Σε όλες τις πολιτισμένες δημοκρατικές χώρες, στη χορεία των οποίων θέλουμε να πιστεύουμε ότι εντάσσεται και η Ελλάδα, υφίσταται μια σαφής κάθετη διάκριση ανάμεσα στον έμπορο ηρωίνης και τον χρήστη – κατ’ επέκτασιν, μια αντίστοιχη διάκριση στην αντιμετώπισή τους εκ μέρους της πολιτείας.

Ο χρήστης εκλαμβάνεται (και προφανώς είναι) αποκλειστικά ως ασθενής. Ανεξαρτήτως εάν εντάσσεται σε κάποιο από τα «στεγνά» θεραπευτικά προγράμματα ή σε κάποιο από τα προγράμματα υποκατάστασης, τουτέστιν εάν η ίασή του στηρίζεται μονάχα σε εντατική ψυχοθεραπεία ή στην αντικατάσταση της χορήγησης ηρωίνης από τη χορήγηση μεθαδόνης, ο χρήστης, στα μάτια των θεραπευτών του, δεν διαφέρει σε τίποτε από τον καρδιοπαθή ή τον καρκινοπαθή.

Ακόμη και αν περιστασιακά, προκειμένου να εξασφαλίσει τη δόση του, ο χρήστης πατάει στα χωράφια του εμπόρου ηρωίνης – τα διαβόητα «βαποράκια» – η πολιτεία δεν παύει να τον εκλαμβάνει ως ασθενή και (οφείλει να) εξαντλεί την επιείκειά της στην παράλληλη δικαστική του αντιμετώπιση.

 

Ο έμπορος ηρωίνης είναι αλλουνού παπά ευαγγέλιο. Κι εδώ (πρέπει να) υφίστανται διακρίσεις – κυρίως ανάμεσα στον μικρέμπορο και τον μεγαλέμπορο – αλλά αυτές αφορούν κυρίως το ύψος της ποινής που θα του επιβληθεί.

Σε κάθε περίπτωση (οφείλει να) αντιμετωπίζεται ως εγκληματίας. Εκμεταλλεύεται τον εθισμό (την εξάρτηση) των συνανθρώπων του και δεν διστάζει, μέσω της χρήσης, να τους οδηγήσει ακόμη και στον θάνατο – όταν δεν επισπεύδει τον θάνατό τους και με πιο άμεσους και δραστικούς τρόπους (ως γνωστόν, η υψηλότερη εγκληματικότητα στον κόσμο είναι εκείνη που συνδέεται με το λαθρεμπόριο των ναρκωτικών).

Ο έμπορος ηρωίνης πληροί όλους τους όρους για να θεωρηθεί «κάθαρμα» με την αρχαιοελληνική σημασία της λέξης.

Καθάρματα αποκαλούσαν στην Αρχαία Ελλάδα εκείνους τους κοινούς εγκληματίες που θυσιάζονταν από τους συμπολίτες τους σε καιρούς μεγάλης συμφοράς – όπως ο λοιμός στην Αθήνα, κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου – προκειμένου να εξευμενιστούν οι θεοί, να σταματήσει το κακό που τους βρήκε και να «καθαρίσει» η πόλη τους. Με την πάροδο των αιώνων το έθιμο ατόνησε, αλλά το νόημα της λέξης παρέμεινε σχεδόν αλώβητο.

 

Επηρεασμένος ίσως από το «άγιο κλίμα των ημερών», όπως λένε, διακρίνω οφθαλμοφανείς αντιστοιχίες ανάμεσα στην παραβολή του Εμπόρου και του Χρήστη από τη μια μεριά και στην απονομή ευθυνών για τους παραβάτες των μέτρων περιορισμού της πανδημίας του κορωνοϊού από την άλλη. Δεν έχουμε παρά να αντικαταστήσουμε στην παραβολή τον Χρήστη με κάποιον από τους δύσμοιρους συμπατριώτες μας που, από την τρυφερή τους κιόλας ηλικία, εθίστηκαν σε μια ιδεοληψία (αδιάφορο, εν προκειμένω, σε ποια) που τους εμποδίζει να πιστέψουν ότι η πανδημία του κορωνοϊού υφίσταται στην πραγματικότητα και δεν πρόκειται παρά για μια θεατρική παράσταση παγκοσμίων διαστάσεων ώστε οι χριστιανοί να μην πατούν πλέον στις εκκλησίες, οι μουσουλμάνοι στα τζαμιά, οι Εβραίοι στις συναγωγές κ.λπ., κ.λπ.

Σε αυτόν, τον αγαθό Χρήστη ιδεοληψίας, οφείλουμε να εκφράσουμε την αμέριστη συμπάθειά μας, έστω και αν πικρά γνωρίζουμε ότι ο Χρήστης μπορεί να θεωρεί τον εαυτό του «άτρωτο» από την «ανύπαρκτη» πανδημία, αλλά εάν του επιτρέψουμε να εφαρμόσει την ιδεοληψία του, δεν θα υποφέρει μονάχα εκείνος, θα πάρουν κι εμάς τα σκάγια.

Οπως θα έλεγε και ο Ναζωραίος: «Αφες αυτοίς· ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» ή σε σύγχρονη ποιητική απόδοση ο αλησμόνητος Μανώλης Αναγνωστάκης: «Δεν έφταιγεν ο ίδιος, τόσος ήτανε». Δεν θα συνιστούσα ανάλογη επιείκεια και για τον Εμπορο ιδεοληψίας. Σε όποιον κερδοσκοπεί ή ψηφοθηρεί με τον εθισμό του Χρήστη, όχι, κύριε εισαγγελέα, μη δείξεις κανένα έλεος.

Γράψτε το σχόλιο σας