Η προτεσταντική λογική στην οικονομία κυριαρχεί στην αντίληψη της Καγκελαρίου Μέρκελ, αλλά και αυτή πλέον έφθασε στα όριά της. Αμφισβητείται εκ των έσω και δημιουργεί ρήγματα στο οικοδόμημα των τελευταίων δεκαετιών.

Και η εσωτερική αμφισβήτηση είναι το πιο ηχηρό κτύπημα απ’ όσα υπήρξαν τα τελευταία χρόνια από διάφορες πλευρές εκτός Γερμανίας.

Το είδαμε έντονα με την δεκαετή οικονομική κρίση της Ελλάδας και στον τρόπο που αντιμετωπίστηκε η χώρα από την συγκεκριμένη λογική που είχε τη λιτότητα στον πυρήνα της.

Μόνο που πληθαίνουν οι φωνές εσχάτως εντός της Γερμανίας διαμορφώνοντας μια νέα κατάσταση που ίσως μας οδηγήσει σε άλλες αποφάσεις και πολύ γρήγορα.

Η κραυγή του σοσιαδλημοκράτη πρώην αντικαγκελάριου Ζίγκμαρ Γκάμπριελ προ ημερών ήταν χαρακτηριστική και αποτελούσε και αιχμή στην Μέρκελ: «Τι ντροπή. Τα κράτη μέλη της Ευρώπης αποτυγχάνουν στην μεγαλύτερη δοκιμασία και εγκαταλείπουν την Ιταλία και την Ισπανία».

Ο πρώην υπουργός Εξωτερικών που διετέλεσε και αρχηγός του SPD επέκρινε την Μέρκελ μετά το πρόσφατο ναυάγιο της Συνόδου Κορυφής κυρίως λόγω της άρνησης της Γερμανίας και των κρατών –δορυφόρων της για την έκδοση ευρωομολόγου ως ένα βήμα για την αντιμετώπιση των κοινωνικών και οικονομικών επιπτώσεων της πανδημίας του κορωνοϊού.

«Η Γερμανία έχει κερδίσει περισσότερο από όλους από την Ευρώπη. Από τα 150 δις των οικονομικών ενισχύσεων, η Γερμανία θα έπρεπε να διαθέσει το 10% στις δύο αυτές χώρες»  σημείωσε ο Γκάμπριελ και η συνέχειά του ήταν πιο σκληρή: «Οι εγωϊστές της Ευρώπης θα πρέπει να ταπεινωθούν. Η Ιταλία και η Ισπανία δεν θα μας το συγχωρήσουν ποτέ. Ειδάλλως δεν θα είναι ο Covid 19 που θα καταστρέψει την Ευρώπη, αλλά ο δικός μας εγωϊσμός».

Η κραυγή του Γκάμπριελ ενώνεται με τις φωνές πολλών στη Γερμανία που αμφισβητούν τη συγκεκριμένη αντίληψη της κυρίαρχης σήμερα γερμανικής πολιτικής τάξης.

Μόνο που Γερμανία δεν είναι η προτεσταντική οικονομική αντίληψη των πραγμάτων που είναι και το δόγμα της Μέρκελ, του Σόιμπλε και άλλων βασικών παραγόντων της συντηρητικής παράταξης.

Η Γερμανία έχει μεγάλη ιστορία που δεν μπορεί να αμαυρώνεται από στάσεις και συμπεριφορές που την εμφανίζουν πάντα ως τη χώρα που θέλει τον εξαγνισμό δια μέσω ενός καθαρτηρίου στο δρόμο προς την εξιλέωση.

Η Γερμανία έχει μεγάλη παράδοση διανοουμένων και επιστημόνων που επηρέασαν γενιές και γενιές και τα διδάγματά τους αποτελούν φάρο. Από πού να αρχίσει κανείς και που να τελειώσει: Από τον Γκαίτε, από τον Καν, από τον Αϊνστάιν, τον Μπρεχτ, τον Μαρξ, κ.α.

Και στις μέρες μας πολλοί διανοούμενοι, επιστήμονες, πολιτικοί και δημοσιολογούντες ρίχνουν στην πυρά το προτεσταντικό μοντέλο οικονομικής αντίληψης.

Δικαιοσύνη πάνω απ’ όλα θέλουν οι λαοί και όχι τιμωρητικές διαθέσεις. Το έχει επισημάνει πολύ εύστοχα ο Αυστριακός Χανς Κέλσεν, ένας από τους μεγαλύτερους θεωρητικούς του δικαίου του 20ου αιώνα στο βιβλίο του, «τι είναι δικαιοσύνη».

«…αφού η επιστήμη είναι το επάγγελμά μου και μέχρι στιγμής το σημαντικότερο πράγμα στη ζωή μου είναι εκείνη η δικαιοσύνη υπό την προστασία της οποίας μπορεί να ανθήσει η επιστήμη, και μαζί με την επιστήμη η αλήθεια και η ειλικρίνεια. Είναι η δικαιοσύνη της ειρήνης, η δικαιοσύνη της δημοκρατίας, η δικαιοσύνη της ανεκτικότητας» (εκδ. Αντίποδες, μτφ Θοδ. Δρίτσας, επίμετρο Αλίκη Λαβράνου).

Παραφράζοντας τον κορυφαίο θεωρητικό του δικαίου, η δικαιοσύνη έναντι των λαών, και άρα ίση αντιμετώπισή τους και στο οικονομικό πεδίο, ενδεχομένως να δημιουργήσει τη δικαιοσύνη της ειρήνης και της δημοκρατίας και να οδηγήσει σε περιθωριοποίηση δογματισμών του παρελθόντος.

Γράψτε το σχόλιο σας