαρκής και μονόπλευρη αντιμετώπιση του συστήματος υγείας ως παράγοντα δημοσιονομικού κόστους που οδήγησε σε σημαντικές μειώσεις έχει ήδη αρχίσει να δείχνει τις συνέπειές τους και η ικανότητα των νοικοκυριών να δαπανούν δεν είναι απεριόριστη. Επιπλέον, όπως φάνηκε και στην πανδημία, η υγεία στην Ελλάδα κατά κύριο λόγο εξαρτάται από το δημόσιο σύστημα υγείας και εκεί είναι όπου κρίνεται η όποια αποτελεσματικότητα αλλά και εξασφαλίζεται η καθολική κάλυψη του πληθυσμού.

Η εικόνα της κατάστασης της υγείας του πληθυσμού στην Ελλάδα έρχεται να υπογραμμίσει ότι όσο χρειαζόμαστε να καλύψουμε όλες τις ανάγκες σε νοσοκομειακές κλίνες και κλίνες ΜΕΘ και σε ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, άλλο τόσο χρειαζόμαστε μια «ολιστική» προσέγγιση για την υγεία, μια προσέγγιση που να εξασφαλίζει τελικά ότι λιγότεροι άνθρωποι θα χρειάζονται πρόσβαση στα νοσοκομεία. Αυτό σημαίνει πρόληψη, σημαίνει αγωγή υγείας, σημαίνει συστηματική προσπάθεια για αλλαγές συμπεριφοράς ως προς κινδύνους, όμως σημαίνει και μεγαλύτερη κοινωνική ισότητα, λιγότερη επισφάλεια και ανασφάλεια, πραγματική κοινωνική προστασία, λιγότερο κοινωνικοοικονομικό στρες και τελικά περισσότερη ελπίδα για το μέλλον.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο