Τα παλιά τα χρόνια, πριν κατσικωθεί το γκουγκλάρισμα ανάμεσα στους αυτοματισμούς της καθημερινότητάς μας, η απόκτηση της γνώσης ήταν μια επίπονη υπόθεση. Εάν ήθελες να μάθεις κάτι, έπρεπε να ψάξεις να το βρεις – και όταν λέμε «να ψάξεις», δεν εννοούμε να πληκτρολογήσεις μια λέξη-κλειδί και να πατήσεις κατόπιν το «enter»· πιο κοντά θα βρεθείς στην ορθή εντύπωση εάν φανταστείς έναν τύπο με ρεπούμπλικα και καμπαρντίνα, όπως στα κλασικά φιλμ νουάρ, που ξεροσταλιάζει απέναντι από το σπίτι ενός «στόχου» και σκοτώνει την ώρα του με δεκάδες άσχετους περαστικούς προτού ο «στόχος» του σκάσει μύτη.

Αυτή η βραδύκαυστη διαδικασία είχε τα κακά της, είχε και τα καλά της. Αναμφίβολα σπαταλούσες τεράστια αποθέματα χρόνου κι ενέργειας προκειμένου να αποστάξεις – πόσω μάλλον να διασταυρώσεις – μια χρήσιμη πληροφορία, αλλά ήταν σημαντικό και το μπόνους του κόπου σου: συνήθως η πληροφορία (εν)τυπωνόταν στο μνημονικό σου όμοια με πυρωμένη σφραγίδα, δεν γλιστρούσε από πάνω του, καθώς συμβαίνει με τις περισσότερες από τις πληροφορίες που αντλείς σήμερα από την Google (και διόλου δεν σε πειράζει, φυσικά, διότι πάντοτε θα βρίσκεις – ή έτσι τουλάχιστον ευελπιστείς – μια Google διαθέσιμη να σε ξελασπώσει). Γιατί να ψάξεις να ξετρυπώσεις κάτι, εάν εκ των προτέρων γνωρίζεις πού βρίσκεται; Σωστό κι αυτό. Ως επιχείρημα δεν είναι καλύτερο από το «γιατί να πλυθώ, αφού θα ξαναβρωμίσω;», αλλά την πρακτικότητά του δύσκολα πλέον θα βρεθεί κάποιος να την αμφισβητήσει.

Η ευκολία οδηγεί στην οκνηρία και η οκνηρία, με τη σειρά της, αναζητάει την ευκολία. Αυτό ήταν το πρώτο σκληρό μάθημα ανατροφοδότησης κατά την ψηφιακή εποχή, πιστοποιημένο από δεκάδες σχετικές έρευνες ανά την υφήλιο. Κάπως έτσι δόθηκε και η εξήγηση στο μυστήριο: γιατί σε καιρούς που κυριολεκτικά πλημμυρίσαμε με πληροφορίες και απλοποιήσαμε την πρόσβαση σε δαύτες έως το μη παρέκει, ταυτόχρονα και παράλληλα αυξήθηκαν αντί να μειωθούν οι λειτουργικά αναλφάβητοι;

Η ίδια εξήγηση δόθηκε και για τα τεστ πολλαπλών επιλογών στην εκπαίδευση. Υποτίθεται ότι θα ενδυνάμωναν την κριτική ικανότητα των μαθητών/σπουδαστών, ενώ στην πραγματικότητα τους μεταμόρφωσαν σε τζογαδόρους. Εάν το καλοσκεφτείς, όταν σου δίνουν τέσσερις απαντήσεις για να διαλέξεις τη σωστή, έχεις 25% πιθανότητες να την πετύχεις, ακόμη και αν δεν γνωρίζεις καμία από τις τέσσερις. Το 25% μπορεί να μη φαίνεται πολύ θεαματικό ως ποσοστό, αλλά σίγουρα είναι πολύ καλύτερο από το 0% – τον διαβόητο «τρόμο της λευκής κόλλας» – που θα είχες εξασφαλίσει στο παρελθόν, εάν προσερχόσουν την ημέρα των εξετάσεων αδιάβαστος. Το χειρότερο; Το 25% σού υποβάλλει τη θεμιτή προσδοκία ότι, με ολίγη κωλοφαρδία, μπορεί και να τη βγάλεις καθαρή στο πανεπιστήμιο, τη στιγμή που θα έπρεπε πάραυτα να εγκαταλείψεις τα εκπαιδευτικά χασομέρια και να δοκιμάσεις τις επιδόσεις σου στο μπαρμπούτι.

Μια και περάσαμε γρήγορα από την απόκτηση της πληροφορίας στα τυχερά παιχνίδια, δεν θα δυσκολευτούμε να προσομοιάσουμε την πολιτική με μια ρουλέτα.

Οπως και στη ρουλέτα, έτσι και στην πολιτική, έχουμε πολλές πληροφορίες (νούμερα) για να ποντάρουμε, αλλά – επειδή δεν μπορείς να προβλέψεις «πού θα κάτσει η μπίλια» – καμία από τις πληροφορίες (νούμερα) δεν είναι a priori η «σωστή». Ο Μαρξ είχε πιάσει το νόημα όταν έγραφε ότι η ελεύθερη βούλησή μας (και η δράση μας) περιορίζεται από τις υφιστάμενες συνθήκες, ο Αϊνστάιν ακόμη καλύτερα, όταν παρομοίαζε τις πιθανότητές σου να κερδίσεις στη ρουλέτα με ένοπλη ληστεία εναντίον σου, ενώ πιο καλά το διατύπωσε εκείνη η σαχλή συγγραφέας, η Ε. Λ. Τζέιμς (ψευδώνυμο της Ερικα Λέοναρντ), τιτλοφορώντας το φιλικό προς τη νοικοκυρά ημιπορνό μυθιστόρημά της «Πενήντα αποχρώσεις του γκρι» ή σε ελεύθερη απόδοση, για τις ανάγκες της δικής μας συλλογιστικής, «Πενήντα αποχρώσεις του λάθους».

Πράγματι. Σχεδόν ποτέ οι πολιτικοί δεν καλούνται να επιλέξουν ανάμεσα στο «σωστό» και το «λάθος». Συνήθως, το τι έπραξαν σωστά και το τι έπραξαν λανθασμένα είναι μια ετεροχρονισμένη ανάγνωση/ερμηνεία της δράσης τους, με την άνεση και την πολυτέλεια της «στερνής μας γνώσης» που δεν «την είχαμε πρώτα». Κανένας δεν την έχει. Ούτε καν οι αστρολόγοι. Μαζέψτε όλους τους αστρολόγους σε μια γωνιά της γης – μια ευρύχωρη γωνιά, εξυπακούεται -, αφαιρέστε τους τα μπιχλιμπίδια επικοινωνίας και προκαλέστε τους να προβλέψουν τι θα συμβεί σε μιαν άλλη γωνιά της γης, όχι τον επόμενο μήνα, όχι την επόμενη εβδομάδα, αλλά το επόμενο… δεκάλεπτο· θα εκπλαγείτε με το ποσοστό αποτυχίας.

Ο Χίτλερ πίστευε στην αστρολογία – κάτι λιγότερο ηλίθιο τότε από όσο ίσως ακούγεται εκ των υστέρων: εάν πιστεύεις ακράδαντα ότι είσαι απεσταλμένος από τη Θεία Πρόνοια, γιατί να μην πιστεύεις και ότι η Θεία Πρόνοια ενημέρωσε μερικούς ακόμη για την αποστολή σου; Κανένας αστρολόγος, όμως, δεν ενημέρωσε τον ίδιο τον Χίτλερ ότι θα τινάξει τα μυαλά του σ’ ένα υπόγειο καταφύγιο και ότι το wannabe χιλιόχρονο Ράιχ του δεν θα γιορτάσει ούτε τα δέκατα τρίτα γενέθλιά του.

Οχι πως οι αντίπαλοί του σε Δύση και Ανατολή έδειχναν πιο μικρή έφεση προς τις πενήντα αποχρώσεις του λάθους. Μπορεί να μη συμβουλεύονταν αστρολόγους, αλλά πάνω από μία εξαετία – κολοσσιαίο χρονικό διάστημα, με τα σταθμά της πολιτικής – πίστευαν ότι η «σωστή» αντιμετώπιση του Χίτλερ είναι συνώνυμη με τον κατευνασμό.

Την ώρα που ο Χίτλερ κατέβαζε τον έναν μεζέ μετά τον άλλο – τη Ρηνανία, την Αυστρία, την Τσεχοσλοβακία -, οι Δυτικοί προσπαθούσαν με τη Συμφωνία του Μονάχου (1938) να κερδίσουν ζωτικό χρόνο έως ότου κορέσει με μεζέδες την όρεξή του το σκασμένο, ενόσω οι Σοβιετικοί με το Σύμφωνο Μολότοφ – Ρίμπεντροπ (1939) υπολόγισαν να μοιραστούν μαζί του τους μελλοντικούς μεζέδες. Εκατοντάδες μελέτες έχουν δημοσιευτεί έκτοτε γύρω από το σωστό timing για την αντικατάσταση της πολιτικής του κατευνασμού από την πολιτική της μηδενικής ανοχής. Πότε θα είχαμε περισσότερους νεκρούς – εάν ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος ξεκινούσε νωρίτερα ή αργότερα; Και αν η όρεξη του Χίτλερ μπούκωνε όντως με την Πολωνία; Εάν αποφεύγαμε εντελώς την παγκοσμιοποίηση της ανθρωποσφαγής;

Μήπως όλα αυτά μας παραπέμπουν στα σημερινά παγκόσμια διλήμματα, με αφορμή την πανδημία; Πότε είναι νωρίς για να εφαρμόσεις το lockdown; Πότε είναι αργά; Αποτρέπει το lockdown την καταστροφή ή την επισπεύδει; Ποιο είναι το μη χείρον βέλτιστον, η μοναδική από τις πενήντα αποχρώσεις του λάθους που θα προξενήσει το μικρότερο κακό; Και αν ακόμη μας παραπέμπουν, δεν φταίει η ζωηρή μας φαντασία. Οπως στο ανέκδοτο με τον βάτραχο και τον σκορπιό: δεν φταίμε εμείς· φταίει η φύση μας.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr