Η ευαισθησία για τα ζητήματα του περιβάλλοντος αλλά ακόμη και ο οικολογικός ακτιβισμός είναι και θα πρέπει να είναι μεταξύ των υποχρεώσεων και καθηκόντων της πρώτης γραμμής για τους ενεργούς πολίτες ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου η γενικευμένη κλιματική κρίση δείχνει για τα καλά τα δόντια της.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, η ευαισθησία και ο ακτιβισμός δεν μπορεί να είναι το προκάλυμμα για την ακινησία ή και το τέλμα στο πεδίο των σχέσεων περιβάλλοντος και ανάπτυξης. Άλλωστε, στις μέρες μας τόσο η αξιοποίηση της σύγχρονης τεχνολογίας όσο και το δυναμικά αναπροσαρμοζόμενο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξασφαλίζουν μια διαφορετική από το παρελθόν ποιοτική αναβάθμιση αυτής της σχέσης.

Και εδώ, ας μου επιτραπεί να υποστηρίξω, «κρύβεται» και το «κλειδί» αυτής της έτσι και αλλιώς δύσκολης εξίσωσης. Τι σημαίνει κάτι τέτοιο; Σε απλά ελληνικά, μια παραδοχή: Ο σεβασμός στο περιβάλλον – με την ολόπλευρη έννοια του όρου- δεν μπορεί και δεν πρέπει να αντιστρατεύεται την προοπτική της βιώσιμης ανάπτυξης με θετικό κοινωνικό και οικονομικό πρόσημο.

Κάθε άλλο. Ενα ευρύ πεδίο διαθέσιμων εναλλακτικών επιλογών στις δημόσιες πολιτικές, η αξιοποίηση της τεχνολογίας, η διάχυση της υφιστάμενης τεχνογνωσίας σε όλα τα επίπεδα της δημόσιας διοίκησης, η ανάδειξη και προβολή “καλών πρακτικών” και η συστράτευση της κοινωνίας των πολιτών για την προώθηση αποτελεσματικών λύσεων συμβάλουν δίχως άλλο στη δημιουργία μιας επωφελούς σχέσης ανάμεσα στο Περιβάλλον και την Ανάπτυξη.

Τις τελευταίες ημέρες με αφορμή την κατάθεση νομοσχεδίου από τον υπουργό Περιβάλλοντος & Ενέργειας Κωστή Χατζηδάκη η αντίδραση της μείζονος αντιπολίτευσης αλλά και σειράς περιβαλλοντικών και οικολογικών οργανώσεων θυμίζει το … βαθύ παρελθόν μιας τραυματικής σχέσης που στηριζόταν πάνω στην υποκρισία και την ψευδαίσθησης ότι η προστασία του Περιβάλλοντος έρχεται απλώς και μόνο μέσα από την διαρκή ενίσχυση ενός πλαισίου απαγορεύσεων με τα γνωστά οφθαλμοφανή αποτελέσματα.

Έτσι, για παράδειγμα η  κραυγή: “Πάρτο πίσω” -δείτε το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «Η Αυγή», Τετάρτη 29 Απριλίου 2020- έρχεται κατευθείαν από την εποχή του δογματισμού του «άσπρου-μαύρου» αλλά και της αδυναμίας να αξιολογηθούν και να τεκμηριωθούν τα αποτελέσματα που είχαν δημόσιες πολιτικές που εφαρμόστηκαν στο άμεσο παρελθόν.

Δίχως καμία διάθεση κομματικής αντιπαράθεσης δεν μπορώ να θυμηθώ το πόσες προσφυγές της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά της Ελλάδας υπήρξαν, για ζητήματα όπως η ατμοσφαιρική ρύπανση, ηπροστασία των φυσικών οικοτόπων και η διαχείριση απορριμμάτων επί εποχής των κυβερνήσεων των ΣΥΡΙΖΑ & ΑΝΕΛ.

Να θυμηθώ ακόμη την ακύρωση του σχεδιασμού της διαχείρισης αποβλήτων χωρίς εναλλακτικό σχέδιο, αλλά και τις εικόνες ντροπής με νησιά όπως η Κέρκυρα να πνίγονται στα σκουπίδια. Αλλά και επί μέρους ζητήματα όπως η ανεπαρκής αντίδραση στο ναυάγιο της «Αγίας Ζώνης», η ανέγερση πολυώροφου ξενοδοχείου δίπλα στην Ακρόπολη, η ανοχή στην περιβαλλοντική υποβάθμιση της Χρυσής και της Λίμνης Κορώνειας, η αδιαφορία απέναντι στη ρύπανση του Ευβοϊκού Κόλπου από τη ΛΑΡΚΟ. Και όλα αυτά στο όνομα της προστασίας του περιβάλλοντος που είχε καταστεί ένα πουκάμισο αδειανό, μια σημαία από νάυλον…

Το νομοσχέδιο Χατζηδάκη τουλάχιστον έχει μια διαφορετική αντίληψη για τις δημόσιες πολιτικές στο τομέα του Περιβάλλοντος, προτρέποντας για υπεύθυνες επενδυτικές και επιχειρηματικές συμπεριφορές που συγκροτούν ένα δυναμικό πλαίσιο βιώσιμης ανάπτυξης. Ένα παράδειγμα, και μόνο φθάνει και περισσεύει για την ώρα. Ενώ οι περιβαλλοντικές αδειοδοτήσεις σε άλλες χώρες της ΕΕ διαρκούν μέρες, εδώ κρατάνε 6-8 χρόνια (δηλαδή έως και 96 μήνες!). Με αυτό το νομοσχέδιο ορίζεται η διαδικασία – τομή να διαρκεί 100-150 ημέρες (έως και 5 μήνες).

Από τους 96 στους 5 μήνες – είναι και αυτό ένα πρώτο βήμα, αναμένοντας και τις επόμενες κινήσεις και πρωτοβουλίες.

Γράψτε το σχόλιο σας